|
(1. Τα πρώιμα παιδικά χρόνια του Θόδωρου Μισιρλή).
Γεννήθηκα την πρώτη Μαΐου 1899 στην Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς μου ήταν και οι δύο εύποροι. Ο πατέρας μου Αβραάμ Θεοδώρου Μισιρλόγλου είχε ένα τριώροφο γωνιακό σπίτι, ήταν συνεταίρος με τριάντα τοις εκατό με ένα πλουσιότατο Αρμένη σαράφη ονόματι Εκτωρ Φενερτζιάν. Καταρχάς είχε τον πατέρα μου υπάλληλο στα γραφεία του επί οκτώ χρόνια, μετά τον έκανε συνεταίρο του δια την εντιμότητα και την τόλμη του. Τότε οι αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού της Τουρκίας μισθοδοτούντο ως εξάς: Εάν ο μισθός τους ήταν π.χ. 100 γρόσια, το κράτος τους έδινε μετρητά 30 γρόσια, ρουχισμό 20 γρόσια και τροφοδοσία 50 γρόσια. Ολοι σχεδόν οι ανώτεροι αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού είχαν φιλικές σχέσεις με τον πατέρα μου, έκανε παρέα μαζί τους και τους διευκόλυνε όταν τους χρειαζόταν χαρτζιλίκι μέχρι την πρώτη του μηνός, οπότε του επέστρεφαν τα δανεικά. Οσοι από τους αξιωματικούς ήσαν ανύπανδροι πουλούσαν τις αποδείξεις τροφίμων που θα έπαιρναν από τις αποθήκες του υπουργείου, σ’αυτούς προστίθεντο και μερικοί από τους οικογενειάρχες που ήταν από τζάκια πλούσια και αυτοί προπουλούσαν τις αποδείξεις στον πατέρα μου. Γι’αυτή τη δουλειά χρειάζονταν κεφάλαια από 20 - 30 χιλιάδες χρυσές λίρες. Εδινε ο Φενερτζιάν τα λεπτά και τα διαχειριζόταν ο Αβραάμ. Ο Αρμένης δεν φαινόταν, ή δεν τον συνέφερε να φανεί σ’αυτή τη δουλειά και έτσι στα μάτια των αξιωματικών ήταν ένας πλουσιότατος φίλος τους, στον οποίον είχαν ως επί το πλείστον εμπιστοσύνη οι παντρεμένοι διότι ήξεραν ότι ποτέ δεν θα μάθαινε ο υπουργός τις ασωτίες των. Και αν τις μάθαινε, ας ήταν καλά ο προσωπάρχης του, με ένα καλό δώρο που του έκανε ο πατέρας μου, αποσιωπούνταν όλα. Την πρώτη του μηνός πήγαινε ο πατέρας μου στις αποθήκες, φίλος του και ο αποθηκάριος, φόρτωναν τα αμάξια τα τρόφιμα, και τα πουλούσε στους μικρομαγαζάτορες και εισέπραττε από αυτούς τα λεφτά. Το κέρδος ήταν περίπου 30%. Την Παρασκευή που ήταν η Κυριακή της Τουρκίας, όλοι οι μεγάλοι αξιωματικοί πήγαιναν το πρωί για να προσευχηθούν στο τζαμί του υπουργείου. Στις εννέα ακριβώς ο πατέρας μου βρίσκονταν στο καζίνο που ήταν ακριβώς απέναντι στο υπουργείο. Εκεί έρχονταν μετά την προσευχή οι ανώτεροι αξιωματικοί. Αρχιζαν τους καφέδες, το τάβλι, τα ούζα τους παρέα με τον πατέρα μου, όλους τους κερνούσε, μετά ήταν το μπλέξιμο. Επρεπε να κάνει παρέα με μερικούς από αυτούς και να γλεντοκοπήσουν ως τα μεσάνυκτα και καμιά φορά ως το πρωί. Γλέντι τούρκικο με τους παντρεμένους μεγάλους αξιωματικούς ήταν η κατάληξη στα αριστοκρατικά πουταναριά της Πόλης. Αυτά τα έξοδα των γυναικών αφαιρούνταν από το λογαριασμό του κέρδους των τροφίμων. Υστερα γινόταν η μοιρασιά στο γραφείο του Αρμένη. Εβγαζε πολλά λεφτά, χαλούσε πολλά λεφτά ο πατέρας μου, Αλλά ζούσε πλούσια. Οταν παντρεύτηκε είχε 2000 χρυσές λίρες στην κάσα του στο σπίτι και πήρε προίκα 300 χρυσές λίρες και ένα διώροφο σπίτι με υπόγειο από κάτω και στο βάθος ένα κήπο γεμάτο φρουτόδεντρα. Η μάνα μου ήταν κόρη του Αναστασίου Συμεών Ιωαννίδη, μαρμαρεμπόρου. Είχε αποφοιτήσει από το Ζάππειο Παρθεναγωγείο, αυτή ήταν η ανώτερη μόρφωση για τα κορίτσια της Πόλης και καλής σειράς της εποχής εκείνης. Το όνομα της Σμαράγδα ή Σμαρώ. Ο πατέρας μου ήταν ένας υψηλός, γερός όμορφος άνδρας, η μάνα μου απεναντίας κοντή. Για να βγάλουν τις νυφικές φωτογραφίες τους, την ανέβασαν πάνω σε ένα σκαμνί. Κουμπάρα η αδελφή του πατέρα μου 8 χρόνια μεγαλύτερη του, Αναστασία Χιντζόγλου και εκείνης ο άντρας λεγόταν Αβραάμ. Ουσιαστική νοικοκυρά του σπιτιού μας ήταν αυτή η νονά μου και θεία μου, δεν είχαν παιδιά, εγώ ήμουνα το παιδί τους, με φώναζαν Αρσλάν (Λιοντάρι). Ο πατέρας μου όταν παντρεύτηκε ήταν 29 χρονών, η μάνα μου 16. Κατοικούσαν όλοι μαζί στο τριώροφο σπίτι του πατέρα μου, της μάνας μου το νοίκιαζε και ήταν το χαρτζιλίκι της. Οταν έγινα δυο χρονών χωρίσανε (σημ τα δύο νοικοκυριά) γιατί του έπεφτε δύσκολο του νονού μου που τον φώναζα Μπουγιούκ μπαμπά, δηλαδή μεγάλο πατέρα, να ξεκινά ως το Γαλατά Σεράι από το οποίο ξεκινούσαν τα αμάξια που πήγαιναν τους μαστόρους στο παλάτι του Σουλτάνου όπου εργαζόταν ως μάστορας μαρμαράς ο νονός μου. Νοίκιασαν ένα σπίτι στον Αγιο Κωνσταντίνο και εκεί ήταν κοντά το Γαλατά Σεράι. Με κανένα τρόπο δεν ήθελα να αποχωριστώ από τους νονούς μου ούτε και εκείνοι το ήθελαν. Ο πατέρας μου μικρός τον είχε μεγαλώσει η αδελφή του, δεν μπορούσε να της χαλάσει το χατίρι. Δίπλα στο σπίτι μας καθόταν δυο Αρμένισες κεντήστρες. Αυτές βοηθούσαν τη μάνα μου, η μια η Βιργκίν αγαπούσε πολύ τη Σμαρώ της, έτσι έλεγε τη μάνα μου, και εγώ ο Αρσλάν ακολουθούσα τους νονούς μου, άλλωστε ότι ζητούσα γινότανε. Το Αηβασιλιάτικο δώρο μου ήταν η μάχη του Βατερλώ. Έφτασε ο νονός μου με ένα μεγάλο κουτί και τέσσερα μικρά, φορτωμένα σε αμάξι, μαζί του και ένας υπάλληλος του Παζάρ Αλεμάν. Ανοιξαν τα κουτιά, ήταν ένας μεγάλος στρογγυλός δίσκος στις τέσσερις άκρες του οποίου ήταν βιδωμένες τέσσερις βάσεις με σούστες και μηχανισμό από κάτω τους. Ανοιξαν τα τέσσερα κουτιά και έβγαλαν από μέσα στρατιώτες, αλόγατα, κανόνια και κάρα. Τα τοποθέτησε ο υπάλληλος το κάθε είδος στις βάσεις του, ύστερα έβγαλε ένα κλειδί και κούρδισε το μηχάνημα που ήταν από κάτω από το δίσκο, πάτησε ένα κουμπί και άρχισε ο πόλεμος. Εγώ κοίταζα με προσοχή τι έκανε ο υπάλληλος ήμουνα δυόμισι χρονών διαβολάκος. Αρχισαν να τρέχουν τα άλογα, να βροντούν κανονιές, να συμπλέκονται στρατιώτες, να ξεφορτώνουν τα κάρα πυρομαχικά, ένα τέταρτο κράτησε αυτή η δουλειά. Υστερα μου είπε η νονά μου: έλα Αρσλάν κούρδισε το να δούμε, ειδ’ άλλως θα το πάρει πίσω ο άνθρωπος που βλέπεις, εννοούσε τον υπάλληλο. Επιασα τα ανακατωμένα μολυβένια παιχνίδια, τα τοποθέτησα στις βάσεις τους, κούρδισα τις σούστες τους, ύστερα κούρδισα το μεγάλο ελατήριο από κάτω και πάτησα το κουμπί. Επιτυχία! Με πήρε η νονά μου, με έντυσε, το αμάξι περίμενε κάτω. Πήγαμε και κάναμε Αη Βασιλείου στο σπίτι του μπαμπά μου. Φυσικά η πρώτη μου δουλειά ήταν να βάλω μπρος το δώρο μου και να τους δείξω τι αξίζω. Πεντέμισι χρυσές είχε δώσει ο νονός μου γι’αυτό το δώρο μου. Είχε πάρε τρεις λίρες μπαχτσίσι από το παλάτι και έβαλε και εκείνος δυόμισι. Να ήταν μόνο τα λεφτά που έδωσε, δεν ήταν τίποτα μπρος τα βασανιστήρια που του έκανα τις νύχτες στο κρεβάτι. Επεφταν μπρούμητα στις άκρες του κεβατιού, τοποθετούσα το δίσκο στις πλάτες τους και άρχιζα να παίζω μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Ασάλευτοι σηκώνονταν οι νονοί μου, μη μου πέσει κανένα μολυβένιο στρατιωτάκι, έμπηζα τις φωνές, έπιανα τα κλάματα. Για να γλυτώσουν από την αϋπνία και τα βάσανα τους φώναξαν μαραγκό και μου έκανε μια βάση για να παίζω. Αλλο ένα κακό γινόταν το πρωί, μέσα σε ένα γυάλινο κουτί μου έβαζαν ένα κομμάτι παντεσπάνι, όταν ξυπνούσα έβαζα το χέρι μου και άνοιγα το κουτί και φυσικά πασαλειβόμουνα χέρια μούτρα από το μέλι, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα αν ξεχνούσαν καμιά φορά. Παντεσπάνι θέλω, ξεφώνιζα, χαλούσα τον κόσμο, έτρεχε η νονά μου στο ζαχαροπλαστείο και μου έφερνε παντεσπάνι και έτσι ησύχαζα. Ουσιαστικά ο χωρισμός του σπιτιού δεν ήταν και τόσον ουσιαστικός. Το καλοκαίρι τέσσερις μήνες μαζί στο Μπουγιούκ Ντερέ για εξοχή, για μπάνιο. Νοίκιαζε ένα σπίτι ο μπαμπάς μου και όταν φεύγαμε το φθινόπωρο το καπάρωνε για το ερχόμενο καλοκαίρι. Ο νοικάρης ήταν πιλότος, καθόταν κάτω, το επάνω πάτωμα δικό μας. Από εκεί ήταν εύκολο και για τον νονό μου, έπαιρνε το βαποράκι και έβγαινε στο Ορτά-κιοϊ, εκεί ήταν το παλάτι του Σουλτάνου. Το βράδυ το ίδιο. Μάλλον δροσιζόταν με το αεράκι της θάλασσας, έπινε τα ουζάκια του παρέα με άλλους και μόνο που έτρωγε και ξάπλωνε. Τον υπόλοιπο χρόνο, κάτι γιορτές, κάτι μουσαφιρλίκια με το τραμ ανεβοκατεβαίναμε ο ένας τον άλλον. Περνούσαν τόσο μονιασμένοι που δεν ακούγονταν το παραμικρό καβγαδάκι στο σπίτι, εκτός από το Σάββατο το πρωί που γύριζε ο πατέρας μου από τα ξενύχτια του με τους ανώτερους αξιωματικούς του Ναυτικού. Του φώναζε η αδελφή του, η γυναίκα σου είναι παιδί ακόμη, που γυρίζεις όλη τη νύχτα, δεν ντρέπεσαι. Τω όντι όταν παντρεύτηκε ο μπαμπάς μου ήταν 31 χρόνων και η μάνα μου 15 χρόνων. (σημ. υπάρχει μια μικρή αναντιστοιχία από προηγούμενη αναφορά στις ηλικίες τους). Ημουν τριών χρόνων όταν ένα πρωί με έχασε η νονά μου. Εβλεπα τα γειτονικά παιδιά που πήγαιναν σε ένα σπιτικό σχολείο (σημ. μάλλον εννοεί ένα ανεπίσημο ιδιωτικό Ρωμαίικο σχολείο, για προετοιμασία για το δημοτικό) λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου και τους ακολούθησα και μπήκα μαζί τους στην κάμαρα και κάθισα στο θρανίο. Η κυρά Αλεξάνδρα ήταν γνωστή της νονάς μου. Με ρώτησε εάν το ξέρει και της απάντησα ναι. Δε με πίστεψε φυσικά και πήρε δρόμο για το σπίτι μας. Ολη η γειτονιά ήταν ξεσηκωμένη από τα κλάματα και τις φωνές της νονάς μου. Το πήραν οι Εβραίοι για να πιουν το αίμα του και να κάνουν Λαμπρή. Υπήρχε τότε μια διάδοση στην Πόλη ότι κάθε χρόνο κλέβουν οι Εβραίοι ένα παιδί και από το αίμα του κάνουν μετάληψη. Την καθησύχασε η δασκάλα και μια βλέπω τη νονά μου να με αρπάζει τρομαγμένη και να με πηγαίνει στο σπίτι. Τρεις μέρες χαλούσα τον κόσμο, έκλαιγα, δεν έτρωγα, κατέβηκαν οι γονείς μου, έγινε συμβούλιο και βγήκε η απόφαση. Μου πήραν τσάντα, πλάκα, κονδύλι και σφουγγάρι. Το πρωί με πήγαινε η νονά μου και το μεσημέρι με έφερνε στο σπίτι. Σε ένα μήνα μέσα είχα μάθει το Αλφαβήτα και το μέτρημα μέχρι το δέκα. Τότε πια και αν ήταν ο κουρδισμός (σημ. μάλλον με τη λέξη αυτή εννοούσε ότι κορδωνότανε) της για τον Αρσλάν της. Πηγαινοερχόμουν πια μόνος. Η κυρά Αλεξάνδρα έστελνε κάθε πρωί ένα παιδάκι από τους μαθητές της με ένα μικρό καλαθάκι και μέσα τυλιγμένο σε χαρτί ένα ασημένιο γρόσι, να τυης ψωνίσει 12.5 δράμια καφέ και 50 δράμια ζάχαρη. Πήγαινα και εγώ μαζί με το παιδάκι παρέα ώσπου ύστερα από τα παρακάλια μου με έστελνε εμένα με τη διαφορά ότι στεκόμουν στην πόρτα ώσπου να με δει να ξεπροβαίνω από τη γωνία με το καλαθάκι στο χέρι. Και αυτή σε λίγο ξεθαρρεύτηκε και πήγαινα πια μόνος μου. Η μάνα μου ήταν έγκυος στο δεύτερο της παιδί. Επρεπε να συγκεντρωθούμε στο σπίτι του μπαμ1πά. Γέννησε το δεύτερο της γιο, τον Κωνσταντίνο. Νονά πάλι η θεία Αναστασία όπως και στα κατόπιν άλλα δύο παιδιά που έκαμε η μάνα. Στο σπίτι μας έλεγε στον πατέρα μου, δεν θέλω πεζεβέγκηδες (σημ. πεζεβέγκης: αυτός που παρακινεί γυναίκες σε πορνεία για οικονομική εκμετάλλευσή τους, ο νταβατζής). Μου φθάνουν οι συγγενείς που έχουμε. Τω όντι, σε κάθε γιορτή δική μας, είτε των συγγενών που είχαμε, τρεις μέρες γινόταν γλεντοκόπι. Συγκεντρώνονταν περί τα 30 άτομα. Εκ μέρους της μάνας μου ήταν μόνο ο παππούς μου ο Αναστάσιος. Καθόταν με τη νύφη του την Καλλιόπη, χήρα του γιου του, και με την εγγονή του και ξαδέλφη μου Μαγδαληνή, δύο χρόνια μεγαλύτερη από εμένα. Είχε από τον άνδρα της ένα σπίτι διώροφο και τσακωνόταν με τον παππού μου όπως έμαθα αργότερα να της κτίσει άλλα δύο πατώματα για να ξεπεράσει το τριώροφο του πατέρα μου και το κυριότερο να εξοικειωθεί τα χρήματα του παππού μου που τη συντηρούσε μην τυχόν όταν πεθάνει έχει μερίδιο και η μητέρα μου από τα λεφτά που θα του βρισκότανε. Είτε μας ζήλευε, είτε μας εχθρευόταν, δεν ακολουθούσε τον παππού μου όταν ερχόταν στο σπίτι μας όπως ήταν υποχρεωμένη να τον συνοδεύει, διότι ήταν καρδιακός. Οι οικογένειες των τριών εξαδέλφων του πατέρα μου ήταν και αυτές εύπορες. Και οι γιορτές των έπεφταν να είναι χειμώνα. Ο ένας εξάδελφος ο Χαράλαμπος ήταν ξυλέμπορος, ο άλλος ο Ιωακείμ ήταν μεγαλομπακάλης και ο τρίτος ο Ιωάννης χαλέμπορος. Είχαν και οι τρεις ωραία σπίτια μεγάλα, φορτωμένα χαλιά όπως και το δικό μας διότι η επίδειξη του πλούτου τότε και τώρα ακόμα με ολιγότερη ένταση βέβαια ήταν ο αριθμός, η ποιότητα και το μέγεθος των χαλιών που είχε στο σπίτι του ο καθένας. Ολων η καταγωγή ήταν από την Καισάρεια. Καραμανλήδες τους έλεγαν οι Πολίτες και οι Πολίτισσες, τους χαρακτήριζαν ως επαρχιώτες. Πάντως, αναγνώριζαν το δαιμόνιον που τους κατείχε ως προς την άνοδο στις εμπορικές τάξεις των Κωνσταντινοπολιτών. Αλληλοϋποστηρίζονταν και βοηθούσε ο πλουσιότερος τον προοδευτικό συμπατριώτη των και τον ανέβαζαν και αυτόν. Οι γάμοι των κατ’ αρχάς γινότανε αναμεταξύ τους με προξενιές, κατόπιν άρχισαν να εισχωρούν και Πολίτισσες οι οποίες στο φανερό έδειχναν πως τους υποτιμούσαν, αλλά όταν τις ζητούσε κανένας καραμανλής τον βουτούσαν διότι ήξευραν ότι πάντα θα είναι σπιτωμένες, φορτωμένες χρυσαφικά και χορτάτες. Ο πατέρας μου ήταν επίτροπος στην εκκλησία μας οι Δώδεκα Απόστολοι και έφορος στο δημοτικό σχολείο. Ο παππούς μου είχε κτίσει στο νεκροταφείο των Ταταύλων, από κει που είναι η καταγωγή της γυναίκας του, ένα μαρμάρινο τάφο με δύο βάθρα με δύο κρύπτες. Λίγες μέρες πριν να τον αποτελειώσει, πέθανε ο γιος του, εκεί τον έθαψε βέβαια, αλλά τα συμβόλαια του παραχωρητηρίου μόλις τον τελείωσε τα μετέτρεψε στο όνομα του πατέρα μου για να μην αντιδράσει η νύφη του όταν ξαναπαντρευόταν. Καλώς προέβλεψε, γιατί μετά τον θάνατο του, η νύφη του και θεία μου ξαναπαντρεύτηκε. Επίσης πρόβλεψε και για το σπίτι του γιου του που πέθανε και ήταν ακόμα στο όνομα του, να περιέλθει στην εγγονή του Μαγδαληνή. Μόλις σαράντησε η μάνα μου πήγαμε πάλι στο Μπουγιούκ Ντερέ στην εξοχή μας. Αυτή τη φορά πήρανε και τη γειτόνισσα μας την Περούζ, αδελφή λεύτερη της Βεργκίν για να υποβοηθά τη μάνα μου στη λάτρα του μωρού της και συντρόφισσα της. Οταν κάναμε εκδρομές στα διάφορα εξοχικά κέντρα με τους δασωμένους κήπους και τα υπέροχα νερά που ανάβλυζαν από φυσικές πηγές και σχηματίζοντας σιντριβάνια, πέφτανε στις χαβούζες των. Ονομαστά εις αυτά όπου συγκεντρώνονταν το καλοκαίρι οι Πολίτες, όλοι γλεντζέδες, εύποροι, μεσαίοι, φτωχός Ρωμιός δεν υπήρχε την εποχή εκείνη, το Χιονγκάρ, το Τσιρτσίρ, το Κεστανέ, το Καμπούρ και όταν ήθελαν τριήμερη εξόρμηση πήγαιναν στα Τέμπη. Εκεί τα κέντρα είχαν άφθονες ψάθες, κιλίμια, σετσετέδες. Τη νύχτα ξάπλωναν κάτω από τις πελώριες καστανιές, παρέες σχηματίζονταν, χόρευαν με λατέρνες, βιολιά και άλλα μουσικά όργανα. Ηταν η εποχή της φτωχομάνας, έτσι λεγόταν η Πόλη. Οσο για τα προάστια του Βοσπόρου, ανατολικά, δυτικά, όλα ήταν μαγεία. Σ’ αυτά πήγαιναν με βάρκες είδος γόνδολας, με βαποράκια η με τα ακτοπλοϊκά βαπόρια. Το Σαββατοκύριακο η Πόλη προπάντων άδειαζε. Οι τέσσερις Πριγκιπόννησοι βαλμένοι γύρω από τον Μαρμαρά στο στόμιο του Αστακηνού κόλπου (σημ. ο κόλπος της Νικομήδειας) με τα πεύκα τους να ξεκινούν από τις κορυφές των νησιών και να φθάνουν μέχρι τη θάλασσα. Δικαίως λεγόταν η βασιλίς των πόλεων η Κωνσταντινούπολη. Το φθινόπωρο ο καθένας μας στο σπίτι του, εγώ στο σπιτικό σχολείο προόδευα. Ηρθε ο χειμώνας. Για τον Αη Βασίλη δώρο του νονού ένα μικρό γραφείο και εικονογραφημένα παραμύθια. Ηρθε το καλοκαίρι. Για του Ευαγγελισμού ο νονός μου, μου αγόρασε μια μπλε φορεσιά, σακάκι, μακρύ παντελόνι, κασκέτο με κεραμίδι,, παπούτσια. Από το λαιμό κρεμόταν ένα άσπρο κορδόνι που κατέληγε αριστερά σε ένα ψεύτικο χρυσό ρολόι καρφιτσωμένο πάνω στο σακάκι. Το πρωί του Ευαγγελισμού με έντυσε η νονά μου και επειδή ήθελε να ντυθεί και εκείνη, με έστειλε να πάω στη φιλενάδα της τη Χαρίκλεια. Θα περνούσε να πάνε μαζί στην εκκλησία, είχε και εκείνη ένα γιο λίγο πιο μεγάλο από μένα. Ανέβηκα ένα ανηφοράκι και βρέθηκα στον ίσιο δρόμο, εκεί ήταν το σπίτι της Χαρίκλειας. Προσπέρασα το σπίτι της και έφτασα στο Γαλατά Σεράι που παίρναμε το τραμ για να πάμε στο σπίτι του πατέρα μου. Εχοντας δεξιά μου τη γραμμή του τραμ, βάδιζα πάνω στο πεζοδρόμιο με σκοπό να πάω στο σπίτι και να δείξω τη φορεσιά την καινούργια στη μάνα μου. Οσοι με έβλεπαν στο δρόμο φαντάζονταν ότι ξωπίσω μου ερχόταν κάποιος δικός μου φυσικά διότι βάδιζα σοβαρός, ούτε ανήσυχος, ούτε να κλάψω. Τρεις ώρες περπατούσα ώσπου έφτασα στο σπίτι μας λίγο κουρασμένος. Μόλις με είδαν κάτι γειτόνισσες άρχισαν να φωνάζουν: νάτος κυρά Σμαρώ έρχεται. Δύο φορές είχε λιποθυμήσει η μάνα μου. Τι είχε γίνει; όταν πήγε η νονά μου και δε με βρήκε στο σπίτι της Χαρίκλειας δεν περιγράφεται. Πήγαν στην Αστυνομία, άρχισαν τα τηλεφωνήματα, ειδοποίησαν τον πατέρα μου, πήρε αμάξι, κατέβηκε στη νονά μου εκεί που περίμεναν ότι θα γυρίσω φυσικά όταν πεινάσω, όταν κουραστώ, εκτός εάν με πάτησε κανένα αμάξι, χίλιες υπόνοιες, κλάματα η νονά μου, ήρθε το τηλεφώνημα ότι ήμουνα στο σπίτι μας. Οι Αρμένισσες με γλύτωσαν από το ξύλο που θα έτρωγα, με έκρυψαν στο σπίτι τους. Οταν έφτασε ο πατέρας με τη νονά μου, τους είπε η μάνα μου ότι ήμουνα με τις Αρμένισσες. Ανοιξε την πόρτα, ξεφώνιζε ο πατέρας μου, Βεργκίν! Τον καθησύχασαν από μέσα ότι θα τρομάξει το παιδί, εδώ είναι, να’ το, με πήγανε στο παράθυρο και με έδειξαν, τί έκαμα έλεγα εγώ ατάραχος, ήθελα να σας δείξω τα ρούχα που μου πήρε ο μπουγιούκ μπαμπάς. Αποτέλεσμα, ξενοίκιασαν το σπίτι και κουβαλήθηκαν στο δικό μας, ούτε ποτέ ξαναχώρισαν. Μόνο που ο νονός μου κατέβαινε με αμάξι στο παλάτι. Είχαμε έναν αμαξά γνωστό μας, κάποτε ο πατέρας μου του είχε δώσει λεπτά για να αλλάξει τα άλογα του. Του τα έδωσε πίσω ύστερα από ένα χρόνο, αναγνώριζε το καλό που του είχα κάνει. Η μάντρα του ήταν στα μονατσίρικα (σημ. ?) περνούσε κάθε πρωί και πήγαινε εκεί που ήταν η πιάτσα του στο Οσμάν Μπέη. Από κει ήταν ένας κατήφορος μονός για το παλάτι, έπαιρνε το νονό μου το πρωί και τον έφερνε το βράδυ. Του έδινε κάτι, αλλά τώρα είχε κέρδος που δεν πλήρωνε ενοίκιο και έτσι βολεύτηκαν και οι νονοί μου που ήταν απαραίτητοι στο σπίτι μας γιατί αρχικαπετάνισσα ήταν η νονά μου. Μαγείρευε περίφημα, επί πλέον ο Σουλτάνος κάθε Πέμπτη δώριζε στους πρωτομαστόρους ένα ταψί ή γλυκό ή φαγητό από την ιδιαίτερη κουζίνα του. Ηταν και ο ίδιος ο Σουλτάνος ένας καλός σχεδιαστής και αλλοίμονο σε εκείνον που θα κακομιλούσε στους μαστόρους του. Το ταψί αυτό ζύγιζε 4 οκάδες, τώρα φανταστείτε φαγιά, γλυκά παλατιανά. Τρεις φορές πήρε άδεια ο νονός μου και με σεργιάνισε, Παρασκευή βέβαια όλο το παλάτι του Ντολμά Μπαχτσέ, το Γιλδίζ λεγόμενο δηλαδή Αστρο, γιατί σε αυτό πρωτοέγινε ηλεκτρική εγκατάσταση από τους Ιταλούς. Επίσης και τα γλυπτά τα αγάλματα είναι φτιαγμένα από Ιταλούς καλλιτέχνες. Τρία παλάτια φημισμένα υπήρχαν τότε στον κόσμο. Το Κρεμλίνο της Ρωσίας, των Βερσαλλιών στη Γαλλία και το Γιλντίζ στην Τουρκία. Την τελευταία φορά που με πήγε ο νονός μου ήμουν 9 χρονών. Ο Λαλάς ο αρχιευνούχος του παλατιού επειδή λόγω της Παρασκευής έλειπαν στο τζαμί για να προσευχηθούν οι χανούμισσες με πήρε από το χέρι και με σεργιάνισε αυτό το τμήμα του παλατιού. Η χλιδή που είναι σκορπισμένη εκεί μέσα είναι εκθαμβωτική, προπάντων οι λουτρώνες των πριγκιπισσών. Τώρα είναι μουσείο, αξίζει τον κόπο να πάει να το επισκεφτεί κανείς όταν βρεθεί στην Πόλη. Πέντε χρονών γράφτηκα στο Δημοτικό σχολείο του Φερίκ-κιοι, έτσι λεγόταν η κοινότης αυτή της Πόλης. Ητανε τετρατάξιο και για τα πρωτοεισαγόμενα παιδιά είχε το νηπιαγωγείο, Δηλαδή φοίτηση 5 χρόνια. Οταν απολύθηκα, γράφτηκα 10 χρονών στο σχολαρχείο των Ταταύλων. Εκείνο ήταν επτατάξιο.
επόμενη σελίδα 2. Τα εφηβικά χρόνια του Θόδωρου, μέχρι που κηρύχτηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.
|