|
(3. Ο Θόδωρος μπαίνει στη Ναυτική Επαγγελματική Σχολή).
Την επόμενη μέρα γίνηκε μια επιτροπή γονέων και παρουσιάστηκε στη Γενική Διοίκηση. Εκαναν μια αναφορά, επικύρωσε ο Γενικός τις υπογραφές για να σταλεί στο Γενικό Επιτελείο, ελάτε σε 15 ημέρες να πάρετε την απάντηση τους είπε, θα ενεργήσω και εγώ. Ηλθε το μεσημέρι ο πατέρας, μας είπε τις ενέργειες τους. Στις 4 φεύγει το βαπόρι για την Αρετσού, πήγαινε στη νονά σου μου είπε, αν έχουμε καμιά είδηση θα έρθω να σε πάρω. Μου έδωσαν χαρτζιλίκι, πήρα το βαλιτσάκι μου και στις 9 ήμουν στο σπίτι της νονάς μου. Βρε τι κλάματα ήταν εκείνα της νονάς μου, θαρρείς και μάντεψε τη συνέπεια αυτής της κακοτυχίας μου. Ύστερα άρχισε τις κατάρες και ξεθύμανε. Της έμπηξε τις φωνές ο νονός μου, το παιδί ήλθε να γλεντήσει λιγάκι και εσύ το στεναχώρησες πιο πολύ. Την άλλη μέρα με πήρε ο νονός μου και με σεργιάνισε το εργοστάσιο, το μεσημέρι με έφερε στο σπίτι και γύρισε στη δουλειά του. Περνούσα περίφημα, ούτε σχολείο για να διαβάζω τα βράδια πια. Ημουν 16 ετών. Το απόγευμα ήρθε μια γειτόνισσα με την κόρη της να κάνει συντροφιά της νονάς μου. Η κυρά Δέσποινα, ο άντρας της ήταν ψαράς, είχε καΐκι δικό του. Τη μοναχοκόρη τους την έλεγαν Στυλιανή και ήταν 15 χρονών, νοστιμούλα, τσαχπίνα. Τα βράδια, ο νονός μου με τον Αχιλλέα τον πατέρα της έπιναν τα ούζα τους, πότε σε μας, πότε στο σπίτι τους. Απόψε θα τα κοπανούσαν στο δικό μας γι’ αυτό είχε έλθει και η κυρά Δέσποινα. Το βράδυ στρώθηκε το μεζεκλίκι και άρχισαν να πίνουν οι γέροι, οι γριές κουβέντιαζαν. Πήγα και πήρα το βιβλίο μου και πέρασα στο διπλανό δωμάτιο όπως μας είχαν συμβουλέψει οι καθηγητές μας. Πέρασε λίγη ώρα και ήλθε η Στυλιανή. Για να δω καλέ, τι διαβάζεις; Α! Γαλλικά! Ναι της είπα, εσύ ξέρεις Γαλλικά; Που να τα μάθω, εδώ δεν διδάσκουν Γαλλικά. Για διάβασε φωναχτά να δω. Διάβασα φωναχτά αλλά όπως καθόταν δίπλα μου έσκυψε και μου είπε, μάθε μου και εμένα Γαλλικά, τι ωραία που είναι. Μα δεν έχω αλφαβητάριο, πως θέλεις να στα μάθω; Να, γράφε τα και λέγε μου τα μου είπε η διαβόλισσα. Μπήκε η κυρά Δέσποινα μέσα, έλα πάμε είναι αργά. Μητέρα ο Θοδωρής θα μου μάθει Γαλλικά. Για Γαλλικά είσαι εσύ ή για παντρειά, έλα πάμε. Καλέ, πες του να ‘ρθει αύριο σε μας, τι τρόπος είναι αυτός; Με κάλεσε η κυρά Δέσποινα, έλα Θοδωρή μου είπε. Πήγα το πρωί και αρχίσαμε τα Γαλλικά, τώρα ποιος ποιάνε πρωτοφίλησε, σάμπως ήτανε και κανείς εκεί που ήτανε και η σόμπα. Σε λίγες μέρες άρχισαν και οι χειρονομίες. Πότε σε εμάς, πότε σε εκείνους, έξω χιόνιζε, που έπρεπε να πάμε θα κρυώσουν τα παιδιά έλεγαν οι γριές. Πάντως εγώ άρχισα να ξεχνάω τα Γαλλικά, μάθαινα άλλα πράγματα. Τις Απόκριες ήλθε η μάνα μου με τα αδέλφια μου, μαζί τους και η Περούζ. Κάτσανε 15 μέρες, του Ευαγγελισμού ήλθε