(4. Η Τουρκία βρίσκεται στη μεριά των ηττημένων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο).

 

Είχα προοδεύσει πολύ στην τέχνη μου αλλά και ο μαστρο Ισαάκ με είχε βοηθήσει πολύ. Τα χέρια μου είχαν βγάλει μερικούς μικρούς ρόζους. Οι Γερμανοί εκείνες τις ημέρες είχαν αιχμαλωτίσει στη Μαύρη Θάλασσα ένα Ρωσικό νοσοκομειακό καράβι. Μία τορπίλη του είχε κάνει ρήγμα κοντά στην πρύμνη. Το ρυμούλκησαν και το έφεραν στη μεγάλη μόνιμη δεξαμενή. Εκεί με πήρε μαζί του ο μάστορας μου ως βοηθό στις επισκευές που θα γίνονταν. Το μεροκάματο διπλό, 80 γρόσια. Τρεις μήνες έκανα εκεί στις επισκευές, τελειοποιήθηκα σε εφαρμογές. Οταν τελείωσε αυτή η δουλειά ήμουν πλέον τέλειος κάλφας. Μόνος μου σημάδευα τις δουλειές που μου έδινε  ο μάστορας μου. Κάθε κομμάτι που τελείωνε το εξέταζε και δώσ ’ του μπράβο Θοδωρή. Το μεροκάματο τώρα ήταν 120 γρόσια. Το Δεκέμβριο δεύτερο, αλλά επικίνδυνο επεισόδιο έλαχε στον πατέρα μου. Λόγω της αισθητής πλέον έλλειψης τροφίμων είχε κάνει την εμφάνιση της η πείνα. Ο κόσμος διαμαρτύρονταν φανερά, γινόταν επεισόδια μπρος τα τμήματα διανομής τροφίμων. Η μαύρη αγορά χόρταινε τους παραλήδες αλλά συμφόριαζε τους φτωχούς. Ανέλαβαν τότε οι στρατιωτικοί τον επισιτισμό της χώρας. Με μια προκήρυξη τους, απείλησαν με τυφεκισμό όσους θα συλλαμβάνονταν να κερδοσκοπούν εις βάρος του λαού. Ο πατέρας μου είχε 90 δελτία ψεύτικα, δηλαδή αυτά στηρίζονταν σε πιστοποιητικά πεθαμένων εν τω μεταξύ κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ευτυχώς όλα αυτά τα είχαν Τούρκοι φίλοι του. Σε μια νύχτα μέσα οι κάτοχοι τους τα εξαφάνισαν, τα έκαψαν. Φυσικά και ο Ιρφαν Μπέης ελάττωσε τις δόσεις των τροφίμων και του ψωμιού γιατί και αυτό θα ήταν μπέρδεμα αν στον έλεγχο ανακαλύπτονταν η κατεργαριά τους. Εγιναν καινούργιοι κατάλογοι και ταχτοποιήθηκε η υπόθεση. Παραμονή των Χριστουγέννων ήλθε ο στρατιωτικός έλεγχος πρώτος σε μας. Ενας αξιωματικός ο Ορχάν Μπέης επικεφαλής του ελέγχου, ήταν ο συνταγματάρχης που είχε τότε κάνει το καυγά με τον Ιρφαν Μπέη για να πάρουν το ψωμί. Τι ήθελε περισσότερο ο πατέρας μου για να αντιληφθεί από ποιον ερχόταν πάλι η ρουφιανιά. Αλλά είχαν λογαριάσει χωρίς τον ξενοδόχο. Δέκα στρατιώτες ανά πέντε  στέκονταν μπρος την πόρτα. Κάθε ένας δικαιούχος που έμπαινε στο μαγαζί, άφηνε το δελτίο του, έπαιρνε τα τρόφιμα του και έφευγε από την πίσω πόρτα του σπιτιού μας. Εκεί φύλαγαν 4 αστυνομικοί με επικεφαλής τον Αστυνόμο της κοινότητας μας, Χαΐρη. Αυτός μάζευε τα πιστοποιητικά. Το μεσημέρι τους πρότεινε ο πατέρας μου να φάνε. Δεν δέχτηκαν. Στις 4 η ώρα τελείωσε ο έλεγχος. Περίσσεψαν 16 δελτία. Από αυτά σύμφωνα με το νόμο δικαιούταν ο πατέρας μου 10 δελτία για ενοίκιο των δύο καταστημάτων και ανά τέσσερα δελτία στους δύο αναγνωρισμένους υπαλλήλους. Αρα ο πατέρας μου είχε δύο δελτία λιγότερα από εκείνα που δικαιούταν.  Τον συνεχάρη ο Συνταγματάρχης, είσαι πολύ καλός άνθρωπος του είπε, πρόσεχε τους εχθρούς σου. Τώρα ευχαρίστως θα πιούμε ένα ούζο. Τους ανέβασε όλους ο Αβραάμ εφέντης πάνω στη μεγάλη σάλα. Αξιωματικοί χώρια τραπέζι, στρατιώτες και πολισμάνοι χώρια τραπέζι. Χεστήκανε από φαΐ, κατουρηθήκανε από ρακί. Ο Χαΐρης ο αστυνόμος έλεγε του Ορχάν Μπέη, δε στο έλεγα εγώ, εσύ δε με πίστευες, αυτός είναι πλούσιος, δεν έχει ανάγκες από πενταροδεκάρες και αυτά που περισσέψανε τα πηγαίνει η χανούμισσα και τα μοιράζει στους φτωχούς. Αφεριμ μου Αβραάμ εφέντη, δωσ’ του ο Συνταγματάρχης και κατέβαζε τα ποτήρια. Θα πω στο γραφείο να σου προσθέσουν άλλα τέσσερα δελτία. Οχι Πασά μου, δεν θέλω του έλεγε ο Αβραάμ εφέντης, εγώ θέλω τα έξοδα να βγαίνουν μονάχα και τίποτε άλλο. Ευχαριστώ πολύ Πασά μου. Εφυγαν τάπα στο μεθύσι και έτσι πέρασε και αυτή η μπόρα. Πάντως στο εξής θα περιορίζονταν η τροφοδοσία μας ως εξής: 6 άτομα, 6 δελτία ατομικά, την οικογένεια 10 δελτία για ενοίκιο και προσωπική εργασία, γίνονται 16 δελτία. Στο υπόγειο ένα πιθάρι γεμάτο λάδι, τρία σακιά ζάχαρη, το ράφι γεμάτο σαπούνια για να ξεραίνονται, 8 τενεκέδες πετρέλαιο. Μια μόστρα συρταρωτή από όλα τα όσπρια και άλλα είδη τροφής. Η μάνα σταμάτησε τα βράδια να πηγαίνει στις παράγκες, γιατί πράγματι είχε ενσκήψει στην Πόλη η πείνα, η κλεψιά, η πουτανιά και το πιο απαίσιο απ’ όλα, η ψείρα.

Εμείς πια δεν θα είχαμε καμιά ενόχληση από τους στρατιωτικούς ύστερα από τον έλεγχο, και ούτε θα γυρίζαμε στους δρόμους για να βρούμε τρόφιμα στη μαύρη αγορά. Ο πόλεμος θα τελείωνε, έτσι έδειχναν οι προοπτικές, σύντομα. Για την καταπολέμηση της ψείρας προμηθεύτηκε ο μπαμπάς μου υδραργυραλοιφή. Σε ένα βάζο γυάλινο είχε αρκετή ποσότητα, αλείφαμε ένα σπάγκο και τον δέναμε στη μέση μας, είχε την ιδιότητα, μόλις κολλούσε ψείρα στο κορμί μας, ψοφούσε. Ο συνωστισμός που γινόταν στο μαγαζί κατά τη διανομή, μας κουβάλησε και ψείρες. Τότε ανέθεσε στους Λαζόπουλους τη διανομή ολοκληρωτικά, θα του έδιναν τα δελτία μας και ο πατέρας μου μια φορά το μήνα θα υπέγραφε την παραλαβή. Ετσι, απαλλαχτήκαμε από τις ψείρες και από τους καυγάδες που όσο λιγόστευαν τα τρόφιμα άρχισαν να δίνουν αφορμές στον κοσμάκη ότι τα κρύβαμε για να τα τρώμε εμείς.

