(14. Στη διάρκεια της κατοχής οι ελλείψεις σε τρόφιμα ήταν εξοντωτικές για τους Ελληνες. Ο Θόδωρος αναγκάζεται να πηγαινοέρχεται στα χωριά της βόρειας Ανδρου για να βρει τρόφιμα και δουλειά).

 

Μήπως δεν πρήστηκαν και απέθαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου 45 άτομα στο χωριό μας; Οχι. Οι Ιταλοί οργάνωσαν συσσίτια με δελτία. Εμείς είχαμε 5 δελτία.  Στην αρχή έδιναν βρασμένη σούγλη που ισοδυναμούσε με 50 δράμια καλαμποκάλευρο το άτομο (σημ. τα 100 δράμια ισοδυναμούν με 320 γραμμάρια). Κατόπι διαμαρτυριών, μας το έδιναν άβραστο εις χύμα. Τα παίρναμε από τον μπακάλη μας. 250 δράμια καλαμποκάλευρο δικαιούμαστε ημερησίως Μας έδιναν 50 δράμια κρέας την εβδομάδα κατ’ άτομο. Για τα μικρά παιδιά μέχρι 4 ετών μας έδιναν κάθε 15 ημέρες 150 δράμια ζάχαρη, 2 κουτιά γάλα και μισή οκά μακαρόνια. Αυτή η διανομή γινόταν στη Χώρα. Πήγαινε η Ελισώ στη Χώρα και τα έπαιρνε με τη Ρούλα αγκαλιά. Τόση ήταν αυτή η κοροϊδία. Είχαμε υποδουλωθεί στους Ιταλούς κατακτητές που είχαν ως πατρίδα το πιο πειναλέο κράτος της Ευρώπης. Η πρώτη μου πορεία προς τα αρβανιτοχώρια της Ανδρου έγινε τον Μάιο του 1942. Πήγα στην Αρνη τέσσερις ώρες πεζοπορία. Βρήκα 50 οκάδες πατάτες προς 25 δραχμές η οκά. Το μεσημέρι φάγαμε όλοι μαζί. Ηταν καλός άνθρωπος, μου είπε βάλε στο τσουβάλι σου τις μισές και τις άλλες μισές όποτε έλθεις τις παίρνεις.  Φορτώθηκα τις πατάτες στην πλάτη και ήλθα στο χωριό στις 9 το βράδυ γιατί κάθε τόσο ακουμπούσα κάτω και ξεκουραζόμουν. Το πρωί πήρα ένα πριόνι και ένα σχοινί και πήγα στο δάσος του μοναστηριού του Αγίου Νικολάου. Εκανα ένα φορτίο ξύλα και τα έφερα σπίτι. Εμαθε ο θείος Μιχάλης (Πολέμης Μιχαήλ του Ζαννή (111223) #141) από την Ελισώ ότι έφερα πατάτες, ήλθε και μου πρότεινε όταν θα πάω να πάρω τις υπόλοιπες πατάτες μου, να έλθει μαζί μου με ένα μουλάρι, να αγοράσει 100 οκάδες πατάτες και στο γυρισμό να βάλω επάνω στο μουλάρι και τις δικές μου. Πήγαμε μαζί στην Αρνη στο σπίτι που είχα αγοράσει τις πατάτες μου. Τις δικές σου μαυ είπε τις έχω φυλαγμένες, άλλες δεν έχω να πουλήσω, τον Οκτώβρη πια θα έχω πατάτες. Πήγαινε στο Απανοχώρι, είπε του θείου, εκεί έχουν πατάτες, αλλά κάτω από 100 δραχμές η οκά δεν πρόκειται να τις βρεις. Εγινε θηρίο ο μπάρμπας, βγήκε στα γύρω σπίτια να βρει πατάτες. Ελα να κολατσίσεις μάστορα μου είπε ο Αλαμπάσης και άλλη φορά να έρχεσαι μόνος σου εδώ. Εφαγα, ήπια και λίγο κρασί. Υστερα από δύο ώρες κατέφθασε ο θείος. Δεν είχε βρει πουθενά πατάτες. Πήγαμε μαζί στο Απανωχώρι, με χίλια παρακάλια βρήκε επί τέλους πατάτες προς 120 δραχμές η οκά. Είχε να πληρώσει και το νοίκι του μουλαριού. Κατεβήκαμε, φόρτωσα και τις δικές μου, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και τραβήξαμε για το χωριό. Ολο το δρόμο έβριζε ο παπαΖαννής. Εγώ θαρρεύτηκα σε σένα μου είπε κάποια στιγμή και την έπαθα. Σε τι θαρρεύτηκες σε μένα. Μήπως ήξερες ότι είμαι πατατοπαραγωγός; Την άλλη εβδομάδα θα έχουν 200 δραχμές η οκά μπάρμπα. Να τις φάνε μοναχοί τους τα λιγούνια, τα σκυλάρβανα μου απάντησε. Ακου δω, του είπα, μη βρίζεις και