ο μπαμπάς το πρωί και το βράδυ φύγαμε για την Πόλη όλοι μαζί και η νονά μου για λίγες μέρες, ήθελε να ψωνίσει κάτι για το σπίτι τους. Εν τω μεταξύ είχε στείλει γράμμα στο σπίτι μας ο διευθυντής του σχολείου μας με τον αμαξά του. Τον πληροφορούσε ότι ο πόλεμος θα διαρκέσει άλλα τρία χρόνια και έπρεπε να φροντίσει για μένα όπως καταλάβαινε εκείνος. Η αίτηση είχε απορριφθεί, με τη διαφορά ότι το Γενικό Επιτελείο είχε αποφασίσει για όσους εργάζονταν στη Ναυτική Επαγγελματική Σχολή να θεωρηθούν ως απαλλαγμένοι πάσης εις το μέλλον στρατιωτικής υποχρεώσεως, καθότι θα εθεωρούντο κανονικώς κληρωθέντες και εκτίσαντες τη στρατιωτική τους θητεία. Φεύγοντας από τη Σχολή θα έπαιρναν το απολυτήριο τους. Αυτό το ευεργέτημα ήταν φυσικά Γερμανική υπόδειξη. Αλλά όταν γινόμουν 20 χρονών δεν θα πήγαινα δύο και καμιά φορά τρία χρόνια όπως συνήθιζαν να κάνουν οι Τούρκοι. Ο πειρασμός αυτός και η πεποίθηση ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε άλλα τρία χρόνια, έσπρωξαν τον πατέρα μου αφού πρώτα με ρώτησε αν θέλω, και είπα θέλω, μπακάλης δεν γίνομαι, να κατεβεί την επομένη στο Κασίμ Πασά όπου ήταν το Υπουργείο των Ναυτικών και λίγο πιο πέρα η Τεχνική Σχολή, να βρει κάποιον αξιωματικό από τους φίλους του, να μάθει θετικά αν ήταν βέβαιο το ζήτημα του Στρατιωτικού που μας ενδιέφερε. Γύρισε το μεσημέρι με αμάξι και μου είπε, αύριο θα πάμε να γραφτείς γιατί στο εξής δεν θα προσλαμβάνονται μη μουσουλμάνοι. Τροφοδότης της Σχολής ήταν ένας Πλωτάρχης Ρεμζή Μπέης, φίλος του πατέρα μου από αυτούς που έκανε παρέα τα ξενύχτια τους τις Παρασκευές. Το πρωί πήγαμε με αμάξι, είχε ετοιμάσει ένα μεγάλο κουτί η μάνα μου Μέσα είχε ένα μπουκάλι κολόνια Σουλτανιέ, 12 σαπούνια μυρωδάτα για τον Μπέη και μια μαντήλα μεγάλη μεταξωτή με χρυσά σιρίτια για τη χανούμισσα του, από αυτές που κεντούσαν για το παλάτι οι Αρμένισσες γειτόνισσες μας. Μπήκαμε στη Σχολή, μας περίμενε ο Ρεμζή Μπέης. Κέρασε καφέ τον πατέρα και λουκούμι το γιο του. Του πρόσφερε και ο μπαμπάς το κουτί λέγοντας αν επιτρέπεται. Φυσικά επιτρεπόταν διότι τα λεφτά που έκανε τζίρο τότε ο Αβραάμ εφέντης, νόμιζαν πως είναι δικά του και όχι του Αρμένη συνεταίρου του. Φώναξε έναν υπαξιωματικό και του είπε αυτό το παιδί δικό μας είναι και να τον γυρίσεις σε όλα τα τμήματα και να τον φέρεις μαζί σου εδώ. Πήρα σβάρνα τα τμήματα της Σχολής. Ολες οι τέχνες εκεί μέσα. Εντύπωση μου έκανε ένα τμήμα στο ισόγειο. Εβλεπα σχέδια προπέλας, μηχανήματα διάφορα που γινόταν μοντέλα από ξύλο για να παν να τυπωθούν στα χυτήρια. Στους πάγκους εργάζονταν μαραγκοί. Εδώ θέλω είπα του συνοδού μου. Φώναξε τον αρχιτεχνίτη, με ρώτησε πως με λένε, από που είμαι, του αράδιασα τη γενεαλογία μου διότι κατάλαβα από την προφορά του ότι ήταν καραμανλής. Λεγόταν