Ηλθε το 1918, ήμουν 19 ετών. Απόκριες. Του Ιρφαν Μπέη ο γιος, κατόπιν παρακλήσεως εμού και των φίλων μου διοργάνωσε ένα μπαλ μασκέ στο καζίνο του Ανταλή. Οργανο η λατέρνα. Πήρε άδεια από την Αστυνομία και επειδή ήταν πλουσιόπαιδο Τούρκος, του την έδωσαν. Μαζευτήκαμε έως κάπου 40 αγόρια και κορίτσια, όλοι μασκαρεμένοι. Μεζέδες,  μπίρες, γλέντι, χορός. Με την τρίτη ντάμα που χόρευα κατάλαβα ότι ήθελε να μου δοθεί. Την ξαναχόρεψα σε λίγο, ήδη είχαμε αρχίσει να μεθάμε. Εβλεπα τα ζευγάρια να ανεβοκατέβαιναν επάνω. Κάναμε και εμείς το ίδιο.  Βρήκαμε ένα δωμάτιο άδειο, μπήκαμε μέσα, κλειδώσαμε και τη γλέντησα πάνω σε ένα ντιβάνι. Ούτε εγώ ήξερα ποια είναι ούτε εκείνη ποιος είμαι εγώ. Κατεβήκαμε και συνεχίσαμε το γλεντοκόπι και το χορό. Την κερνούσα και χόρευα μαζί της. Ξανανεβήκαμε, αφού κάναμε τη δουλειά μας πήγε στον καθρέπτη για να σιαχτεί, ανέβασε τη μάσκα της στο κούτελο, μέσα από τον καθρέπτη τη γνώρισα, απόρησα αλλά δεν έβγαλα μιλιά. Δύο σπίτια κάτω από μας, καθότανε μια χήρα, η κυρά Ολυμπία. Είχε δύο κόρες, η μεγάλη η Ελένη ήταν αρραβωνιασμένη με ένα μαυραγορίτη, αυτή που γνώρισα ήταν η μικρή, η Μαριάνθη. Επρεπε όμως να βεβαιωθώ πλήρως διότι ο αδελφός της Ολυμπίας ο Δημοσθένης είχε παντρευτεί τη θεία μου την Καλλιόπη όταν πέθανε ο παππούς μου. Τον είχε αγαπητικό η θεία μου πριν τον παντρευτεί, την χαρτζιλίκωνε φαίνεται, γι’ αυτό όταν πέθανε ο παππούς μου του βρέθηκαν μόνο 25 λίρες. Εκανε φασαρία τότε η μάνα μου περισσότερο για την ανιψιά της τη Μαγδαληνή η οποία όταν ερχότανε σπίτι μας της έδινε τρόφιμα και λεφτά, άλλωστε το θεωρούσε και υποχρέωση της, ήταν του αδελφού της παιδί. Μετά το μνημόσυνο του παππού, έπιασε τη μάνα μου ένας γείτονας τους, Συμεώνογλου, και τους είπε ότι είχε αγαπητικό η Καλλιόπη τον Δημοσθένη. Τα βράδια τον έβαζε σπίτι της. Το είπε η μάνα μου στον μπαμπά, λύσσιαξε ο γέρος μου, δεν το είχε τίποτα να την τσουρομαδήσει και να σπάσει στο ξύλο τον αγαπητικό. Ο Δημοσθένης είχε μαγαζί λίγο πιο πέρα από το σπίτι της θείας μου, πουλούσε κτηνοτροφές. Τα λεφτά που είχε κλέψει από τον παππού μου η Καλλιόπη όταν ξεψύχησε τα είχε δώσει στον αγαπητικό της με την υπόσχεση να την παντρευτεί. Εμείς οικογενειακώς λείπαμε στο Φανάρι, ήταν η γιορτή του Χαράλαμπου του ξυλέμπορου, εξαδέλφου του πατέρα μου, όταν τα μεσάνυχτα ήλθε ένα αμάξι και μας ειδοποίησε η Καλλιόπη ότι πέθανε ο παππούς. Ηταν καρδιακός άλλωστε. Κάτσαμε στο αμάξι και ήλθαμε στο σπίτι του παππού. Οταν του είπε η Καλλιόπη ότι είναι ζήτημα αν θα φθάσουν τα λεφτά για τα έξοδα της κηδείας, κόντεψε να τη δείρει, γιατί πως είναι δυνατό να είχανε μείνει χωρίς λεφτά και να μην το ήξερε η μάνα μου. Θα της ζητούσε εκείνης ο παππούς. Για να μη γίνει φασαρία και ρεζιλίκι, ο μπαμπάς ξόδεψε για την κηδεία του παππού. Πάντως δεν την έχαψε ο γέρος και όταν του είπε η μάνα αυτά που της είπε ο Συμεώνογλου πήγε και τον βρήκε και όταν βεβαιώθηκε τράβηξε γραμμή στο μαγαζί του Δημοσθένη, κλείδωσε την πόρτα, τον κόλλησε στον τοίχο, πρε παλιοπεζεβέγκη ή την παντρεύεσαι η θα σε σκοτώσω. Φοβήθηκε, ήξερε με ποιον είχε να κάνει και ποιος ήταν ο φίλος του και έτσι παντρευτήκανε. Ο αδελφός της Ολυμπίας, της μάνας της Μαριάνθης ήταν τώρα θείος μου. Πριν χαράξει, διαλύθηκε ο χορός, την πήρα από πίσω της από μακριά. Οταν την είδα να τραβάει για τη γειτονιά μας, κρύφτηκα στη γωνιά ενός σπιτιού και την είδα να μπαίνει στο σπίτι της, παραδίπλα από το δικό μας. Να που έβρισκε η κυρά Ολυμπία τα λεφτά και περνούσε φίνα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το βράδυ πήγα στο σπίτι που καθόντουσαν οι Αρμένισσες, η Βεργκίν και η Περούζ. Ηταν κολλητό με το δικό μας, στο πίσω μέρος του σπιτιού τους είχαν ένα στενόμακρο κήπο που έφθανε μέχρι τον άλλο δρόμο. Τα έξη σπίτια μαζί με το δικό μας κολλούσαν σ΄ αυτόν τον κήπο. Είχαν παράθυρα που έπαιρναν φως από τον κήπο. Το σπίτι της κυρά Ολυμπίας είχε ένα πηγάδι μισάρικο με τις Αρμένισσες. Το μισό πηγάδι άνοιγε μες το πλυσταριό τους, το άλλο μισό στον κήπο της Αρμένισσας. Οταν πήγαινα να ποτίσω τα λουλούδια τους ή να παίξω στον κήπο τους από το παράθυρο κουβέντιαζα με αυτήν ή με τις κόρες της. Οταν με είδαν οι Αρμένισσες να ανοίγω την πόρτα του κήπου, μου είπαν, θα βραχείς έξω χιονίζει. Πάω να φτιάξω το τσαρδάκι, πέσανε δυο καδρόνια πάνω στο καπάκι του πηγαδιού. Σύμπτωση, είδα τη Μαριάνθη να σιδερώνει. Της έγνεψα, ήλθε κοντά στο παράθυρο και με κοίταξε. Ανοιξε, θα σου πω κάτι της έγνεψα. Ανοιξε και περίμενε τι θα της πω. Πάμε στου Ανταλή να σε κεράσω μια μπίρα της είπα σιγανά. Τρόμαξε, αγρίεψε, έκλεισε το παράθυρο και έφυγε. Πήγα και εγώ στο σπίτι μας, τη δεύτερη βραδιά με ένα σκεπάρνι στο χέρι, πήγα στον κήπο και άρχισα να καρφώνω το τσαρδάκι. Ανοιξε το παράθυρο και μου έγνεψε, πέρασα στο πλυσταριό. Εσύ ήσουνα μου είπε, σαν να γνώρισα τη φωνή σου. Ναι εγώ ήμουνα, με όρκισε να μην πω τίποτα, τι να πω της είπα μήπως με συμφέρει να σε φανερώσω μες τη γειτονιά. Θα το μάθει ο μπαμπάς και θα γίνει ρεζίλι. Μου δόθηκε και φεύγοντας μου είπε Τρίτη και Πέμπτη κοιμάμαι στη θεία μου, να μην έρχεσαι, πρέπει κάπου αλλού να πηγαίνουμε. Θα μας πάρουν χαμπάρι οι Αρμένισσες. Καλά, αύριο θα σε περιμένω στο Τεπέ Ουστού, στη στάση του τραμ, εκεί θα τα πούμε. Με περίμενε το άλλο βράδυ. Πήγαμε στο Απανόζι, έτσι λεγόταν η συνοικία του έρωτα. Οταν πήγαινες με ντάμα η βίζιτα ήταν 40 γρόσια, όταν πήγαινες μόνος 80 γρόσια. Το καλοκαίρι, λίγο πιο πέρα από τα σπίτια μας ήτανε μια παλιά μάντρα και πήγαιναν και άλλα ζευγάρια. Ηταν ερημική μέσα στα χωράφια.

Το φθινόπωρο έγινε η ανακωχή. Η Τουρκία είχε χάσει τον πόλεμο. Είχαμε συμφωνήσει με τον μάστορα μου τον Ισαάκ να με πάρει στο μαγαζί στο Καλαφάτ-γιερί. Εκεί ήταν συγκεντρωμένα ναυπηγεία, χυτήρια, εργοστάσια, κλπ. Ολοι οι καλύτεροι τεχνίτες της Πόλης. Τέσσερις μέρες πριν να απολυθούμε, πριν από το μεσημέρι έκλεισαν οι πόρτες της σχολής. Γερμανοί, Αυστριακοί, Βούλγαροι είχαν φύγει πριν 15 ημέρες από την Πόλη. Ο μάστορας μου έλλειπε από τη Σχολή, ήταν άρρωστος. Κάθε μήνα τον έπιανε η αρρώστια του. Σεληνιασμός. Επεφτε όπου έβρισκε, χέρια, πόδια, έκανε συσπάσεις, αφρός έβγαινε από το στόμα του, σε πέντε λεπτά ησύχαζε. Σηκωνόταν με μάτια απλανή για λίγο και ύστερα συνερχόταν. Την ώρα της κρίσης δεν θυμόταν τίποτα. Από μικρός είχε αυτή την αρρώστια. Καταλάβαινε όμως μια μέρα πριν τι ήθελε να πάθει και φυλάγονταν, έμενε στο σπίτι του με τη μάνα του. Γυναίκα δεν είχε, φοβόταν να παντρευτεί αν και έβγαζε πολλά λεπτά, ήταν ο πρώτος μοδελάς της Πόλης.

Πήγα στο γραφείο του Ρεμζή Μπέη να τον ρωτήσω γιατί έκλεισε η σχολή. Μόλις με είδε ήλθε κοντά μου και μου ψιθύρισε

- (σημ. τουρκική λέξη δυσανάγνωστη) (φύγε).

Πήγα στην πόρτα και είπα στον φύλακα,

- Θέλω να πάρω τσιγάρα.

- Απαγορεύεται, δώσε μου τα λεφτά, θα στείλω εγώ να σου φέρουν.

Εκανα το γύρο του τείχους, παντού φύλακες. Εμάθαμε ότι ετοίμαζαν συνεργεία από μαραγκούς, σιδεράδες και μηχανικούς. Θα πηγαίναμε στα στενά των Δαρδανελλίων να ψαρέψουμε τις νάρκες που είχαν ποντίσει οι Γερμανοί για να κλείσουν τα Στενά, να μην μπει ο Αγγλικός Στόλος κατά τη διάρκεια του πολέμου. Πριν δύο μέρες είχε πάει μια ναρκοσυλλέκτης του Πολεμικού Ναυτικού και τινάχτηκε στον αέρα. Χάθηκαν το εν τρίτο του πληρώματος, οι υπόλοιποι τραυματίστηκαν βαρέως, άλλος έχασε τα χέρια του, άλλος τα πόδια του κλπ. Οι Γερμανοί που είχαν ποντίσει τις νάρκες είχαν φυσικά αφήσει δίαυλο, αλλά φεύγοντας είχαν καταστρέψει τους χάρτες του ναρκοπεδίου. Ανάστατος ο κόσμος μες τη Σχολή, μαζί μας και οι Τούρκοι αξιωματικοί που θα έρχονταν μαζί μας. Βρισιές, εμείς περιμέναμε να τελειώσει ο πόλεμος να ησυχάσουμε και τώρα για τρεις μέρες να σκοτωθούμε. Το απόγευμα ήλθε ένα άγημα και μας έδωσαν από τρία ψωμιά, τυρί και ελιές. Μας πήγαν και μας έκλεισαν σε ένα παλιό θωρηκτό. Το πρωί με δύο καραβάκια θα πηγαίναμε στα Στενά να ψαρέψουμε τις νάρκες. Μαζί μου ήταν και ένας αρχιφύλακας (τσαούσης) Αρμένης, ο Καραμπέτ. Οταν πηγαίναμε στην πυριτιδαποθήκη να δουλέψουμε αυτός μας συνόδευε. Τώρα θα έρχονταν και αυτός μαζί μας ως αρχιφύλακας. Είμαστε πολύ φιλιωμένοι γιατί πότε-πότε του έδινα το ψωμί μου και τη μεσημβρινή καραβάνα μου. Τι θα γίνει βρε Θοδωρή θα σκοτωθούμε έλεγε ελληνικά στο δρόμο. Τι να του πω, δεν απαντούσα μόνο σχεδίαζα μες το μυαλό μου τον τρόπο που μπορούσαμε να το σκάσουμε οι δυο μας. Το βράδυ, μες το καράβι που ήταν φουνταρισμένο αντίπερα στην πόρτα της πυριτιδαποθήκης κατέστρωσα το σχέδιο της απόδρασης. Τι ώρα έχεις βάρδια Καραμπέτ; 10 - 12. Στη βάρδια σου θα φύγουμε. Και που θα πάμε; Στον μπαρουτχανά (σημ. πυριτιδαποθήκη) αλλά δε βγαίνει από εδώ, παντού έχουνε τάμπιες (πλωτά φυλάκια). Το ξέρω του είπα, πόσες φορές έχουμε μπει στον μπαρουτχανά. Είσαι αξιωματικός, μπρος εσύ, θα μπούμε μέσα, αντί να πάμε για τις αποθήκες θα στρίψουμε στους μπαχτσέδες, ένα σύρμα είναι μοναχά εκεί.  Αλλωστε τι ξέρουν αυτοί εκεί μέσα τι γίνεται με μας. Θα πάρουμε το αυλάκι του νερού και θα βγούμε στο Καρά-κιοι , από κει και πέρα ή στα Ταταύλα ή στο σπίτι μας. Τι ημπορεί κανείς να υποψιαστεί όταν δει έναν τσαούση με ένα ναύτη να περπατούν. Με παραδέχτηκε και συμφωνήσαμε στη βάρδια του να το σκάσουμε. Αν μας ρωτούσε κανείς, θα έλεγε ο Καραμπέτ ότι πάμε να πάρουμε δυο λοστούς, διαταγή του πλοιάρχου. Στις δέκα ανέλαβε βάρδια από τον προκάτοχο του. Ησυχία παντού, όλοι κοιμόταν. Στις δέκα και τέταρτο μπρος εκείνος, πίσω εγώ, κατεβήκαμε τη σκάλα, φτάσαμε στην πύλη και προχωρήσαμε μέσα ενώ ο φύλακας μας χαιρετούσε. Περνώντας από το γραφείο της σκοπιάς, έβγαλε έξω το κεφάλι του ένας υπαξιωματικός, μας κοίταξε και έχωσε το κεφάλι του μέσα. Προχωρούσαμε ατάραχοι, οι αρβύλες μας μες τη σιωπή κάνανε τρακ - τρουκ. Στρίψαμε δεξιά, φτάσαμε στο σύρμα, το ανασήκωσε ο Καραμπέτ, το έπιασα εγώ, πέρασε και εκείνος. Προχωρούσαμε τώρα στους μπαχτσέδες, φτάσαμε στο αυλάκι και πήραμε το μονοπάτι. Ξαφνικά ακούστηκαν γαυγητά από ένα μαντρόσκυλο. Στάθηκε ο Καραμπέτ. Βγάλε το πιστόλι σου και μπήξε μια φωνή, θα φανεί κανείς, αν όχι και έρθει καταπάνω μας, σκότωσε τον βρε Καραμπέτ, έτσι κι’ αλλιώς είμαστε χαμένοι.  Πήρε θάρρος, έμπηξε μια φωνή. Βγήκε από την καλύβα ένας Τουρκαλάς με ένα φανάρι στο χέρι. Είδε τον Καραμπέτ να σημαδεύει το σκυλί. Μην το κάνεις τσαούση, συγνώμη είπε στα Τούρκικα. Μάζεψε το σκυλί σου παλιογαϊδούρι γρήγορα. Αρπαξε το σκυλί και έφυγε. Ησυχία παντού και αν άκουσαν δεν έδωσαν σημασία. Ηξερα από κει και πέρα το δρόμο. Τον σταμάτησα, έλα να βγάλουμε τις αρβύλες, πιο εκεί αψηλά είναι ένα φυλάκιο, φαίνεται από το χωριό μας. Με τις κάλτσες τώρα προχωρούσαμε, κόντευαν ή ήταν μεσάνυχτα. Φτάσαμε στο Καρφίκι, στην πηγή του νερού. Μπήκα εγώ μπρος, πήραμε τον ανήφορο και φτάσαμε στα μνήματα. Ελα τώρα κάτσε να καπνίσουμε και αν μας δει κανείς, αυτός θα φοβηθεί και όχι εμείς αυτόνα. Καπνίσαμε, ξεκουραστήκαμε λίγο, βάλαμε τις αρβύλες και πήραμε το δρόμο για το σπίτι μας. Στο δρόμο είδαμε να έρχεται ένας, με ένα κοφίνι στην πλάτη. Μόλις μας είδε, έστριψε και πήρε δρόμο. Ελα βρε του είπα πες κανέναν αμανέ τώρα (ήταν καλός τραγουδιστής). Κοντεύουμε, μου είπε, που είναι το σπίτι σας; Του έδειξα από μακριά μια λάμπα αναμμένη, φαινόταν από το μπαλκόνι μας. Αγρυπνούσαν, με είχαν χάσει άλλη φορά δεν είχα κάνει τέτοιο πράμμα. Είδα το γέρο μου να καπνίζει όπως έπεφτε το φως επάνω του. Μπαμπά άνοιξε του φώναξα. Που ήσουνα βρε Θοδωρή παιδί μου, μας τρόμαξες. Κατέβηκε, άνοιξε την πόρτα. Μπήκα μέσα και πίσω μου ο Καραμπέτ. Σήκωσε τη λάμπα και τον κοίταξε. Πιάσαμε τα γέλια, ανεβήκαμε επάνω, του είπαμε τα γεγονότα. Ηταν η ώρα μιάμιση. Μου έφερε η μάνα μου να φάμε, έφερε του Καραμπέτ μια φορεσιά του πατέρα μου. Είχαν το ίδιο ανάστημα, με τη διαφορά ο πατέρας ήταν σωματώδης, ενώ ο Καραμπέτ λιγνός. Κωμωδία. Πέσαμε στον ύπνο.  Στις έξη το πρωί, ντυμένοι πολιτικά, με φέσι στο κεφάλι κατεβήκαμε στο Γαλατά και με το καραβάκι πήγαμε στο Χαϊντάρ πασά. Ο Καραμπέτ πήγε στο σπίτι του. Εγώ με το τραίνο πήγα στη Κέμζε και από κει με ταλίκα κατέβηκα στην Αρετσού. Το μεσημέρι που ερχόταν το βαποράκι από την Πόλη, αγόραζα μια εφημερίδα και παρακολουθούσα τα γεγονότα. της Πόλης. Την Τρίτη ημέρα έγραψαν οι εφημερίδες ότι από τα δύο ναρκαλιευτικά το ένα γλύτωσε, το άλλο πέτυχε μια μαγνητική νάρκη και το ανατίναξε. Από τους 80 που ήταν πλήρωμα, οι 10 σκοτωθήκανε, οι 25 τραυματίστηκαν και οι υπόλοιποι σώθηκαν. Κατόπιν τούτου, ανέλαβε το Αγγλικό Ναυαρχείο να καθαρίσει τα Στενά από τις νάρκες για να μπει ο στόλος της κατοχής στην Πόλη. Εξη ημέρες ύστερα μπήκε ο στόλος των νικητών στην Πόλη υπό τον Άγγλο Ναύαρχο Χάρριγκτον. Και ο στρατός ξηράς υπό τον Γάλλο Στρατάρχη Φρανσουά Ντεσπερέ. Τιμής ένεκεν διότι η Πόλη ήταν πρώην πρωτεύουσα του Ελληνισμού, μετά την Αγγλική ναυαρχίδα, το Κουήν Ελίζαμπεθ, μπήκε το Αβέρωφ με δύο αντιτορπιλικά, το Λέων και το Ιέραξ. Πήγανε και φουντάρανε αντίκρυ στο παλάτι του Ντολμά Μπαχτσέ όπου είχαν περιορίσει τον Σουλτάνο Ρεσάτ. Το πεζικό μετά του αρχιστρατήγου Φρανσουά Ντεσπερέ, ένα σύνταγμα Ελληνικό υπό τον υποστράτηγο Βλαχόπουλο. Αυτό άλλωστε ήτανε και δικαίωμα του Ελληνικού στρατού που πολεμούσε μαζί με τους Γάλλους δύο χρόνια στο μέτωπο της Θράκης. Τότε ήταν και αν ξεσπιτώθηκε ο Ελληνισμός της Πόλης.  Ησαν 200.000 Ραγιαδες δηλαδή Ρωμιοί και 50.000 Ελληνες υπήκοοι. Ασπρο και μπλε ύφασμα δεν έμεινε στα καταστήματα της Πόλης.  Μεγάλου μεγέθους Ελληνικές σημαίες αναρτήθηκαν σε όλα τα σπίτια της Πόλης. Σύμφωνα όμως με την προκήρυξη του Γάλλου στρατάρχη διοικητή της Πόλης έπρεπε μαζί με την Ελληνική σημαία να αναρτώνται και άλλες τρεις σημαίες, η Γαλλική, η Αγγλική και η Ιταλική. Τι έκαναν τότε οι δικοί μας. Δίπλα στη μεγάλη Ελληνική σημαία αναρτούσαν και τρεις μικρές των συμμάχων. Ο Ελληνικός Εμπορικός Σύλλογος ανήρτησε μια Ελληνική σημαία στο Ελληνικό Προξενείο που ήταν στο Πέραν βαλμένη σε ένα σιδερένιο κοντάρι που το είχαν μπήξει στην ταράτσα, μήκους 12 μέτρων, πλάτους 4 μέτρων με ολόχρυσα κρόσσια και εκτός από το ολόχρυσο σταυρό, έναν ολόχρυσο δικέφαλο αετό. Από τις δύο άκρες της τεράστιας αυτής σημαίας με δύο τεντωμένα σχοινιά όλο χρυσά κρόσσια τυλιγμένα, αφενός για να συγκρατήσου το βάρος της, αφετέρου όταν έπιανε άνεμος για να στέκεται τσιτωμένη, τα είχαν δέσει το ένα σχοινί στον τοίχο του Προξενείου και το άλλο στο απέναντι μέγαρο του Ευγενίδη. 185 χρυσές λίρες είχε στοιχίσει αυτή η σημαία. Αυτή η σημαία ήταν ένα χαστούκι για τους συμμάχους μας. Επρόκειτο ύστερα από μια εβδομάδα να γίνει άλλο ένα επεισόδιο, πιο σοβαρό εις βάρος των. Αυτό έγινε όταν άρχισε η επίσημη παρέλαση των στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής. Ξεκίνησαν τα στρατεύματα από το σουλτάν Βαγιαζίτ όπου ήταν οι μεγάλοι στρατώνες της Πόλης. Επί κεφαλής ο Γάλλος Στρατάρχης ντυμένος με στολή πορθητή μουσουλμάνου.  Στο κεφάλι του σουλτανικό σαρίκι, η ενδυμασία του αραβική όπως τη φορούσε ο Μωάμεθ ο κατακτητής της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Φυσικά αυτό κολάκευσε τους Τούρκους αλλά δυσαρέστησε τους Ρωμιούς. Αμέσως ετοιμάστηκαν οι Ρωμιοί για να αντιδράσουν και είχαν δίκιο γιατί όπως οι άλλοι Στρατηγοί φορούσαν τις στολές που αντιπροσώπευαν τα κράτη τους, έπρεπε και ο Γάλλος να κάνει το ίδιο. Τι σημασία είχε αυτό το κόλπο; Πολιτική. Οι Γάλλοι ήθελαν να έχουν με το μέρος τους τα 20.000.000 των μουσουλμάνων που ήταν τότε ο πληθυσμός της Τουρκίας. Μετά από το Γάλλο στρατάρχη με το επιτελείο του, τον ακολουθούσε ο Γαλλικός στρατός. Δεύτερος ερχόταν ο πανύψηλος Έλληνας στρατηγός Ιωάννου με το επιτελείο του και ο Ελληνικός στρατός, ντυμένοι όλοι τσολιάδες. Υστερα ο Αγγλος με πεζοναύτες και τελευταίοι οι Ιταλοί καραμπινιέροι που είχαν την αστυνομική διοίκηση της Πόλης. Οσο η παρέλαση διέρχονταν από τουρκικές συνοικίες ακούγονταν χειροκροτήματα. Το ίδιο γινόταν όταν πέρασε το γεφύρι και άρχιζε να ανηφορίζει προς το Πέραν όπου οι κάτοικοι ήταν ανάμικτοι. Οταν όμως ο Χαλίφης (έτσι φώναζαν οι Ρωμιοί τον Γάλλο αρχιστράτηγο από τα ελληνικά σπίτια) μπήκε στη μεγάλη λεωφόρο του Πέραν και πλησίαζε προς το Ελληνικό προξενείο, όλοι οι Ρωμιοί που είχαν συγκεντρωθεί στις ταράτσες, τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα και να φωνάζουν Ζήτω η Ελλάς, και όχι Ζήτω οι σύμμαχοι όπως όφειλαν. Σταμάτησε η παρέλαση. Ο Γάλλος στρατάρχης καβάλα στο άσπρο άλογο του τώρα ατένιζε την τεράστια Ελληνική σημαία του Προξενείου. Οι πυροβολισμοί εξακολουθούσαν, οι ζητωκραυγές ζήτω η Ελλάς τρυπούσαν τα αυτιά του. Αμέσως προχώρησε ο Αγγλος αρχηγός των πεζοναυτών καβάλα στο άλογο του,, τον πλησίασε, τον χαιρέτησε, και του είπε μερικές λέξεις. Κατόπιν τούτου ξεκίνησε πάλι η παρέλαση. Ο στρατάρχης πέρασε κάτω από την Ελληνική σημαία και τέλος η παρέλαση ύστερα από τριών ωρών πορεία έφτασε στο Λόφο της Ελευθερίας. Εκεί τον περίμενε ο Τούρκος Αρχιστράτηγος με το επιτελείο του. Του παρέδωσε το ξίφος του. Το πήρε ο Γάλλος, έκανε το γύρο του μνημείου με το άγαλμα της ελευθερίας που ορθώνονταν στη μέση του. Πλησίασε τον Τούρκο και του έδωσε το ξίφος που κρατούσε στα χέρια του. Ζητωκραύγασαν οι  συναθροισμένοι Τούρκοι και έτσι έγινε η επίσημη κατοχή του Τουρκικού κράτους από τους Συμμάχους.

 

επόμενη σελίδα 5. Ο συμμαχικός στρατός κατοχής προστατεύει τους Ρωμιούς της Πόλης.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα