(6. Οι Τούρκοι άρχισαν να κάνουν μπλόκα  και να ελέγχουν τους Ρωμιούς).

 

Ηρθε το 1922. Η Εθνικά κατάρα, η διχόνοια αφ’ ενός και η εκδίκηση των Φράγκων που διαρκώς ύπουλα εργάζονταν για την καταστροφή του Ελληνισμού της Τουρκίας, άρχισε να αποδίδει τους καρπούς της.  Τα αντάρτικα σώματα που διοργάνωνε ο μέγας πατριώτης και ανακαινιστής της Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ πασάς εις τα ενδότερα της Μικράς Ασίας, άρχισαν να επιτίθενται εναντίον των Ελληνικών στρατευμάτων. Ενισχυόμενα σε όπλα και σε πυρομαχικά από τους Γαλλο - Ιταλούς οι οποίοι είχαν στείλει και αξιωματικούς ντυμένους με Τούρκικη στολή για να εκπαιδεύσουν τις ορδές των ανταρτών (Τσέτες), έδωσε το πρώτο πλήγμα εναντίον των Ελλήνων, συλλαμβάνοντας τον Αρχιστράτηγο Τρικούπη στη μάχη που έγινε στο Ιν-Ονού. Αρχισε η οπισθοχώρηση των Ελληνικών στρατευμάτων, η οποία εντός ολίγου μετετράπη σε φυγή, μάλλον ως απεργία των στρατιωτικών. Πολλοί από αυτούς αιχμαλωτίστηκαν, άλλοι εσφάγησαν, οι υπόλοιποι έφτασαν εις την Ελλάδα με το μίσος φωλιασμένο στην ψυχή τους, εναντίον των αιτίων της καταστροφής των. Εκηρύχθη επανάσταση από τον Συνταγματάρχη Πλατήρα. Εξορίστηκε ο Κωνσταντίνος και εκτελέστηκαν έξη από τους πρωταίτιους πολιτικούς. Το αποτέλεσμα ήταν να σφαγούν 700-800 χιλιάδες Χριστιανοί της Μικράς Ασίας. Να επακολουθήσει η ανταλλαγή των μειονοτήτων Ελλάδας - Τουρκίας εκτός από την Ανατολική Θράκη για τους Τούρκους κι της Κωνσταντινούπολης για τους Ρωμιούς και Έλληνες κατοίκους τους. Ο αδελφός μου Κώτσος, επιλοχίας τότε, τη γλύτωσε ως εκ θαύματος και ενετάχθη στα τάγματα της Δημοκρατικής φρουράς των Αθηνών υπό τον Πλαστήρα. Μας έστειλε ένα γράμμα και μας καθησύχασε. Κατόπι μπήκε στη σχολή Αστυφυλάκων, έγινε αστυφύλακας, μετά τα παράτησε και έγινε χωροφύλακας. Οταν έφυγα σκαστός από την Πόλη τον βρήκα ύστερα από 20 ημέρες. Υπηρετούσε στο τμήμα καταδιώξεως. Μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας άρχισαν τα αντίποινα εναντίον των Ρωμιών της Πόλης. Ευτυχώς η κατοχή από τον συμμαχικό στρατό και στόλο εξακολουθούσε και δεν τολμούσαν οι Τούρκοι να ενεργήσουν στα φανερά παρά μόνο με φοβέρες και βρισιές μας ενοχλούσαν. Δύο άλλα αίτια ήταν που τους δέσμευαν, το ένα ήταν η μετατροπή της Αγκυρας ως πρωτεύουσας της Τουρκίας και το άλλο, ότι η Ελλάς με τα υπολείμματα των διαφυγόντων την αιχμαλωσία και με την κλήση δύο ηλικιών, είχε αναδιοργανώσει τον στρατό της και είχε αποστείλει στα Ελληνοτουρκικά σύνορα της Θράκης 40 χιλιάδες πολεμιστές υπό την αρχηγία του Στρατηγού Πάγκαλου. Εν τω μεταξύ, πολλά από τα συμμαχικά πολεμικά είχαν φύγει από την Πόλη, αλλά παρέμενε ο πανίσχυρος Αγγλικός στόλος που περιπολούσε από το Αιγαίο έως τη Μαύρη Θάλασσα με βάση ανεφοδιασμού την Κωνσταντινούπολη. Συχνά, περίπολοι από πεζοναύτες Σκωτσέζους και Αγγλους έκαναν την εμφάνιση τους στις κοινότητες των Ρωμιών για να τους ενθαρρύνουν. Η δουλειά όμως, είχε λίγο μετριαστεί. Δούλευα μόνος τώρα στο μαγαζί. Τώρα η πιστή Σουλτάνα έρχονταν και με έβρισκε στις οκτώ και έφευγε για το σπίτι της στις εννέα. Εγώ στου Μπαχτσελή γλέντι μέχρι τις 11 και από κει στο σπίτι. Την Κυριακή, παρέα όλη μέρα μαζί μου εκδρομή, δεν μου ζητούσε τίποτα και αν είχε τίποτε λεφτά θα μου τα έδινε. Παιδί δεν έκανε. Τα έξοδα μου ήταν μόνο τα κεράσματα. Το Σεπτέμβριο αρρώστησε η νονά μου. Γιατροί, γιατρικά, ανώφελα. Είχε καρκίνο του  φάρυγγος. Τις τελευταίες οκτώ μέρες της αγωνίας της τα βράδια, την φύλαγα εγώ μόνος. Είπαν να φέρουν την Περούζ για να μου κάνει παρέα, δεν δέχτηκα. Κοιμόμουν στο μιντέρι και όταν την ένοιωθα να ξύνει με τα νύχια της τον τοίχο, σηκωνόμουνα και με ένα κουταλάκι της έριχνα λίγο γάλα ή τσάι στο στόμα της, το μισό χυνόταν στην πετσέτα που της έβαζα για να μη βραχεί. Αδικα, είχε φράξει ο λάρυγγας της. Για να αγρυπνώ στα ξενύχτια μου, διάβαζα τους τρεις τόμους του Βίκτωρος Ουγκώ, οι Αθλιοι. Την τελευταία νύχτα της την είδα να ανασηκώνεται στο κρεβάτι της και με το αριστερό της χέρι να μου δείχνει τη φωτογραφία του νονού μου. Την πήρα και την πλησίασα. Μου άρπαξε το χέρι και ακούμπησε τη φωτογραφία στο στόμα της. Υστερα την έχωσε στο κοκαλιασμένο στήθος της, ακούμπησε το χέρι της επάνω στο στήθος της και ξάπλωσε. Τη σκέπασα και πήρα μια καρέκλα και έκατσα δίπλα της. Εγειρε το κεφάλι της προς τον τοίχο και ένα γκροχ βγήκε από το στόμα της. Εμπηξα τα κλάματα. Νονά ξεφώνιζα, άκουσαν από πάνω και κατέβηκαν. Παραδίπλα μας καθόταν ο γιατρός Σκραξιάς. Ετρεξε η μάνα μου και τον έφερε. Επιασε το σφυγμό της, πάει η καημένη η κυρία Αναστασία είπε. Θάφτηκε και η νονά μου δίπλα στο νονό μου, ο τάφος μας ήταν ολοκαίνουργιος. Εκεί βρίσκονταν και τα οστά του παππού μου του Αναστασίου Ιωαννίδη. Υστερα από τρία χρόνια σ’ αυτόν θα έθαβαν και τον πατέρα μου. Μετά, κανείς δικός μας δεν θα θαβόταν εκεί. Η μάνα μου θάφτηκε στο Γεντί-Κουλέ που καθόταν τελευταία. Τα αδέλφια μου ο Αναστάσης κάθεται στο Αρναούτ-κιοι. Η αδελφή μου στο σπίτι της μάνας μου. Ποιος θα φρόντιζε πια γι’ αυτόν τον τάφο. Βρίσκεται τώρα ερειπωμένος στη σειρά λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο τάφος του ανιψιού μου Ντίνου Παπαδόπουλου. Το Δεκέμβριο έγινε η επίσημη κατοχή της Κωνσταντινουπόλεως. Νομαρχία τώρα πια, διότι πρωτεύουσα πλέον ήταν η Αγκυρα. Τουρκικός στρατός με επί κεφαλής τον Ναϊλή Μπέη εγκαταστάθηκε στο Χαρμπιέ και παρέλαβε από τους συμμάχους τη Διοίκηση της Κωνσταντινουπόλεως.