Ισαάκ Τοπάλογλου. Βρε μου είπε, το ξέρεις, ο πατέρας μου και εμένα είναι από το χωριό του πατέρα σου, έλα εδώ, θα κάνουμε παρέα καλή. Πήγα στο γραφείο με τον υπαξιωματικό και τους είπε ότι διάλεξε το παιδί το τμήμα των μοδελάδων. Με πήρε ο Ρεμζή Μπέης στη γραμματεία της σχολής και υπέγραψα το χαρτί που μου έδωσαν, ότι είχα πλέον στρατευτεί εθελοντικώς, κλπ. Από αύριο θα πιάσεις δουλειά μου είπε ο Γερμανός διοικητής της σχολής. Χαιρέτησα στρατιωτικά και φύγαμε με τον πατέρα μου με το ίδιο αμάξι που μας περίμενε. Ετσι ανοίχτηκε ένας καινούριος δρόμος ζωής για μένα. Τα ένδεκα χρόνια μελέτης πήγαν χαμένα. Δεν επρόκειτο να γίνω αρχιτέκτων, επρόκειτο να γίνω ξυλουργός τεχνίτης. Αυτό που λένε ότι παθαίνει κανείς το παθαίνει από το κεφάλι του, δεν ήταν στην περίπτωση τη δική μου. Το κεφάλι το δικό μου ήταν γερό και πολύ ξύπνιο, άλλωστε αυτό φάνηκε ύστερα από τρεις μήνες που φοιτούσα ή μάλλον εργαζόμουν στο τμήμα μοδελάδων της σχολής. Αυτή η τέχνη είναι και θα είναι η πρώτη από όλες τις τέχνες του κόσμου. Ενα καινούριο μηχάνημα που θα σχεδιαστεί από τον μηχανολόγο ή μηχανικό εφευρέτη, θα το παραλάβει ο μαραγκός, θα το κολλήσει σε ένα πίνακα που είναι καρφωμένος στον τοίχο πάνω από τον πάγκο του και είτε είναι μονοκόμματο είτε αποτελείται από διάφορα εξαρτήματα θα το κατασκευάσει ξύλινο. Οταν ετοιμαστεί αυτό το καλούπι θα το εξετάσει ο Αρχιμηχανικός του εργοστασίου για να εξακριβώσει εάν αυτό που είναι σχεδιασμένο στο χαρτί έχει επιτύχει στο πρωτότυπο που έχει κάνει ο μαραγκός. Μπορεί αν έχει αμφιβολίες για την αντοχή του θώρακα στην πίεση του ατμού, να υποδείξει στον μαραγκό να προσθέσει λίγο πάχος εκεί που έχει αμφιβολίες σημαδεύοντας το μέρος εκείνο με κόκκινο μολύβι. Αμέσως ο μαραγκός πρέπει να συμμορφωθεί στην υπόδειξη του μηχανικού. Τότε, αν είναι εντάξει θα το πάει στα χυτήρια να τυπωθεί στην άμμο και να χυθεί ή ως μαντέμι ή ως αλουμίνιο κλπ. Από κει και πέρα ο μαραγκός δεν έχει καμία ευθύνη για την επιτυχία του μηχανήματος. Η ευθύνη πλέον είναι εις βάρος του σχεδιαστού. Με αυτό το καλούπι που έκανε ο μαραγκός μπορεί να τυπωθούν πολλά μηχανήματα. Αρχή κινήσεως είναι αυτή η τέχνη, γι’ αυτό έχει πάντοτε και το μεγαλύτερο μεροκάματο. Οταν έπιασα δουλειά μου έδωσαν δύο φόρμες, μια άσπρη και μία μπλε. Τα ρούχα που θα φορούσα ως ναυτικός τα έδωσα στο ράφτη της σχολής να μου τα διορθώσει γιατί ήταν μεγάλα μου. Το πρωί έπαιρνα το τραμ και κατέβαινα στο Τεπέ Ουστού, ένας κατήφορος και να’ μαι στη Σχολή. Το βράδυ τα ίδια, τον ανήφορο και με το τραμ στο σπίτι μου. Μεσημεριανό φαγητό δεν έτρωγα από τη σχολή είχε χάλια. Το ψωμί που μου έδιναν το χάριζα στον κάλφα μου δηλαδή σ’ αυτόν που ήταν μάστορας μετά το αρχιτεχνίτη μας, το μάστρο Ισαάκ. Την Παρασκευή δεν δουλεύαμε αργότερα επειδή έφερα χαρτί από την εκκλησία μας που πιστοποιούσε ότι έψελνα στην εκκλησία μας και φυσικά ήταν και χατίρι του μπαμπά που γινόταν η εξαίρεση αυτή μόνο για μένα, δεν εργαζόμουν και τις Κυριακές. Παρακεί με άφηναν και το Σάββατο και έτσι έφευγα Πέμπτη βράδυ και πήγαινα Δευτέρα πρωί. αλλά με ένα τρακοσάρικο (σημ. 300 δράμια, περίπου 960 ml) μπουκάλι ρακί «Ομούρεζα» που το ρουφούσε ο Γερμανός διοικητής και ο Ρεμζή πασάς. Τα σαράντα γρόσια που έπαιρνα ήταν καλό χαρτζιλίκι μου έδιναν και οι γονείς μου καμιά λίρα την εβδομάδα και έτσι καλοντυμένος με το Γερμανικό πάσο που είχα στην τσέπη μου κυκλοφορούσα άφοβα στης Πόλης τα σοκάκια διότι κάθε τόσο γινόταν μπλόκα από στρατιωτικούς που έλεγχαν τις ταυτότητες του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ στους Γερμανούς της Πόλης είχαν προστεθεί Αυστριακοί και Βούλγαροι, διότι από την Πόλη στέλνονταν οι στρατιώτες που έρχονταν από τις επαρχίες για το μέτωπο που ήταν τότε η χερσόνησος της Καλλίπολης που υπεράσπιζαν τα Στενά του Τσανάκ Καλέ για να αντικρούσουν τους εισβολείς κατά ξηρά και θάλασσα. Ο πληθυσμός της Πόλης είχε διπλασιαστεί, ενώ τα τρόφιμα άρχισαν να λιγοστεύουν, διότι τα απορροφούσε η Γερμανία για να συντηρεί τον στρατό του Δυτικού Μετώπου που ξεκινούσε από το Βέλγιο και έφτανε μέχρι την Τεργέστη, σχεδόν από τη Βόρεια θάλασσα μέχρι τη Μεσόγειο. Το 1916 προσχώρησε και η Ελλάς στον πόλεμο εναντίον των Τούρκων κυρίως διότι όλα τα νησιά του Αιγαίου τα έκαναν βάσεις ανεφοδιασμού οι Αγγλοι. Από την αρχή του Πολέμου ο Βασιλιάς των Ελλήνων Κωνσταντίνος διαφωνούσε προς τον πρωθυπουργό Βενιζέλο ο οποίος ήθελε να συμμαχήσει με τους Αγγλογάλλους οι οποίοι του είχαν υποσχεθεί να παραχωρήσουν τη Σμύρνη μετά του Νομού της και τη Δυτική Θράκη στην Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος γερμανόφιλος και ο Βενιζέλος αγγλόφιλος, δύο χρόνια αντιδρούσαν ο ένας στον άλλον, η Αθήνα είχε διαιρεθεί σε δύο παρατάξεις και αυτές είχαν μεταβληθεί σε πεδίο πολιτικών αντεγκλήσεων. Συλλαλητήρια, ξυλοδαρμοί και μερικοί φόνοι, εντός ολίγου θα ξεσπούσε εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Τότε ο Βενιζέλος κατέφυγε με πολλούς οπαδούς και βουλευτές του κόμματος του στη Θεσσαλονίκη όπου τον συνέδραμαν και οι κάτοικοι της πόλης και των περιχώρων και σχημάτισε κυβέρνηση. Δημιουργήθηκε τότε ο στρατός της Εθνικής Αμύνης. Ανώτεροι Αξιωματικοί τότε ήταν ως επί το πλείστον Κρήτες Βενιζελικοί. Οι Γάλλοι τους παραχώρησαν όπλα, κανόνια κλπ. και τότε ο στρατός της Εθνικής Αμύνης ξεκίνησε και κατέλαβε την πρωτεύουσα ενώ ο Γαλλικός στόλος είχε αποκλείσει τον Πειραιά και είχε αποβιβάσει στο Φάληρο αγήματα πεζοναυτών και κατέλαβε το γύρω της Ακροπόλεως πεδίον. Απομονώθηκε ο Κωνσταντίνος. Αμέσως η Ελλάς κήρυξε τον πόλεμο κατά των συμμάχων και έτσι δημιουργήθηκε το μέτωπο της Θράκης από Γαλλοελληνικά στρατεύματα. Αυτό το μέτωπο ήταν μια σοβαρή απειλή να διακοπεί η συγκοινωνία Βερολίνου - Κωνσταντινούπολης. Οι Τούρκοι άρχισαν τότε να επιστρατεύουν από 15 έως 55 χρόνων. Ανάλογα και οι σύμμαχοι των Γερμανών, Αυστριακοί, Βούλγαροι. Αρχισε τότε μια προπαγάνδα εναντίον των Ρωμιών της Τουρκίας. Ετσι ήσαν σίγουροι οτι θα κέρδιζαν τον πόλεμο αν όχι στην Πόλη, αλλά στις επαρχίες της Μικράς Ασίας. Οπου υπήρχαν αξιόλογες κοινότητες Ρωμιών θα άρχιζαν οι λεηλασίες και οι εξοντώσεις. Αλλά ήδη οι σώφρονες από τους Τούρκους και φυσικά οι παλαιότεροι που ήσαν εναντίον του καθεστώτος όχι μόνο δεν επηρεάστηκαν από την εναντίον των Ρωμιών προπαγάνδα, αλλά μυστικά καθησύχαζαν τους Ρωμιούς των επαρχιών γιατί προέβλεπαν εκεί ήτταν της Τουρκίας. Οι μεγάλοι αξιωματικοί φίλοι του πατέρα μου, του έλεγαν στο μεγάλο καζίνο του Παγκάλτι, το Εθνικόν, όπου συγκεντρώνονταν τα βράδια, πίναν τα ούζα τους και πολιτικολογούσαν, φυσικά πάντα κεραστής ο Αβραάμ εφέντης. Εμάς η συμμαχία αποτελείται από ένα λιοντάρι, τον Γερμανό, από ένα κουτσό, τον Αυστριακό, από ένα κουφό, τον Βούλγαρο και από ένα κορόιδο, εμάς τους Τούρκους. Πόσο ημπορεί να αντέξει ένα λιοντάρι μόνο του; δεν ημπορεί, θα το φάνε οι τίγρηδες. Πάντως εμάς η θέση μας ήταν σε καλύτερη μοίρα από άλλους Ρωμιούς. Ο νονός και η νονά στην Αρετσού όλοι Ρωμιοί και παλληκαράδες και με φιλικές σχέσεις με τα γύρω τουρκοχώρια, ήταν ασφαλείς, εν ανάγκη θα έφευγαν από την Αρετσού και θα ερχόταν σε μας. Η δική μου θέση ως ναύτης και τουρκομαθής ήταν σίγουρη από κάθε ενόχληση. Είχα το γερμανικό πάσο στην τσέπη. Οσο για τον πατέρα μου, εκτός από τρία επεισόδια, το ένα σοβαρό, τα δύο μάλλον ενοχλητικά, λόγω του ότι ανήκε ως μέλος του ιθύνοντος κόμματος αφ’ ενός και το σπουδαιότερο η αγάπη και η φιλία, ακόμη και ο σεβασμός που είχε από όλους τους Τούρκους της κοινότητας μας, τον εξασφάλισαν μέχρι το τέλος του πολέμου από κάθε ενόχληση. Ο αδελφός μου ο Κώτσος 14 ετών τότε έδειχνε σαν και μένα που ήμουν τρία χρόνια μεγαλύτερος του. Βοηθούσε στο μαγαζί τον πατέρα μου ήταν δε και συνάμα ο παλληκαράς της γειτονιάς μας. Αλλοι τον απέφευγαν, άλλοι τον φοβόταν γιατί είχε ένα και μοναδικό όνομα, ο τρελοκώτσος ο γιος του Αβραμάκη. Ητανε σβέλτος, γερός, όμορφος παίδαρος. Κάθε τόσο, με το παραμικρό καυγάδιζε όταν του πατούσαν τον κάλο. Είχε μια συμμορία από Ρωμιόπαιδα και αυτά τρελά σαν τον αρχηγό τους. Στη μία τσέπη τους είχαν στρογγυλές πέτρες, στην άλλη μια σφεντόνα. Αν κοτούσαν από άλλους μαχαλάδες να τους πειράξουν μορταρίες, αρχινούσαν ένα τέτοιο πετροπόλεμο που έσπαγαν κεφάλια και αν τρύπωναν σε κανένα σπίτι, έσπαζαν και μερικά τζάμια. Ο Αβραμάκης πλήρωνε και τα περνούσαν καινούργια. Η μάνα μου όταν νύχτωνε γιόμιζε μια τσάντα τρόφιμα και πήγαινε στις παράγκες και τα μοίραζε στους Τατάρους πρόσφυγες, καμιά φορά τους αγόραζε και φάρμακα. Ηταν όμως και αυτοί εντάξει, όταν πήγαινε σε μια παράγκα που είχε τρόφιμα, την οδηγούσαν σε άλλη που δεν είχανε. Οταν γύριζε για το σπίτι, πάντα ένας την ακολουθούσε από πίσω, για να μην την πειράξει κανένας αλήτης. Ο πατέρας μου μιλιά δεν έβγαζε, την άφηνε να κάνει ότι ήθελε, μόνο που της έλεγε γιατί δεν πάς μέρα, νύχτα διατρέχεις κίνδυνο, πόλεμος είναι, στρατιώτες από επαρχίες τριγυρίζουν τη νύχτα για κλεψιές. Εγώ δεν θέλω να ξέρει άλλος τι κάνω, του απαντούσε. Αρχισε να την παρακολουθεί ο Κώτσος κρυφά. Το 1917 η Αμερική μπήκε στον πόλεμο εναντίον των συμμάχων. Απέκλεισε τη Γερμανία στον εφοδιασμό από τα Σκανδιναβικά κράτη και τότε πλέον άρχισε να καταφαίνεται η τελική καταστροφή της Γερμανίας και των συμμάχων της. Αυτό συντέλεσε εις τον περιορισμό της διανομής των τροφίμων. στην Κωνσταντινούπολη. Τότε συνέβη το πρώτο επεισόδιο εναντίον του πατρός μου. Ο Καλλίνικος, ο αιωνίως αντίπαλος του για να τον εκδικηθεί που τον είχε βγάλει από μουκτάρη και τα χαστούκια που του είχε δώσει μες τη μάντρα, παρότρυνε ένα Τούρκο Μουσταφά Μπέη, μάλλον και αυτός μέλος του κόμματος, να ενεργήσει μια και ο πατέρας μου ως Ρωμιός ήταν πλέον αντιπαθής, επειδή η Ελλάς εμάχετο εναντίον της Τουρκίας, να πάρει τα δελτία διανομής τροφίμων από τον πατέρα μου και να τα δώσουν στον Μουσταφά Μπέη. Επειδή πια είχε επικρατήσει ολότελα η στρατοκρατία στην Πόλη, κατέφυγε σε ένα ανώτερο αξιωματικό του πεζικού, Ορχάν εφέντη, συνταγματάρχη και πέτυχε εκείνο που ήθελαν, με τη διαφορά ότι έπρεπε να πάει να βρει τον Ιρφαν Μπέη, τον πρόεδρο του κόμματος της περιφέρειας μας, ο οποίος ήταν επικεφαλής των διανομών, να του επιβληθεί με το κύρος του ως ανωτέρου αξιωματικού, να πάρει τα δελτία από τον πατέρα μου το Ρωμιό και να τα δώσει στον Μουσταφά Μπέη, τον Τούρκο. Ο Καλλίνικος θριάμβευε αλλά ο πονηρός αφού τους έφερε αμάξι να πάνε στο Σύλλογο και να γυρίσουν να μάθει τα αποτελέσματα, προφασίστηκε ότι είχε ραντεβού με έναν Πασά και έφυγε. Εγινε μεγάλη φασαρία στο Σύλλογο, ο Αξιωματικός επέμενε, ο πρόεδρος αρνιόταν ώσπου του είπε αυτό είναι πολιτικό ζήτημα, δεν είναι στρατιωτικό. Προσβλήθηκε ο στρατοκράτης και του πέταξε κατάμουτρα του Προέδρου, πόσα λεφτά σου δίνει ο γκιαούρης (άπιστος Ρωμιός) και τον υπερασπίζεσαι έτσι. Αυτοί είναι εχθροί μας και θα σε αναφέρω στον Στρατιωτικό Διοικητή, θα σε στείλει εξορία. Ετοιμοι να αρπαχτούν, χώθηκαν ανάμεσα τους τα μέλη του Συλλόγου και ο αντιπρόεδρος πρότεινε τον εξής συμβιβασμό: Το ψωμί να το μοιράζει ο Μουσταφά Μπέης και τα τρόφιμα ο Αβραάμ εφέντης. Επειτα βλέπουμε κύριε Συνταγματάρχα τι θα γίνει, είπε στον στρατοκράτη. Το βράδυ που αντάμωσαν στο καζίνο τον πήρε ο Ιρφαν Μπέης τον πατέρα μου και τον πήγε στην αίθουσα του μπιλιάρδου και του είπε τα διαπραχθέντα. Στην πραγματικότητα αυτοί είναι οι ουσιαστικοί κυβερνήτες της Πόλης, αυτοί πολεμούν, αυτοί σκοτώνονται. Εγώ ότι μπορούσα έκανα για σένα φίλε Αβραάμ. Τον ευχαρίστησε, πέρασαν στο καζίνο και με άλλους παρέα γλέντησαν. Φυσικά ο μπαμπάς μου κατάλαβε από ποιον έρχονταν οι ραδιουργίες αυτές. Το πρωί είπε στους Λαζόπουλους να πουν στον κόσμο ότι στο εξής μόνο τα τρόφιμα θα μοιράζονταν εδώ. Το ψωμί θα το παίρνανε από αλλού, ρωτήστε την Αστυνομία. Δε χρειάστηκε η ειδοποίηση, τη νύχτα κάποιος κόλλησε στη γωνία του σπιτιού μας ένα χαρτί. που έγραφε Ελληνικά και Τούρκικα, ότι το ψωμί θα μοιράζεται στο εξής, στου Καλλίνικου το σπίτι. Το διαβάσανε όσοι έρχονταν και εντός ολίγου άρχισαν οι βλαστήμιες και οι κατάρες από τις Τουρκάλες και τους πρόσφυγες ως επί το πλείστον. Ακούς εκεί, ερχόμασταν εδώ, παίρναμε το ψωμί μας και τα τρόφιμα μας, τώρα αλλού το ψωμί, αλλού τα τρόφιμα, σε όλες τις σουμπέδες (παραρτήματα) μοιράζονται ψωμί και τρόφιμα μαζί, αυτός ο κερατάς ο Καλλίνικος τα κάνει αυτά. Βρε ξύλο που έχει να φάει ο αντίχριστος. Ο πατέρας δεν φαινόταν πουθενά, άκουγε μόνο, οι Λαζόπουλοι διότι και αυτοί ζημιώνονταν τους κεντρούσαν, όλες φυσικά γυναίκες, οι άνδρες στη δουλειά τους. Υπήρχαν όμως και οπαδοί του Καλλίνικου, τόσα χρόνια μουκτάρης είχε τους οπαδούς του φυσικά, αυτοί ήσαν Ρωμιοί, Φράγκοι, Αρμενέοι. Κανένας Τούρκος. Και τα δελτία, τα δύο τρίτα τα είχαν Τουρκάλες. Το βράδυ που πήγε η μάνα μου στις παράγκες την περικύκλωσαν όλοι σχεδόν οι Τάταροι. Αυτοί όλοι είχαν το προνόμιο να οπλοφορούν, ήταν φύλακες, κολτσίδες (αγροφύλακες), δασοφύλακες κλπ. Έννοια σου Αζίζ κατίν (Αγία γυναίκα) λέγανε τη μάνα μου, πες στον αγά σου (τον κύριο σου) να μείνει ήσυχος, εμείς θα κανονίσουμε αυτή τη δουλειά. Τους ευχαρίστησε η μάνα μου με τα τούρκικα της και τους παρακάλεσε να μην ανακατέψουν τον αγά της γιατί αρρώστησε από τη στεναχώρια του. Αλλαχά σιμαρλεντίν (ο Θεός να σε ενισχύει) , τη συνόδεψανε μέχρι το σπίτι. Τα είπε του άντρα της, δεν ξέρω τι σχεδιάζουν οι Τατάρηδες, πάντως είναι άνω κάτω. Που είναι ο μπελαλής (ο Κώτσος) έτσι τον έλεγε, πες του να πάει στου Αχιλλέα να φέρει το αμάξι στις επτά το πρωί, θα πάμε στην Αρετσού, θα τον πάρω και αυτόν μαζί μου, να μην κάνει καμιά φασαρία. Το πρωί πήγα και εγώ μαζί τους στον Γαλατά. Από εκεί πήρα το βαποράκι και πήγα στη δουλειά μου. Εκείνοι στις οκτώμισι έφυγαν για την Αρετσού. Τότε, η ατμοπλοΐα Δεστούνη είχε δύο βαποράκια που κάνουν τη γραμμή του Αστακηνού κόλπου. Ξεκινούσαν από το Γαλατά, πιάνανε Παντήχι, Τούζλα, Αρετσού, Νικομήδεια και ύστερα γυρίζανε με το ίδιο δρομολόγιο Γαλατά. Το βράδυ όταν πήγα στο σπίτι έμαθα την επανάσταση που κάναν Τουρκάλες, Τατάρισσες και μερικές Ρωμιές. Μόνο γυναίκες. Περίμεναν να ξεκινήσει το αμάξι με τα ψωμιά από το φούρνο του Αντώνη του Ψιλάκη. Μόλις έκανε να στρίψει για του Καλλίνικου, άρπαξαν τα άλογα από τα χαλινάρια και το οδήγησαν μέσω ζητωκραυγών στο μαγαζί μας. Πάνω από 1500, μερικές βαστούσαν ξύλα στα χέρια τους. Οι Λαζόπουλοι τις είπαν να πάνε να ειδοποιήσουν την Αστυνομία γιατί αυτοί θα εύρισκαν το μπελά τους. Σε λίγο ήλθε ο ίδιος ο Αστυνόμος με δύο πολισμάνους, τις μάλωσε, τις φοβέρισε, τίποτε. Φύγε γιατί θα τις φας και εσύ, του είπαν. Ο Αστυνόμος ο Χαϊρής, άλλο που δεν ήθελε, γιατί ήταν πολύ φίλος με τον πατέρα μου. Αλλά, το καθήκον, η ευθύνη, τηλεφώνησε στην Αστυνομική Διεύθυνση και είπε τα γεγονότα. Η Αστυνομική Διεύθυνση τηλεφώνησε στον Διευθυντή των τροφίμων, τον Ιρφαν Μπέη και τον κατσάδιασε για την ανωμαλία που έκανε. Εκείνος τους είπε ότι επενέβη σ’ αυτή την υπόθεση η Στρατιωτική Διοίκηση δίχως να έχει το δικαίωμα, μάλιστα ένας αξιωματικός τον φοβέρισε μες το Σύλλογο του κόμματος ότι θα τον στείλει εξορία. Εμείς είμαστε πολιτικοί, εσείς οι στρατιωτικοί κάνετε καλά αναμεταξύ σας. Του ζήτησε συγνώμη ο Αρχιαστυνόμος, γιατί τώρα ήταν πόλεμος, αλλά όταν γίνονταν ειρήνη (θα δει) τι ημπορούσε να γίνει. Εγώ Ιρφαν Μπέη θα τηλεφωνήσω στη Στρατιωτική Διοίκηση, αλλά σε παρακαλώ τηλεφώνησε και εσύ. Τηλεφώνησαν στη Στρατιωτική Διοίκηση και οι δύο. Ο Στρατιωτικός Διοικητής είπε της Αστυνομίας ότι αυτός δεν είχε δώσει καμιά διαταγή, τέτοια άλλωστε δεν είναι της αρμοδιότητας του. Και στο Σύλλογο είπε τα ίδια, το μόνο που ενδιαφέρει είναι να μη διασαλευτεί η τάξη. Επακολούθησε διαταγή του Αρχιαστυνόμου στον Αστυνόμο της Κοινότητας μας. να δοθεί το ψωμί σε εκείνον που το μοίραζε έως τώρα. Παρέλαβαν το ψωμί οι Λαζόπουλοι, πήρε τα δελτία ο Αστυνόμος από τον Καλλίνικο και τα έφερε στο μαγαζί και άρχισε το απόγευμα η διανομή. Υστερα από δύο μέρες τη νύχτα πετροβολήσανε το σπίτι του Καλλίνικου και του κομματιάσανε όλα τα τζάμια της προσόψεως. Παραπονέθηκε ο Καλλίνικος στον Αστυνόμο. Οι Τάταροι το κάνανε βρε μπουνταλά, κοίταξε να μην αρπάξεις καμιά μαχαιριά από αυτούς, είναι άγριοι αυτοί και τον έδιωξε. Υστερα από 6 ημέρες ήρθε ο μπαμπάς μου, τον Κώτσο τον άφησε εκεί. Τον Ιούλιο πήρα 15 μέρες άδεια και πήγα στην Αρετσού. Η Στυλιανή είχε αρραβωνιαστεί, τα Χριστούγεννα θα γινόταν ο γάμος της. Δεν είχε πια ανάγκη να μάθει γαλλικά, ούτε και εγώ ήταν ανάγκη να κοιτάξω να τα μάθει.
επόμενη σελίδα 4. Η Τουρκία βρίσκεται στη μεριά των ηττημένων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
|