σ’ ακούσουνε και φάμε ξύλο από πάνω. Φρένιασε ο παπαΖαννής. Τι θες και ρέστα, δε φτάνει που σου κουβαλάω τις πατάτες σου και με γλωσσεύεις κιόλας. Ξεφόρτωσα τις πατάτες μου και τις ακούμπησα χάμω. Μιλιά δεν έβγαλε, τράβηξε το μουλάρι από τα καπίστρια και έφυγε. Κάθισα σε μια πέτρα, κάπνισα ένα τσιγάρο, φορτώθηκα το τσουβάλι μου και τράβηξα για το χωριό. Τα είπα της Ελισώς. Αλλη φορά, ότι κι’ αν γίνει, από δω και μπρος, μην το λες πουθενά. Εγιναν οι εξετάσεις, ο Τάκης πέρασε στην έκτη και ο Σπύρος στην Πρώτη Γυμνασίου. Στις διακοπές, όπου υπήρχαν πανηγύρια πήγαινα τώρα με τον Τάκη μαζί. Εγώ έψελνα και εκείνος πουλούσε έξω από τις εκκλησίες διάφορες λιχουδιές. Οταν πήγαινα για ξύλα παίρναμε και το Σπύρο μαζί. Εγώ έκοβα, ο Τάκης τα δεμάτιζε και τα φορτωνόμαστε για το χωριό. Τα βράδια ο Τάκης πουλούσε στραγάλια καραμελικά στο χωριό, στο δρόμο που πήγαινε για το Φάληρο.  Εγώ με ένα μπουκάλι μισοκάρικο έπαιρνα βόλτα μερικούς φιλικά διατεθειμένους προς εμένα κτηματίες που είχαν λάδι στα σπίτια τους. Μια μέρα που ήμουν στην Αρνη για πατάτες, ο παπαΔημήτρης μου είπε, δεν πας στο μοναστήρι της Αγίας, ο ηγούμενος ζητάει μαραγκό να του κάνει κάτι δουλειές. Είναι καλός άνθρωπος και υποστηρίζει και τους ανθρώπους της εκκλησίας. Εσύ είσαι ψάλτης, θα σε προσλάβει, άλλωστε που να βρει μάστορα σαν και σένα. Εντάξει παπά του είπα, αύριο θα τραβήξω για το μοναστήρι να έλθω σε συνεννόηση μαζί του. Αύριο πάρε μερικά εργαλεία μαζί σου, δεν χρειάζεται προσυνεννόηση. Εγώ το απόγευμα θα τον ειδοποιήσω με τον Λουκά τον αγωγιάτη ότι του βρήκα μάστορα και θα έλθει να πιάσει δουλειά. Αύριο βράδυ θα είναι στο μοναστήρι. Μου έδωσε 10 οκάδες πατάτες και μερικές ντομάτες, μελιτζάνες και φασολάκια. Τα φορτώθηκα, κατέβηκα στο χωριό, Τα είπαμε και  τα χαράματα μαζί με τον Τάκη πήραμε τα εργαλεία μου και φθάσαμε το μεσημέρι στο μοναστήρι. Είπα στη θυρωρό ποιος είμαι, ειδοποίησαν το ηγούμενο, ήλθε ο ψάλτης του είπαν με το γιο του. Βάλτε τους να φάνε και ύστερα φέρτε τον στο ηγουμενείο διέταξε. Φάγαμε. Ο Τάκης πήγε και ξάπλωσε στον ξενώνα, εγώ ανέβηκα στο ηγουμενείο. Με έμπασε μια καλογριά. Γέροντα, από δω ο ψάλτης είπε και έφυγε. Μπήκα σε ένα μεγάλο δωμάτιο, επιπλωμένο σχετικώς αρχοντικά εν συγκρίσει με τα κελιά των καλογριών, τον ξενώνα και την τραπεζαρία. Μια μεγάλη βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία. Δύο ντιβάνια, με χαλιά στον τοίχο και στο πάτωμα. Το ίδιο και στο μεγάλο ντιβάνι που χρησίμευε για κρεβάτι. Ενα στρογγυλό τραπέζι στη μέση. Ενας καναπές, δύο πολυθρόνες, έξη καθίσματα, όλα ταπετσαρισμένα. Ο ηγούμενος καθόταν στο κρεβάτι με ανασηκωμένο το κορμί που στηριζόταν η πλάτη του πάνω σε μαξιλάρια, φορούσε γυαλιά και είχε στα γόνατα του ένα μεγάλο Ευαγγέλιο που το κρατούσε με τα δυο του χέρια. Πήγα κοντά στο κρεβάτι και του φίλησα το χέρι, ενώ η ματιά μου έπεσε πάνω στο βιβλίο που κρατούσε. Η μια σελίδα είχε βυζαντινούς χαρακτήρες, η άλλη λατινικούς. Πάρτε το κάθισμα και καθίστε κοντά μου, μου είπε ευγενικά. Εχω καφέ, αν θέλετε να σας κάνουν ένα, εγώ δεν πίνω, με βλάπτει. Εχω δυο χρόνια να πιω γνήσιο καφέ. Γέροντα μου, ας μου κάνουν ένα, ευχαριστώ πολύ. Δεν κουράζεστε έτσι που διαβάζετε του είπα, αν θέλετε, εγώ να σας κάνω ένα βάθρο σαν σκαμνί με ένα αναλόγιο που να ανεβοκατεβαίνει και να πηγαίνει μπρος πίσω. Ετσι θα κρατάτε το Ευαγγέλιο και όπως είστε ακουμπισμένος θα  το φέρνετε σε απόσταση που θα διαβάζετε άνετα, αρκεί να βάλετε ένα φως πάνω από το κεφάλι στον τοίχο. Από τη ματιά που μου έριξε κατάλαβα ότι τον αιχμαλώτισα. Ναι, να έχετε την ευχή μου, από αύριο κιόλας να μου κάνεις αυτό το έργον. Αργαλειούς κάνετε μάστορα; Οτι θέλετε Γέροντα, κάνω εγώ, είμαι μοδελάς μαραγκός και αν έχω καμιά απορία για κάτι καινούργιο, το σχεδιάζω και το φτιάχνω. Τι μεροκάματο θέλεις με ρώτησε. Αυτό εξαρτάται από σας του είπα. Θα σου δίνω μια οκά λάδι, ή το αντίτιμο του σε άλλα είδη. Θα τρως, θα πίνεις εδώ και θα κοιμάσαι στον ξενώνα που είναι απέξω. Συμφωνήσαμε. Κατέβηκα κάτω και πήγα να δω τον Τάκη. Εδώ όποτε έρχεσαι θα κοιμόμαστε μαζί. Ηταν ένα δωμάτιο, το χώριζε ένας μικρός διάδρομος από ένα άλλο μικρό που ήταν το αποχωρητήριο και η βρύση. Ολότελα δικό μου και το κλειδί  στην τσέπη. Εβλεπε στη μεγάλη πλατεία έξω της μονής και πέρα από όλη τη θάλασσα. Πήγαμε και είδαμε το εργαστήρι. Είχε ένα πάγκο και μία σφικτήρα. Το βράδυ φάγαμε και κοιμηθήκαμε. Κρεβάτι, στρώμα, κουβέρτες ολοκάθαρες και δύο προσόψια κοντά σε ένα καθρεφτάκι. Το πρωί βάλανε στον τουρβά του Τάκη τραχανά, ένα μπουκάλι λάδι και ξερά σύκα και καρύδια. Φάγαμε το πρωινό μας και έφυγε ο Τάκης. Οταν ερχόταν θα μου έφερνε αλλαξιές και τα ξυριστικά μου. Εγώ στο εργαστήρι έπιασα δουλειά, σε λίγο φέρανε καφέ και παξιμάδια κριθαρένια. Γρίνιαξα για τσιγάρα, μου έστειλε ο Γέροντας μια κούτα για να περνώ μια βδομάδα. Είχαμε μπει πια στην πιο φρικτή πολεμική περίοδο της πείνας. Οι άνθρωποι πρήσκονταν και πέθαιναν στους δρόμους ενίοτε. Είχα αδυνατίσει πολύ. Τώρα η δουλειά με ρέγουλα. Σιγά σιγά άρχισα να δυναμώνω. Μπρος μας είχαμε χειμώνα φρικτό, απαίσιο, ήδη είχαν αρχίσει να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της ήττας των κατακτητών μας στην εισβολή που είχαν κάνει μπαμπέσικα στη Ρωσία. Τα βράδια μετά τον εσπερινό ανέβαινα στο ηγουμενείο και κουβέντιαζα με τον Γέροντα μέχρι τις δέκα. Με κερνούσε μια μεγάλη φέτα ψωμί αλειμμένη με βούτυρο και μέλι. Ενα βράδυ του είπα ότι τον αλευρόμυλο που γυρνούσε με ένα μοχλό το γαϊδούρι, μπορούσα να τον συνδέσω με την ηλεκτρομηχανή που αντλούσε νερό από το πηγάδι και με σωλήνες το μοίραζε στα κελιά των καλογριών, αρκεί να μου βρει ένα μηχανικό να μας προμηθεύσει δύο τροχαλίες μια μικρή και μια μεγάλη. Σηκώθηκε όρθιος και μου είπε. Εχω ένα μηχανικό συγγενή μου στη Χώρα, τον Μαντζαβελάκη. Αυτός μου εγκατέστησε τη μηχανή και κάθε πρώτη του μηνός έρχεται για συντήρηση της. Σε δυο μέρες θα έλθει, αλλά εσύ ευλογημένε που την ξέρεις αυτή την τέχνη; Γέροντα, μέχρι σήμερα έχεις κανένα λόγο να μου πεις αν είμαι εντάξει στη δουλειά μου; Τι λες να είμαι τόσο χαζός να μπερδευτώ σε μια δουλειά που άλλωστε δεν είμαι και υποχρεωμένος να την αναλάβω αφού  ανήκει σε άλλο κλάδο, ώστε να ρεζιλευτώ σαν απατεώνας. Φέρε μου το μηχανικό και από τη συζήτηση που θα κάνω μαζί του θα εξαρτηθεί αν τα καταφέρω ή όχι για να σου φτιάξω τον μύλο. Οχι μου είπε, είμαι πολύ ευχαριστημένος. Εκτός που είσαι τεχνίτης, έχω αντιληφτεί ότι είσαι και  διαβασμένος άνθρωπος. Ελα τώρα, θα πω της Κασσιανής να σου κάνει ένα καλό μεζέ, πάρε και αυτή την κούτα τα τσιγάρα. Κατέβηκα στην τραπεζαρία και καταβρόχθισα ένα μεγάλο πιάτο χοιρινά και άδειασα ένα τρακοσάρι κρασί διαβασμένο. Η παλιά μου τέχνη με ανέδειχνε πάλι ύστερα από 20 χρόνια. Μετά δυο μέρες ήλθε ο μηχανικός, του είπα ότι είμαι μοδελάς, σε περιμένει ο Γέροντας, πήγαινε και πες του ότι ο μύλος θα γίνει, γιατί έχει αμφιβολίες. Σε λίγο κατέβηκαν και οι δυο μαζί. Το κελί της Ευπραξίας της μοναχής, έπρεπε να μεταφερθεί αλλού. Να ανοίξω δύο τρύπες στο πάτωμα για να περνάει το λουρί που θα συνέδεε το στρόβιλο του μύλου με την τροχαλία της μηχανής. Επρεπε να πάει στον Πειραιά ο μηχανικός, να φέρει τις τροχαλίες και τα εξαρτήματα του μύλου. Συμφωνήσανε 100 οκάδες λάδι και 30 χρυσές λίρες. Το βράδυ τραπέζωμα πλούσιο, κρασί διαβασμένο άφθονο. Ετσι, με τις υπόλοιπες δουλειές που είχα εξασφάλισα  το χειμώνα και τη μισή άνοιξη. Εγώ πήγαινα κάθε μήνα στο χωριό, ο Τάκης ερχόταν τα Σάββατα το βράδυ. Γύριζε τα κοντινά χωριά και έρχονταν χαρούμενος τα βράδια της Κυριακής για τα καζάντια του. Το πρωί της Δευτέρας έφευγε για το χωριό. Το κεφάλαιο του αύξανε. Ποιο ήταν τώρα το πρώτο του κεφάλαιο για το ξεκίνημα του. Είχανε ξηλώσει μια κουβέρτα κλώστινη που είχε φέρει η Ελισώ από την Πόλη και την είχανε κάνει μασουράκια. Προπαραμονή των Χριστουγένων είχε έλθει και ο Σπύρος μαζί του. Ξεκινήσαμε νύχτα από το χωριό, μόλις είχε περάσει η Ιταλική περίπολος για να μη μας πιάσουνε. Ο Τάκης είχε δεμένο μέσα σε ένα τσουβάλι ένα αρνί. Το φορτώθηκε με σχοινιά έχοντας το κεφάλι του ζώου έξω από το σακί και ένα καλάθι στο χέρι με διάφορα είδη τρόφιμα. Του Σπύρου του δέσαμε ένα ταγαράκι με 7 οκάδες λάδι στην πλάτη. Εγώ φορτώθηκα ένα τσουβάλι διάφορα όσπρια και πατάτες. Ολα σταυρωτά δεμένα για να μη μας εμποδίζουν στις κινήσεις μας. Είχαμε ο καθένας ένα ραβδί στο χέρι. Κατηφορίσαμε προς την Κατάκοιλο, ένα μικρό χωριουδάκι. Από κει, αφ’ ενός για συντομία, αφ’ εταίρου για να μη μας πιάσει καμιά περίπολος, έπρεπε να ανεβούμε στην κορυφή του όρους Πέταλο κάπου 850 μέτρα ύψος ανηφόρα. Η νύχτα σκοτάδι πίσσα, εμείς όλο στο μοναστήρι βαδίζαμε με οδηγό τον Τάκη. Στα δεξιά μας ένα απότομο βάραθρο που σε έπιανε ίλιγγος άμα  κοίταζες κάτω. Ετσι σιωπηλοί ανεβαίναμε ασταμάτητα γιατί άρχισε να ψιχαλίζει στην αρχή και κατόπι να δυναμώνει η βροχή. Μόλις φτάσαμε στην κορυφή πήγαμε και χωθήκαμε σε ένα εξωκλήσι της Αγίας Τριάδας λεγότανε, όταν έφτασε η μπόρα. Χαλούσε ο κόσμος έξω. Βροχή και χαλάζι και ένας αέρας δαιμονισμένος φυσούσε απ’ έξω. Ανάψαμε φωτιά και στεγνώσαμε λίγο. Ηπιαμε ρακί και φάγαμε ξερά σύκα. Ζεσταθήκαμε. Αναβα τα τσιγάρα το ένα πίσω από το άλλο. Επρεπε να μπούμε στο χωριό νύχτα γιατί εκεί που έστριβε από το βουνό το μονοπάτι ήταν ένα μόνιμο Ιταλικό φυλάκιο. Κάπου δυο ώρες μείναμε κλεισμένοι μεσ’ το εκκλησάκι ενώ ο κόσμος χαλούσε έξω όταν άρχισε να φυσά τέτοιος αέρας που νομίζαμε ότι θα πάρει τη σκεπή του εξωκλησιού. Ο Τάκης στεκόταν κοντά στο παραθυράκι και κοίταζε έξω. Καμιά φορά σταμάτησε το χαλαζόβροχο. Φορτωθήκαμε και πήραμε το μονοπάτι απάνω στην κορφή του βουνού, βαδίζοντας όπου γυάλιζε μεσ’ το νερό, ενώ ο αέρας μας έσπρωχνε από πίσω, να μας ρίξει χάμω.  Και να θέλαμε να σταματήσουμε ήταν αδύνατο, θα ξυλιάζαμε από το κρύο. Καμιά φορά το νερό όταν πατούσαμε καμιά λακκούβα ήταν μέχρι το μισό γόνατο μας. Τρεις ώρες κατηφορίζαμε έτσι, όταν διακρίναμε από μακριά το άσπρο φυλάκιο. Τώρα έπρεπε να στρίψουμε αριστερά και να πιάσουμε ένα απότομο κατήφορο γεμάτο βράχια και φρύγανα.  Επιασα το Σπύρο από το χέρι και σε λίγο ένοιωθα ότι τον έσερνα. Περπατούσε κοιμισμένος πια, είχε αποκάμει. Να φωνάξω δεν μπορούσα να ειδοποιήσω τον Τάκη που βάδιζε μπροστά. Τον έσυρα κοντά μου και τον σφήνωσα στην αμασχάλη μου. Δύο φορές έτσι κουτρουβαλήσαμε ώσπου να φτάσουμε στο δρόμο του χωριού. Αίματα τρέχανε από τα γδαρμένα γόνατα του Σπύρου. Καμιά φορά γύρισε ο Τάκης όταν ένοιωσε πως δεν τον ακολουθούσαμε και ήλθε κοντά μας. Το παιδί του είπα, πάει, θα πεθάνει.  Εσχισε ένα μαντήλι στα δύο και του δέσαμε τα γόνατα ενώ ο Σπύρος κοιμόταν όρθιος. Τον πιάσαμε αριστερά δεξιά και τον σέρναμε, ώσπου καμιά φορά ξύπνησε. Καθήσαμε λίγο στη βρύση του Χιονάτου, συνήλθαμε λιγάκι και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε τα σκαλιά του χωριού. όταν μας έπιασε μια βροχή ραγδαία, δεν βλέπαμε τη μύτη μας, αλλά ξέραμε πια το δρόμο. Φθάσαμε καταμουσκεμένοι στο σπίτι μας και χτυπήσαμε την πόρτα. Ανοιξε η Ελισώ και είδε τρία φαντάσματα να μπαίνουν στο σπίτι. Τρόμαξε, έπιασε τα κλάματα, καλέ εγώ δεν σας περίμενα με τέτοιον καιρό. Για κοίτα το Σπύρο της είπα, γδύσ’ τονε και χώσ΄τονε στο κρεβάτι. Τον έγδυσε, τον έπλυνε, είδε τα αίματα, τι έγινε; έσπασε το πόδι του ξεφώνισε. Οχι είναι γδαρσίματα. Εν τω μεταξύ σκάλισα το μαγκάλι, είχε μερικά κάρβουνα αναμένα, άδειασα τον τενεκέ και το έβγαλα έξω στη γαλαρία, ο αέρας φυσούσε να ξεριζώσει τα δέντρα. Σε λίγο άρχισε να κλαίει ο Τάκης. Είχε βγάλει το αρνί από το τσουβάλι και έπεσε το ζώο ξερό στο πάτωμα. Ψόφησε μαμά το αρνί, έκλαψε, το χάιδευε, κρίμα στον κόπο μου, πάει το αρνί. Ξαφνικά ακούστηκε ένα μπε και ζωντάνεψε το αρνί. Οπως ήταν το κεφάλι του έξω από το τσουβάλι, είχε παγώσει. Γδυθήκαμε, αλλάξαμε εσώρουχα και πέσαμε στο κρεβάτι και οι τρεις οδοιπόροι μαζί.  Μας κουκούλωσε η Ελισώ και άρχισε να απλώνει τα βρεμένα ρούχα ενώ εμείς στο καμαράκι κοιμόμαστε βαθειά.  Ξυπνήσαμε πριν το μεσημέρι. Ο καιρός είχε καλοσυνέψει, το αρνί ήταν δεμένο στον κήπο στην πορτοκαλιά. Αρχίνησε ο καυγάς, να το σφάξουμε, ή να μην το σφάξουμε, επί τέλους το σφάξαμε και κάναμε Χριστούγεννα πρώτης τάξεως. Τη δεύτερη μέρα φύγαμε μαζί με τον Τάκη για το μοναστήρι. Εκείνος τη βόλτα του και εγώ στον πάγκο μου. Την παραμονή του Αη Βασιλείου έφυγε ο Τάκης. Εγώ το βράδυ της πρωτοχρονιάς το πέρασα στο σπίτι του κολλήγα της Μονής. Του είχα σιάξει προηγουμένως το σαμάρι της γαϊδούρας του. Μέχρι την αυγή τρώγαμε και πίναμε. Μετά του Αγίου Βασιλείου ξαναήλθε ο Τάκης και έφυγε την παραμονή των Θεοφανείων. Εν τω μεταξύ στο Γυμνάσιο οι καθηγητές γύρευαν τρόφιμα από τους μαθητές τους. Ο πλέον απαιτητικός ήταν ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Λειβαδάς καθηγητής των Θρησκευτικών. Δύο φορές του πήγε ο Τάκης από μία κότα. Μήπως δεν είχαν και αυτοί δίκιο; Εν τω μεταξύ ο ηγούμενος έμαθε ότι οι Γερμανοί μάζευαν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και άλλων περιφερειών της Ελλάδας. 45.000 από αυτούς τους έστειλαν στη Γερμανία. Ολους τους ερευστοποίησαν, δηλαδή τους έκαναν σαπούνια. Εν τω μεταξύ οι καϊκιέρηδες που ταξίδευαν στην Ανδρο διηγούνταν ότι χιλιάδες από τον Πειραιά και την Αθήνα, πέθαιναν στους δρόμους. Τους μάζευαν τα κάρα της Δημαρχίας και τους έθαβαν σε ομαδικούς τάφους.  Μήπως στο χωριό και στη Χώρα δεν γινόταν το ίδιο, αλλά ως επί το πλείστον πέθαιναν γέροι από την πείνα. Εμείς τουλάχιστον τώρα κάτι τρώγαμε, δεν πεινούσαμε αλλά ούτε και καλοχορταίναμε. Πάντως εμάς μας έτρωγαν οι δρόμοι, αλλά είχαμε αποφύγει τον εκ πείνης θάνατον. Μια ανησυχία μας είχε κυριεύσει επειδή αργούσε να έλθει από τον Πειραιά ο μηχανικός να φέρει τα εξαρτήματα του μύλου για να αρχίσω να ετοιμάζω τη βάση του. Δύο μήνες είχαν περάσει, περί της εντιμότητας του, ουδεμία αμφιβολία. Ηλθε επιτέλους και έφερε στο Γαύριο αυτά που θέλαμε. Εστειλε ο Γέροντας δυο μουλάρια και τα έφεραν στη Μονή. Τον είχανε πιάσει οι Γερμανοί σε ένα μπλόκο και τον είχαν φυλακή ένα μήνα. ώσπου έγινε η δίκη του και απελευθερώθηκε. Εμεινε 4 μέρες στη μονή, είχε τα χάλια του ο φουκαράς.  Το καλό φαγητό και το διαβασμένο κρασί τον συνέφεραν. Εγώ ετοίμασα τη βάση, την τοποθετήσαμε μαζί και έφυγε φορτωμένος τρόφιμα. Θα ερχόταν ξανά όταν θα ήμουν έτοιμος να συνδέσω τον μύλο με την μηχανή.  Οσο προχωρούσα στη δουλειά, είχα γίνει ο ήρωας της μονής. Μου έλεγαν οι καλόγριες, φέτος χάρη σε σας θα γλυτώσουμε από τα βάσανα του μύλου. Οταν κουράζονταν το μουλάρι πιάνανε αυτές ανά τέσσερις το μοχλό για να γυρίζει η μυλόπετρα και δεν άλεθαν παρά 15 οκάδες την ώρα. Τώρα θα γύριζε μόνη της η μυλόπετρα και θα είχαν το λιγότερο 40 οκάδες την ώρα. Τις έκανα κρυφά κορνίζες για να βάζουν τις εικόνες τους. Μου έδιναν και αυτές σύκα ξερά, καρύδια, αμύγδαλα. Ενα βράδυ που κουβέντιαζα με τον Γέροντα μου διηγήθηκε τον βίον του. Λεγόταν Πανάρετος Πολυκάρπου. Ηταν από τη Σητεία της Κρήτης. Ηταν ο μικρότερος από τα αδέλφια του. Ο πατέρας του ήταν μεγαλοτσιφλικάς, είχε μύλο και ελαιοτριβείο.  Από μικρός είχε κλίσει να γίνει παπάς στο χωριό του. Οταν τελείωσε το Δημοτικό σχολείο, ο Δεσπότης της περιφέρειας του τον έστειλε στην Ιερατική σχολη του Αγίου Ορους. Εν τω μεταξύ μάθαινε και αγιογράφος. Είχε ως δάσκαλο τον περίφημο ζωγράφο Ιωσάφατ.  Οταν τελείωσε την ιερατική χειροτονήθηκε διάκος και 28 ετών χειροτονήθηκε Αρχιμανδρίτης.

Κάθε τόσο έρχονταν στην Κρήτη, έβλεπε τους γονείς του και γύριζε στο Αγιον Ορος με το μερίδιο που του ανήκε εις χρήμα και εισοδήματα της περιουσίας των. Ανοιξε ένα εργαστήρι, πήρε δυο αγιογράφους και άρχισε να κάνει εικόνες και να τις στέλνει στην Αθήνα όπου ήταν περιζήτητες οι εικόνες οι Αγιορείτικες.  Ταυτόχρονα πήρε εργάτες  και άρχισε να κάνει ξυλοκάρβουνα και να τα στέλνει στον Πειραιά. Είχε κάνει αρκετά λεφτά όταν πήρε ένα γράμμα από την οικογένεια του με μαύρο περιθώριο. Ο αδελφός του ενώ βοηθούσε τους εργάτες που έκαναν την εγκατάσταση του νέου τύπου ελαιοτριβείου των, είχε σκοτωθεί συμπιεστείς από το μηχάνημα στον τοίχο του κτηρίου. Ναύλωσε καΐκι και πήγε στην Κρήτη. Δύο μήνες έμεινε κοντά στους γονείς του. Μάταια προσπάθησαν να τον κρατήσουν, ως και ο Δεσπότης του υποσχέθηκε να τον διορίσει στη μητρόπολη του. Είμαι γέρων, του είπε, όταν πεθάνω θα με αντικαταστήσεις, μείνε κοντά στους γονείς σου, έχεις ανύπανδρη αδελφή, θα έχεις και την επίβλεψη της περιουσίας σας. Η αδελφή μου έχει προίκα μεγάλη, θα παντρευτεί, ο γαμπρός ας επιβλέπει την περιουσίαν. Εγώ έχω σκοπό να κτίσω μοναστήρι δικό μου είπε του Δεσπότη και έφυγε. Μετά ένα έτος πήγε πάλι στη Κρήτη για να παραστεί στους γάμους της αδελφής του που έπαιρνε για άντρα ένα καλό δικηγόρο. Τρεις μέρες πριν γίνει ο γάμος, όπως περνούσε η αδελφή του καβάλα στο άλογο της ένα ξύλινο γεφύρι, χώθηκε το ποδάρι του ζώου ανάμεσα στον αρμό που σχημάτιζαν τα σανίδια. Δεν πρόλαβε να πηδήσει η κακομοίρα και την τίναξε το ζώο, στη προσπάθεια που έκανε για να ελευθερώσει το πόδι του, στο ρέμα που ήταν στα πλάγια του γεφυριού επάνω σε κάτι βράχια. Αμέσως την μετέφεραν στην Αθήνα καθ’ υπόδειξη του γιατρού της Χώρας. Εζησε 8 μέρες, ότι κι’ αν της έκαναν οι χειρουργοί της κλινικής πέθανε. Την έθαψαν στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών. Εγκατέστησε τους γονείς του σε ένα σπίτι στο Μοναστηράκι υπό την επίβλεψη μιας χήρας και πήγε στην Κρήτη. Τακτοποίησε τις κληρονομικές του υποχρεώσεις του και ανέθεσε σε δικηγόρο να εκποιήσει την περιουσία του και να στείλει τα λεφτά στην Αθήνα. Πήγε στο Αγιο Ορος και μετέφερε το εργαστήρι του στο Μοναστηράκι σε ένα κατάστημα και άρχισαν εκεί οι τεχνίτες του να κάμουν εικόνες για λογαριασμό του. Είχε συγκεντρώσει ήδη 11.000 χρυσές λίρες. Πήγε στους Μολάους της Πελοποννήσου και αγόρασε ένα μεγάλο κτήμα των Λαμπροπουλαίων. Μέσα στο κτήμα έκτισε με άδεια της Ιεράς Συνόδου, ένα διώροφο σπίτι. Στο επάνω πάτωμα έκανε το ηγουμενείο και κελιά για μοναχές. Στο κάτω, αποθήκες και εργοστάσιο για να φτιάχνουν άμφια για Δεσποτάδες. Εφερε τους γονείς του με τη χήρα την οποία έχρισε μοναχή και τους εγκατέστησε στη Μονή του. Αρχισαν να προσέρχονται μοναχές που ήξεραν να δουλεύουν αργαλειούς και μεταξύ αυτών ήρθαν και δύο μοναχές από την Πάτρα και χάρισαν στη Μονή τις προίκες τους, ένα αρκετά σεβαστό ποσό. Τη μια την έκανε αναγνώστρια του, στη άλλη ανέθεσε την περιποίηση της εκκλησίας του μοναστηριού. Ηταν νέες και νόστιμες. Τότε ξέσπασε το σκάνδαλο εναντίον του, ότι τις είχε ερωμένες μιας και ήταν και εκείνος 35 ετών και λεβεντόκορμος. Τσακώθηκε με το Δεσπότη Λακωνίας όταν θέλησε να κάνει έλεγχο στη Μονή του. Ηρθαν στα χέρια και το αποτέλεσμα ο Κρητικός να φοβερίσει τον Μανιάτη πως θα τον σκοτώσει αν ξαναπατήσει στη Μονή του. Δύο χρόνια τρώγονταν αναμεταξύ τους. Δύο δικαστήρια έγιναν στην Ιερά Σύνοδο η οποία επί τέλους αποφάσισε για να αποσοβηθεί ο εξευτελισμός του Ιερατείου, να αγοράσει το Ταμείο ΤΑΚΕ το κτήμα και το μονίδριον και να δώσουν ένα έγγραφο στον Κρητικό να περιέλθει όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας και όποιο του αρέσει να το ανακαινίσει και να εγκατασταθεί εκεί κοινοβίως αυτός και οι καλόγριες του. Πήρε τα λεφτά, ναύλωσε ένα μεγάλο καΐκι, φόρτωσε τα εργαλεία του και τις καλόγριες του και άρχισε να επισκέπτεται τα διάφορα μοναστήρια ώσπου βρήκε αυτό που είχε τώρα, το ανακαίνισε, ξόδεψε πολλές χρυσές λίρες και εγκαταστάθηκε. Το μοναστήρι αυτό λέγεται της Αγίας ή της Ζωοδόχου Πηγής. Εχει 40 περίπου κτήματα, μικρά μεγάλα. Εχει τυροκομείο, μελισσοκομείο, ελαιοτριβείο. Εχει 45 καλογριές, από αυτές οι 30 είναι άριστες τεχνίτριες σε χρυσοΰφαντα άμφια και μίτρες Δεσποτικές. Οι άλλες σε διάφορες δουλειές. Εχει 12 κολίγους στα κτήματα. Ενα τσομπάνο με 2 βοηθούς για τις 2.000 γιδοπρόβατα του. Τώρα εγώ φτιάχνω τον μηχανοκίνητο μύλο του. Υπό τας ευλογίας του Πανοσιολογιοτάτου Αρχιμανδρίτη Παναρέτου Πολυκάρπου και έχων τας ευχάς των 45 καλογριών που λέγονται όλες, νέες, μεσόκοπες, γερόντισσες. Τώρα, με την πείνα που ενέσκηψε και στέλνει και παιδιά ακόμη στον τάφο. Ο Γέροντας δίνει ημερησίως 40 οκάδες λάδι στο Γαύριο και 30 οκάδες στο Μπατσί για τα παιδιά που έχουν καταφύγει εκεί, σ’ αυτά τα δυο χωριά. Στους οδοιπόρους και επισκέπτες το πρωί δίνει ένα ποτήρι γάλα ζεστό και ένα παξιμάδι κριθαρένιο και το μεσημέρι φαγητό από όσπρια και ψωμί. Το βράδυ τραχανά και ψωμί. Γυναίκες μόνο φιλοξενούνταν μέσα στο μοναστήρι. Οι άντρες πάνε και κοιμούνται τη νύχτα στον αχυρώνα ή στο ελαιοτριβείο. Κάνει και μερικές άλλες φιλανθρωπικές χειρονομίες. Τώρα που γράφω, έχει πεθάνει, εκ μέρους μου, θεός σχωρέστον. Αυτό που είχε προγραμματίσει από μικρός, το επέτυχε. Ανακαίνησε ένα από τα μεγαλύτερα μοναστήρια της Ορθοδοξίας. Στη μετώπη του μοναστηριού, επάνω από τη μεγάλη εξώθυρα είναι το έμβλημα του, ένα σύμπλεγμα με δύο Π. Σε ένα ταξίδι του ο Τάκης ήλθε με την Ελισώ. Ενώ εκείνος έκανε βόλτες στα χωριά, εκείνη φιλοξενήθηκε τρεις μέρες από τις καλόγριες. Ο Σπύρος εν τω μεταξύ στο χωριό φρόντιζε τη Ρούλα. Ηρθαν οι εξετάσεις. Ο Τάκης αρρώστησε με πυρετό, πήγαινε στο Γυμνάσιο στο τελευταίο μάθημα είχε 40 πυρετό. Επί τέλους τα κατάφερε. Τελείωσε το Γυμνάσιο με βαθμό Αριστα. Ο Σπύρος πέρασε στη Δευτέρα γυμνασίου.

 

επόμενη σελίδα 15. Για να τα βγάλει πέρα με τα προβλήματα της κατοχής, ο Θόδωρος και η οικογένεια του μετακομίζουν στο Καλιβάρι.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα