για μετάβαση στην επόμενη σελίδα πατήστε εδώ,

για μετάβαση στην προηγούμενη σελίδα πατήστε εδώ,

για μετάβαση στην πρώτη σελίδα πατήστε εδώ,

για μετάβαση στον κατάλογο με τα ντοκουμέντα πατήστε εδώ.

-   8   -

 

Αριστερά, το πλήρωμα και ο καπετάνιος του υποβρυχίου U-333, που τορπίλισε το «Σπρίβαλντ»)

 

Mε πολύ άσχημο καιρό, στην καρδιά του χειμώνα, στον Ατλαντικό, αιχμάλωτοι και πλήρωμα, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το βαπόρι. Ρίχνουν τέσσερις σωστικές βάρκες και κάποιες σχεδίες και επιβιβάζονται σ’αυτές. Όταν αργότερα ο Cremer, αντιλαμβάνεται ότι έχει χτυπήσει γερμανικό πλοίο, ξεκινά μαζί με άλλα δύο παρευρισκόμενα στην περιοχή υποβρύχια μία οργανωμένη επιχείρηση διάσωσης των ναυαγών. Καθώς έχει ειδοποιηθεί και το γερμανικό κέντρο επιχειρήσεων, διατάζεται αμέσως η συνδρομή από αέρος, προκειμένου να περισυλλεγούν όσο το δυνατόν περισσότεροι από τους ναυαγούς.

 Στις 2/2 εντοπίζονται τρεις βάρκες και τρεις σχεδίες, με 25 μέλη του πληρώματος και 55 αιχμαλώτους,  οι οποίοι  και διασώζονται τελικά. Από τους 152 επιβαίνοντες χάθηκαν οι 72 . Η τέταρτη βάρκα δεν εντοπίζεται και οι επιζήσαντες τους λένε ότι ήταν μαζί τους μέχρι και την 1η Φεβρουαρίου, όπου και χάθηκε.

Από το «Σταμάτιος Γ.Εμπειρίκος», χάθηκαν 5 ψυχές, μεταξύ αυτών και ο πλοίαρχος Μιχάλης Ν. Παλαιοκρασσάς. Μαρτυρίες, όχι όμως γραπτές, τον τοποθετούν στην τέταρτη βάρκα που δεν βρέθηκε ποτέ, μαζί με τον Αυστραλό καπετάνιο του φορτηγού «Μαρίμπα», Σκίνερ, καθώς και τον Γερμανό πλοίαρχο του «Σπρίβαλντ».

 Οι έρευνες για επιζώντες συνεχίστηκαν και τις επόμενες δύο ημέρες, χωρίς όμως αποτέλεσμα και έτσι στις 4 Φεβρουαρίου σταμάτησαν.

Οι επιζήσαντες επιβιβάστηκαν στο U-333 και στις 8 Φεβρουαρίου του 1942 τους άφησε στο Λόριεν.  Από ΄κεί οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας όπου και παρέμειναν  μέχρι το πέρας του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Το 1945, όσοι απ’ αυτούς επέζησαν, επέστρεψαν στα σπίτια τους, κάνοντας γνωστή της ιστορία τους.

 

Οι οικογένειες των απολεσθέντων ελλήνων  ναυτικών, ειδοποιήθηκαν για το συμβάν το 1945, όπου μέχρι τότε περίμεναν τους δικούς τους ανθρώπους να επιστρέψουν, θεωρώντας, όπως έλεγαν,  ότι «τους είχε κλείσει ο πόλεμος».