Πρώτη τους ενέργεια ήταν να απαγορεύσουν τα ποτά. Ηρθαν και σφράγισαν τα μπουκάλια και τις νταμιτζάνες όλων των κέντρων μεταξύ αυτών και τα ποτά του Μπαχτσελή. Κάνανε επανάσταση οι Τούρκοι, μπορούσαν να κάνουν δίχως ούζο. Σε δύο μέρες ήρθαν και τα ξεσφράγισαν. Υστερα από αυτό το γεγονός άρχισαν να καταλαβαίνουν οι Ρωμιοί της Πόλης τι τους περίμενε αν έφευγε ο Αγγλικός στόλος από την Πόλη. Αρχισαν όσοι είχαν εκδηλώσει φανερά την συμπάθεια των προς την Ελλάδα κατά τον μικρασιάτικο πόλεμο να φεύγουν οι περισσότεροι διά την Θεσσαλονίκη και άλλοι δια τον Πειραιά.Ηλθε το καταραμένο 1923. Μπλόκα άρχισαν να κάνουν οι Τούρκοι και να ελέγχουν τους Ρωμιούς. Δηλαδή όσους Τούρκους ή Φράγκους έβρισκαν στο μπλόκο τους έδιωχναν αμέσως. Ρωμιούς και Αρμεναίους τους κουβαλούσαν στο Ταξίμ στους στρατώνες και τους έκαναν ελέγχους. Ενα πρωί με έπιασα και εμένα. Στον έλεγχο τους είπα ότι είχα απολυτήριο του Πολεμικού Ναυτικού. Δείξε μου το είπε ο αξιωματικός. Το έχω σπίτι μου του είπα. Μου έδωσε δύο στρατιώτες και πήγα και τηλεφώνησα στον μπακάλη μας το Πιρόλι. Εστειλε ένα παιδί και ειδοποίησε τον πατέρα μου. Ηταν άρρωστος, ήλθε η μάνα μου και τους έδειξε το απολυτήριο μου. Με άφησε και πήγαμε μεσημέρι στο σπίτι μας. Ύστερα από δυο μέρες ήλθε στο ραντεβού μου η Σουλτάνα με κόκκινα τα μάτια της από το κλάμα. Τι έχετε, τι έπαθες σε πείραξε κανένας τη ρώτησα. Σφιγμένη πάνω μου κλαίγοντας μου είπε ότι η θεία της θα την πάντρευε με έναν Ελληνορουμάνο καπετάνιο. Της έδινε προίκα το σπίτι της και ένα μεγάλο κτήμα που είχε στο Βελιγράδι. Θα πήγαιναν να κατοικήσουν στη Ρουμανία και θα κληρονομούσαν τη θεία μου την θεόκουφη. Τι να της πω εγώ ή τι να αποφασίσει εκείνη. Ηταν μια σπάνια ευκαιρία για να αποκατασταθεί. Τον είδες εσύ τη ρώτησα, σου άρεσε; Καλός είναι μου είπε, τον πήρα στη διπλανή κάμαρα και για να τον ξεφορτωθώ του είπα ότι είμαι γκαρσόνα και έχω αγαπητικό. Γέλασε, μου το είπε η θεια σου μου απάντησε, δεν πειράζει, να που είσαι ειλικρινής, από δω και μπρος μόνο, όταν παντρευτούμε θέλω να είσαι εντάξει μαζί μου. Σε δεκαπέντε ημέρες που θα γυρίσω θα παντρευτούμε εδώ και θα πάμε στη Ρουμανία μαζί και η θεία σου. Αλλά δώσε μου το λόγο σου και μου έπιασε το χέρι. Καλά του είπα, θα σκεφτώ και αύριο θα σου πω. Πήγε και βρήκε τη θεια μου και άρχισαν τη συζήτηση. Δε με θέλει, της έλεγε φωναχτά, θα σκεφτεί μου είπε. Αγρίεψε η θεια μου, εσύ έλα σε δεκαπέντε μέρες και αν δεν αποφασίσει θα τη διώξω να κάνει του κεφαλιού της. Με αναφιλητά μου τα έλεγε και σφιγγόταν απάνω μου ενώ εγώ σκεφτόμουνα τι να της πω για να την καταφέρω. Θα ήμουν πολύ άτιμος μια και δεν επρόκειτο να την πάρω εγώ. Αρχισα και εγώ τότε να παραπονιέμαι πως εδώ και ένα μήνα έχω φασαρίες στο σπίτι θέλουν να με παντρέψουν με μια γνωστή τους κοπέλα. Ο γέρος μου με όρκισε προχτές, εγώ θα πεθάνω όπου να’ ναι ποιος θα φροντίζει για το σπιτικό μας, το καθησύχασα πως θα σκεφτώ λίγο και θα του πω. Εσύ βρε Σουλτάνα τι θα γίνεις αν σε διώξει η θεια σου, για σκέψου το λιγάκι και εγώ τι διάβολο να κάνω, δεν θέλω να πικράνω τον πατέρα μου. Σταμάτησε να κλαίει, το ξέρω μου είπε, εγώ είμαι πιο μεγάλη από σένα, αλλά πάμε, θα τα σπάσω απόψε. Που θα πάμε, έξω χιονίζει της είπα, κάτσε εδώ. Οχι μου είπε, πάμε πια, το τελευταίο γλέντι μας είναι.  Ετρεξε στην πόρτα και φώναξε Ντουρ-μπε, στάσου βρε. Ητανε ένα αμάξι, τραβήξαμε το μουσαμά και κίνησε. Που θα πάμε; ρώτησε ο αμαξάς. Στο Λαλέ σοκάκ νούμερο πέντε του είπε. Πραγματικά τα σπάσαμε, όλο γέλια ήτανε, καμιά φορά γελούσα και εγώ άγρια. Στις μία μετά το μεσημέρι ξύπνησα, είχε φύγει, κατέβηκα να πληρώσω, ταμάμ μου είπε η τσατσά. Είχε πληρώσει Σε 10 μέρες να μου την, τι τρέχει τη ρώτησα ανήσυχος. Τίποτα, έλα, έμπα μες το αμάξι. Την Κυριακή παντρεύομαι, δεν έχει πια, τελειώσανε τα ψέματα. Το τελευταίο σπάσιμο με τη Σουλτάνα  ήτανε απόψε. Το πρωί εγώ την ξύπνησα, ντυνότανε και έτρεχαν τα δάκρυα από τα μάτια της. Ετσι ξεμπέρδεψε και αυτή η υπόθεση. Ημουν ευχαριστημένος πολύ που θα νοικοκυρευόταν. Ποτέ πια δεν ξαναειδωθήκαμε. Τα βράδια μας τώρα στου Μασπύρου, η πυροστιά εντάξει. Ο Ρενέ έκανε κόρτε με τη μεγάλη κόρη του Μασπύρου, έτσι τον φωνάζαμε γιατί πάντα όταν φεύγανε οι άλλοι, με μας έκανε παρέα τώρα με το τρακοσάρι του την Μαντίκα και με ένα καλό μεζέ. Στις έντεκα διαλύαμε. Ο Μασπύρος ήτανε σατράπης στο ζήτημα της τιμής, ήτανε όμως και παλληκαράς. Ενα βράδυ μπήκαν δυο Εγγλέζοι στη ταβέρνα για να πιουν. Ηταν φέσι στο μεθύσι, δεν στηλίζανε. Κάθισαν στο τραπέζι και παρήγγειλαν δύο ποτήρια μπύρα. Εκείνη την ώρα επειδή η είσοδος του διαμερίσματος που κάθονταν ήταν από τη ταβέρνα μπήκε η Ελισώ, η πρώτη του κόρη και όπως κάθε βράδυ πήγε στον μπουφέ, γιόμισε ένα ποτήρι μπύρα, και το ήπιε ρίχνοντας μια ματιά στο Ρενέ της. Ο ένας Εγγλέζος, νομίζοντας πως είναι του γλυκού νερού της ρίχτηκε, τον έσπρωξε και πήγε στη σκάλα για να ανεβεί επάνω. Ξανά όρμησε ο Εγγλέζος για να την πιάσει, και να σου ο Μασπύρος που έπινε μαζί μας στον βουτάει και του σώζει μια μπουνιά στα μούτρα.  Πέφτει ο Εγγλέζος χάμω και σηκώνεται βρίζοντας. με σκοπό να αρπαχτούν, σηκώνεται και ο Αλλος Εγγλέζος και αρχίζουν με σφιγμένες τις γροθιές να προχωρούν κατ’ απάνω του. Αρπάζει ένα μάρμαρο από το τραπέζι που ήταν δίπλα του και τους το φέρνει κατακέφαλα και τους σώριαζε ανάσκελα χάμω. Σηκωνόμαστε και εμείς να τον συνδράμουμε. Καθίστε βρε σεις να μη βρείτε τον μπελά σας γιατί θα πούνε ότι είμαστε τέσσερις. Οι Εγγλέζοι χάμω, πες από το μεθύσι, πες από τη μαρμαριά που φάγανε στο κεφάλι ασάλευτοι σαν να κοιμόνταν. Σηκώνει ο Μασπύρος τον ένανε και τονε βγάζει στο δρόμο και τον ξαπλώνει. Υστερα τον άλλον και πάει στο φυλάκιο που πάντα βρίσκονταν ένας πολισμάνος Τούρκος.  Ολοι γνωστοί του και φέρνει τον Μεμέτ που είχε βάρδια εκείνη τη νύχτα, του δείχνει τους ξαπλωμένους και του λέει τι συνέβη. Εσύ βρε γιολντάση του λέει ο Τούρκος, κλείσε το μαγαζί και σβήσε το φως. Εγώ θα τηλεφωνήσω. Κατεβάζει το κανάτι του μαγαζιού, σβήνει το φως και κάθεται μαζί μας. Περιμένουμε τι θα γίνει, εν τω μεταξύ σβήσανε και οι γυναίκες πάνω τα φώτα. Περνάει μισή ώρα, ακούμε ένα αυτοκίνητο να σταματάει απ’ έξω.  Ητανε η Αγγλική περίπολος με ένα Τούρκο αστυνομικό αγγλομαθή. Τους λέει ο Μεμέτης οτι είχαν αρπαχτεί στις γροθιές αναμεταξύ τους και όταν πήγε να τους χωρίσει τον κτύπησαν και εκείνον. Σαρχός τουρ μπε (μεθυσμένοι είναι βρε) πότε θα γκρεμιστούνε να φύγουνε κι’ αυτοί να ησυχάσουμε. Φορτώνουν τους μεθυσμένους στο αυτοκίνητο και φεύγουν. Μόλις έφυγε το αυτοκίνητο έφερε τον Μεμέτη ο Μασπύρος και κάναμε παρέα, εκείνος διπλό ποτήρι. Στο σπίτι κάθε πρωί γρίνια να παντρευτώ. Μαγαζί, σπίτι, ενοίκιο δε θα ‘χεις, ούτε μια καρέκλα δε θα πάρεις. Αυτά που σου μείνανε από τη νονά σου φτάνουνε και περισσεύουν, θα σου δώσουμε και μεις ότι θέλεις μου λέγανε, ώσπου πήρα την απόφαση με τη διαφορά ότι είχα βάλει στο μυαλό μου που τραβούσε τη μοίρα της και ανέβαινε επάνω. Μα που τα έψηνε με το φίλο μου τον Ρενέ. Τι διάβολο εύρισκε σ’ αυτόν τον μαϊμουδόμουτρο τζουτζέ. Ούτε σπίτι δικό του δεν είχε.

Αρχισα να την κορτάρω, να την παίρνω από πίσω της και εν τω μεταξύ να την κατηγορώ στον Ρενέ. Μια γειτόνισσα του, κόρη ενός αραμπατζή τον αγαπούσε πραγματικά το Ρενέ, ήθελε να τον παντρευτεί. Ενα χρόνο είχανε σχέσεις αναμεταξύ τους. Για μια ασήμαντη αφορμή τα είχανε χαλάσει. Αγγελική τη λυγάνε ήταν μοναχοκόρη και είχανε ένα σπιτάκι στο Σαιντ Εσπρί. Λίγο λίγο άρχισα να τον καταφέρνω. Εχει σπίτι δικό της βρε χάχα και σε θέλει, είναι ανάγκη να κυνηγάς την Ταταυλιανή, τι ξέρεις βρε τι κουμάσι είναι; Εχουμε τσακωθεί βρε Θόδωρε μου είπε στο τέλος. Αυριο θα σας αγαπήσω του είπα, θέλεις, αν δεν τη θέλεις θα την αρραβωνιαστώ. Αυτό το χάπι πέτυχε, δέχτηκε. Πήγα και πήρα τη Αγγελική και πήγαμε στο Φάληρο σε ένα κέντρο στο Ταξίμ, καθίσαμε σε ένα τραπέζι. Σε λίγο ήλθε και ο Ρενέ με τον Δημητρό και καθίσανε σε άλλο τραπέζι κοντά μας. Τούς κέρασα, με κεράσανε, σε λίγο γίναμε παρέα, το τέλος έγινε και η συμφιλίωση. Υστερα από 20 μέρες παντρεύτηκαν, στο γάμο τους παρών και εγώ με τον Δημητρό. Υστερα από δυο μέρες είχα το πρώτο ραντεβού με την Ελισώ. Οταν χωρίζαμε, το πρώτο μας φιλί για καπάρο. Από κει και πέρα διάφορα τεχνάσματα για να ανταμώνουμε, το πιο σίγουρο ήτανε ότι η Ελισώ πήγαινε να δει τη θεία της. Τα ‘μαθε η Αμια Φρατζέσκα και έπιασε τον Παντελή που δούλευε στο κουρείο του Μίλτου, παραδίπλα από το μαγαζί τους. Την καθησύχασε, ο Θοδωρής έχει καλό σκοπό της είπε, γιατί και εγώ τον ρώτησα, όπου να είναι θα έλθει ο πατέρας του να ζητήσει για νύμφη του. Από τότε τα μεζεδάκια της μέλλουσας πεθεράς μου ήταν τα πιο εκλεκτά για μένα γιατί ένα βράδυ την πείραξα και της είπα: Το ξέρεις, εμείς έχουμε έθιμο όταν μια μάνα παντρέψει την πρώτη κόρη της για να πάει γούρι να παντρέψει και τις άλλες, το χρωστάει εφτά φορές του γαμπρού.  Πάρτη νε Θοδωρή μου και μια παραπάνω έννοια σου, αφού είναι έθιμο, τι να κάνω αγόρι μου, χαλάλι σου. Θα την πάρω Αμια Φρατζέσκα, μόνο κοίτα να μη με γελάσεις, της είπα. Οχι γιόκα μου, έννοια σου. Αυτό το αστείο φυσικά ήταν μια βεβαίωση για την πεθερά μου γιατί ο Μασπύρος τα είχε πάρει πρέφα. Δε μου λες μωρή ρουφιάνα που γυρίζει τέτοια ώρα η κόρη σου, που θα μου πάει έννοια σου, θα την τσακώσω, την αγρίευε ο πεθερός μου. Αν δε σου κάνει για γαμπρός, διώξτονε, μου το είπε εμένα το παιδί. Μαλάκωσε ο Μασπύρος και σταμάτησε τη γρίνια. Το ίδιο βράδυ είπα στο σπίτι ότι θα παντρευτώ και να πάμε να το πούμε στους γονείς της. Καμιά αντίρρηση από μέρους τους, μόνο ο πατέρας μου ρώτησε αν είναι όμορφη. Ναι, είναι, του είπα. Διαδόθηκε οτι θα αρραβωνιαστώ και ω συνήθως άρχισαν οι ρουφιανιές. Πηγαινοέρχονταν  καλοθελήτριες και φυσικά από τις καραμανλούδες που ίσως καμιά να με ήθελε για γαμπρό και είχαν σχεδόν (διαγείρη ? σημ. λέξη δυσανάγνωστη) τη μάνα μου. Εκείνη την εποχή προίκα ήτανε τα ρούχα και τα εσώρουχα της νύφης. Οταν κάποιος νέος τολμούσε να ζητήσει προίκα, τον περιφρονούσε όλη η κοινωνία. Οταν πέθαιναν οι γονείς της, ότι είχανε ήταν του γαμπρού. Την Τρίτη ημέρα που είχα πει του πατέρα μου ότι θα του πω πότε θα πάμε για της Ελισώς, το βράδυ που πήγα σπίτι, η κάτω κάμαρα ήταν γεμάτη κόσμο. Οι βεγγέρες το χειμώνα ήταν έθιμο να πηγαινοέρχονται γείτονες γνωστοί ο ένας στον άλλο τα βράδια. Πριν δέκα μέρες είχαμε νοικιάσει για δυο μήνες στο μπροστινό του σπιτιού μας ένα δωμάτιο σε ένα Αρμένη δικηγόρο που είχε φύγει από την Ανατολή όπου οι Τούρκοι Τσέτες έσφαζαν, λεηλατούσαν όσους είχαν εξαιρεθεί από την ανταλλαγή των Ρωμιών με τους Τούρκους. Είχε τη γυναίκα του και δυο κόρες. Είχαν ντυθεί τα λεφτά και τα κοσμήματα τους φεύγοντας και είχαν τον τρόπο τους. Και αυτοί στη βεγγέρα μαζί με τους άλλους. Στη μέση της μεγάλης κάμαρης, ένα μεγάλο μαγκάλι με βάση, αναμμένο. Στη γωνιά πάνω στο τραπέζι ούζο και διάφοροι μεζέδες. Μόλις μπήκα, η οχλοβοή που ακούγονταν από το διάδρομο σταμάτησε με μιας. Με μια ματιά που έριξα του γέρου μου χαμήλωσε τα μάτια. Κατάλαβα ότι κάτι εναντίον μου συζητούσαν, γι’ αυτό όταν με είδαν βουβάθηκαν. Ημουνα πιωμένος λιγάκι. Μπαμπά, αύριο το απόγευμα θα πάμε να χαιρετήσουμε τη νύφη, είπα στον Αποστόλη να φέρει δύο αμάξια, του είπα. Μιλιά, τσιμουδιά. Θεόδωρε παιδί μου άρχισε η μάνα μου στενοχωρημένα, μας την κατηγόρησαν την Ελισώ, ξέρω και εγώ, τι να πω. Ακου μπαμπά, εσύ δε μου είπες ότι όποια και αποφασίσω να παντρευτώ θα τη δεχτείς για νύφη σου; Το λοιπόν και πουτάνα να είναι, αυτή θα πάρω, έδωσα το λόγο μου στη μάνα της, ο γέρος μου μιλιά. Θόδωρε παιδί μου, μας έκανε προξενιά μια, μόνο να τη δεις, μικρούλα και όμορφη. Αντί άλλης απάντησης άρπαξα το μαγκάλι με τα δυο μου χέρια και το πέταξα με τέτοια δύναμη που έσπασαν ξύλα, τζάμια και βρέθηκε στον κήπο. Κοίταξα γύρω μου αγριεμένος, βγήκα έξω, φόρεσα παλτό, καπέλο και βροντώντας την εξώθυρα βγήκα στο δρόμο. Το χιόνι είχε σταματήσει, ούτε ξέρω τι ώρα βρέθηκα στο μαγαζί μου, τα παπούτσια μου μες τις λάσπες, το χιόνι. Το παλτό μου λασπωμένο, είχα πέσει δυο φορές πάνω στο χιόνι τρέχοντας. Που ήθελα να κοιμηθώ, πάνω στα ροκανίδια αν υπήρχαν, ειδ’ άλλως στα σανίδια, στο πάτωμα. Εψαχνα να βρω το κλειδί της πόρτας, βλαστημούσα, δεν το έβρισκα και έδωσα μια κλωτσιά της πόρτας, να τη σπάσω. Αυτό με έσωσε γιατί θα πήγαινα κάπου αλλού. Τρέξανε οι Αρμένισσες με πιάσανε με το καλό και με πήγανε στο σπίτι τους δίπλα στο μαγαζί μου. Με ξεντύσανε, με βάλανε να κοιμηθώ. Που ύπνο να με πάρει, λίγο - λίγο συνήρθα, δε μου λες τι έπαθες με ρώτησε η Περούζ, με ποιον τσακώθηκες, τα ρούχα σου είναι γεμάτα λάσπες. Της είπα τα συμβάντα και άρχισα να γελώ. Με μάλωσε η Περούζ, μπήκε μέσα η Βεργκίν με ένα φλιτζάνι, να σου ρίξω και μέσα ρούμι να ζεσταθείς; Οχι εδώ είναι φούρνος το στρώμα. Γέλασε η Περούζ, εγώ κοιμόμουνα εδώ. Ηπια το τσάι και με πήρε ο ύπνος. Τα χαράματα πήγε και ειδοποίησε τους γονείς μου. Βλέπεις είπε ο πατέρας μου της μάνας μου, δεν πήγε στης Ελισώς όπως είπαν όλοι όταν έφευγαν, δεν σου είπα να μην του μιλήσεις μπροστά σε όλους, τώρα πια πάει και ο Θόδωρος και πήρε τα κλάματα. Το πρωί όταν ξύπνησα είχε έλθει η Περούζ. Λυπάμαι τον πατέρα σου, μου είπε, θα πεθάνει όπου να ‘ναι, είναι άρρωστος ο καημένος. Τινάχτηκα από το κρεβάτι, η Βεργκίν μου είχε περιποιηθεί τα ρούχα και πήγα κατευθείαν στο γέρο μου, τον αγκάλιασα, του ζήτησα συγνώμη, ήλθε και η μάνα μου. Δε μου λες εσύ, μήπως αυτή η ομορφούλα και μικρούλα είναι η Σεβαστή, αυτή ήθελες να πάρω με το γυάλινο μάτι; Οχι, μη ρωτάς ποια, όποια θέλεις πάρε, τώρα πέσε να κοιμηθείς, το βράδυ θα πάμε να χαιρετίσουμε την Ελισώ σου. Ο Αράμ εφέντης σε άρεσε, μου είπε είσαι άντρας, είπε, μπράβο του. 

Το βράδυ έγινε χαιρετισμός, τραπέζι πλούσιο αλά Πολίτα. Συμφωνήσαμε να γίνει επίσημος αρραβώνας αργότερα. Ο γέρος μου είπε, μια και καλή να παντρευτούμε. Η πεθερά μου είπε να ετοιμάσουμε την προίκα της πρώτα.

Από κει και πέρα τα βράδια ανέβαινα γραμμή επάνω, εκεί έκανα τα ούζα μου, εκεί η Αμια Φρατζέσκα έφερνε τα ζεστά μύδια της στο γιόκα της. Οταν κατέβαινα με περιλάμβανε ο Μασπύρος, έπρεπε να πιούμε τη μαστίχα μας.

Το μαγαζί έκλεινε πιο νωρίς, τώρα η δουλειά λιγόστευε.

 

επόμενη σελίδα 7. Ο Θόδωρος φεύγει κρυφά από την Τουρκία και φτάνει στον Πειραιά.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα