(2. Τα εφηβικά χρόνια του Θόδωρου, μέχρι που κηρύχτηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος).

 

Το σπίτι μας ήταν στα σύνορα των κοινοτήτων Φερίκ-κιόι και Ταταύλα, το νεκροταφείο Αγιος Ελευθέριος ανήκε και στις δύο κοινότητες. Δικαιώματα διοικήσεως όμως τα είχαν οι Ταταυλιανοί γιατί βρίσκονταν στην κοινότητα τους. Ηταν το σχολαρχείο αυτό το πρώτο από τα Ελληνικά εκπαιδευτήρια της Πόλης. Οι καθηγητές που δίδασκαν εκεί ήταν από τους πιο ακριβοπληρωμένους δάσκαλους της Πόλης. Εκτός αυτού είχε γυμναστή τον περίφημο τότε αθλητή Γαβριηλίδη. Γύμναζε και τα κορίτσια του παρθεναγωγείου, όταν τον θύμωναν τις φώναζε καλτάκες (πουτάνες).  Είχε δύο δίδυμους δασκάλους μουσικής, βιολί βιολοντσέλο και παιδονόμο. Είχε γυμναστικό σύλλογο «ο Ηρακλής». Είχε ένα μεγάλο κτήριο στο οποίο στεγάζονταν ο φιλολογικός σύλλογος. Η βιβλιοθήκη και η μεγάλη Ζαχαρόφειος αίθουσα όπου γινόταν διαλέξεις, δίνονταν χοροί και θεατρικές παραστάσεις. Στα υπόγεια υπήρχε το κοινοτικό συσσίτιο και τέλος, η μοναδική Ελληνική Λέσχη των Ταταύλων. Είχε μόνιμο Δεσπότη του οποίου έδρα ήταν ο Άγιος Δημήτριος και δύο εκκλησίες, τον Αγιο Αθανάσιο και την Ευαγγελίστρια. Ηταν η μεγαλύτερη κοινότητα και η πιο πλούσια κοινότητα της Πόλης. Την Καθαρή Δευτέρα από όλες τις κοινότητες της Πόλης ξεκινούσαν μασκαρεμένοι και μη όπου γινόταν το μπακλί-χοράνι (ο χορός του κουκιού). Ολα επίσης τα Ελληνικά σωματεία αντιπροσωπεύονταν σε αυτόν τον εορτασμό με τις τοπικές ενδυμασίες της Ελλάδας. Κρητικοί, Ηπειρώτες, Χιώτες, Ρουμελιώτες, Ανδριώτες, Κεφαλλονίτες, Μακεδόνες, Θρακιώτες κλπ. με τα τοπικά όργανα τους. Ολα τα κέντρα πλημμύριζαν κόσμο. Αλλά το επίκεντρο που συναθροίζονταν οι πατεράδες ήταν το καζίνο Ακρόπολις μέσα σε ένα περιτοιχισμένο μεγάλο κτήμα με τα μεγάλα πλατάνια του τόσο πυκνά που δεν τα διαπερνούσε ούτε το ψιλοβρόχι. Μια πολυμελής Ρουμάνικη ορχήστρα  στην οποία συμμετείχαν και Ρωμιοί μουσικοί έπαιζε με προσδιορισμένο πρόγραμμα όλους τους τότε γνωστούς χορούς. Από όλα τα απομακρυσμένα Ρωμιοχώρια από την προηγούμενη κατέφθαναν με αραμπάδες οικογένειες ολόκληρες με τις ψάθες τους και στρώνονταν στα γύρω χωράφια και συμμετείχαν και αυτές στον πανζουρλισμό που επικρατούσε εκεί. Το απόγευμα κατέφθαναν καβάλα σε αλογάκια ντυμένα με ακριβή μασκαράτα οι ωραιότερες από τις πόρνες της Πόλης. Από πίσω με αμάξια οι αγαπητικοί  της ημέρας τους. Μεταξύ αυτών πλουσιόπαιδα μπέηδων της Πόλης. Αυτές αφού έκαναν ένα γύρο για να δουν τις παρέες που γλεντούσαν, έμπαιναν στη χειμερινή σάλα του καζίνου και σχεδόν ξημερώνονταν. Μερικοί από τους νέους πλουσιόπαιδες έμπαιναν και αυτοί με τις μασκαρεμένες φιλενάδες τους στο μέσα κέντρο. Πιοτό για εκείνη την ημέρα ήταν η περίφημη μπίρα του Μπομόντε. Εκεί σ’ αυτό το συγκέντρωμα φαίνονταν από τις λίρες που ξοδεύονταν η παντοδυναμία της Ρωμιοσύνης της Πόλης που ήταν ο κύριος μοχλός που κινούσε την οικονομία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αστυνομικοί του Φερίκ-κιόι και του Τατάυλα, με πολιτική στολή, επέβλεπαν την τάξη με επικεφαλής τους αξιωματικούς των. Εκεί όμως το έδειχνε και η Ρωμέικη πανουργία. Τους καλούσαν στις παρέες τους, τους κερνούσαν, όπου στο τέλος δεν ήξερες ποιος φυλούσε ποιον. Εκεί φαινόταν και το σέβας που είχαν οι νεότεροι προς τους μεγαλύτερους των. Οταν κανένας μεθυσμένος νταής ήθελε να διαταράξει το κέφι που επικρατούσε στον κόσμο εκεί γύρω, στο λεπτό τον άρπαζαν και αν έκανε ζοριλίκια ούτε ψύλλος στον κόρφο του. Πρώτα ξύλο και εν ανάγκη καμιά μαχαιριά στον κώλο του και πέταμα στα χωράφια. Ειδοποιούσαν άλλοι το σπιτικό του, τον μάζευαν και του γιάτρευαν τον κώλο. Σ’ αυτό το γλέντι έπαιρνα μέρος και οι Αρμεναίοι και λίγοι Φράγκοι, αλλά Εβραίος ουδείς.

Δώδεκα χρονών ήμουνα της έκτης σχολαρχείου όταν επικράτησε το κίνημα των Νεοτούρκων που ξεκίνησαν από τη Θεσσαλονίκη και ύστερα από μια μάχη που έδωσαν στο Γεσίλ-κιοι με τους Σουλτανικούς, κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, εξόρισαν τον Σουλτάνο και στη θέση του ανακήρυξαν το μικρότερο αδελφό του Ρεσάτ βασιλέα. Αυτός ανεγνώρισε το κίνημα των Νεοτούρκων και αναθεώρησε το Σύνταγμα. Εγιναν πολλές μεταρρυθμίσεις, μεταξύ αυτών καταργήθηκε και το σύστημα της μισθοδοσίας των Αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού και έτσι σταμάτησε και η πραγματικά επικερδής εργασία του πατέρα μου. Ταυτόχρονα έδιωξαν και τους τεχνίτες του παλατιού και φυσικά και τον νονό μου. Οι μεγάλες σπατάλες που έκανε ο Σουλτάν Αμπτούλ Χαμίτ που στοίχιζε υπέρογκα ποσά στον προϋπολογισμό του κράτους ήταν η αφορμή του κινήματος το οποίο επέτυχε σχεδόν άνευ μάχης, διότι και ο λαός ήταν δυσαρεστημένοι εναντίον του, καθώς και οι κατώτεροι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί διά την πενιχρή μισθοδοσία τους. Ιδρύθηκε αμέσως το κόμμα «Ενωσις και Πρόοδος των Νεοτούρκων» και δημιουργήθηκαν σε όλες τις πόλεις του Βασιλείου της Τουρκίας, όπως ονομάστηκε με το καινούργιο Σύνταγμα, παραρτήματα του κόμματος «Ενωσις και Πρόοδος». Στην περιφέρεια μας το παράρτημα του κόμματος εγκαταστάθηκε στο Πανκάγκ. Σ’ αυτό ανήκαν τα Τατάβλα, το Φερίκ-κιόι, το Νισάντας, το Χαμπιέ και το Σισλί. Πρόεδρος του συλλόγου βάλθηκε από το κόμμα ο Ιρφαν Μπέης, φίλος του πατέρα μου. Για να έχει με το μέρος του και τους Ρωμιούς, ενέγραψε μέλος του κόμματος και τον πατέρα μου. Φυσικά αυτό εξόργισε τον Μουκτάρη (σημ. κοινοτάρχης) του χωριού μας Καλλίνικον Χρυσανθόπουλον και άρχισε να τον διαβάλλει ως δήθεν Παλαιότουρκον. Το έμαθε ο πατέρας μου και απόρησε. Τη δεύτερη μέρα κιόλας τον συνάντησε στον δρόμο, Γύρισε τη μούρη του και καμώθηκε πως δεν τον είδε ο Καλλίνικος. Τον άρπαξε και τον έχωσε σε μια μάντρα, βρε κερατά εσύ είσαι 15 χρόνια μεγαλύτερος μου και είσαι και μουκτάρης, ποιος είναι βρε παλιότουρκος εσύ ή εγώ; Αν ήσουν Αρμένης, Φράγκος ή Εβραίος θα σε δικαιολογούσα, αλλά εσύ βρε Ρωμιός και να χαντακώνεις εμένα και του έσκασε δυο χαστούκια. Οταν πήγε στο γραφείο δεν είπε τίποτα στον πρόεδρο και κάθισε σε μια πολυθρόνα. Ο εκνευρισμός του όμως που είχε τον φανέρωσε. Τι έχεις τον ρώτησε ο Ιρφαν Μπέης. Του είπε το επεισόδιο, την άλλη μέρα έβαλε άλλο μουκτάρη στη θέση του Καλλίνικου. Αυτό επεισόδιο θα είχε ύστερα από τέσσερα χρόνια τις συνέπειες του χαστουκίσματος του Καλλίνικου. Δεκατριών ετών πήρα το απολυτήριο μου από το σχολαρχείο και το φθινόπωρο κατόπιν εξετάσεων στα Γαλλικά στα οποία ήμουν άριστα καταρτισμένος εισήχθην στην Τετάρτη τάξη του Γαλλικού Λυκείου Σαιν Ζαν Μπατιστ (Saint Jean Batiste). Αυτή η σχολή ήταν στο Πέραν κοντά στο Ελληνικό προξενείο. Στα γαλλικά σχολεία οι τάξεις αρχίζουν από την έκτη και τελειώνουν στην πρώτη. Αρα ύστερα από τρία χρόνια θα πήγαινα στη Ζυρίχη της Ελβετίας για να σπουδάσω αρχιτέκτων. Και αυτή η σχολή λεγόταν Σαιν Ζαν Μπατιστ. Συνεργάζονταν η μια με την άλλη διότι ανήκαν στο ίδιο τάγμα των φρέρηδων (σημ. των αδελφών μοναχών που ήταν και καθηγητές) και η διδασκαλία σ’ αυτό το πολυτεχνείο γινόταν στη Γαλλική γλώσσα. Η σχολή στην οποία φοιτούσα τώρα, είχε το προνόμιο να εισάγονται οι μαθητές στο γαλλικό πολυτεχνείο άνευ εξετάσεων. Το απολυτήριο της μιας σχολής άνοιγε την πόρτα της άλλης σχολής. Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου μετέτρεψε το μεγάλο γωνιακό δωμάτιο στο πρώτο πάτωμα του σπιτιού σε μαγαζί. Είχε ένα συγγενή, το γιατρό Χρήστο Πωγονάτο ο οποίος ήταν διορισμένος δημαρχιακός γιατρός  σε ένα πλούσιο χωριό μεσ΄ τον Αστακηνό κόλπο που λεγόταν Αρετσού (Ρύσιον ονομαζόταν επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας).  Είχε πληθυσμό 34.000 κατοίκους, όλους Ρωμιούς. Οι μισοί κάτοικοι ήταν γεωργοί, οι άλλοι ψαράδες. Ηταν διηρημένο σε 4 ενορίες η κάθε μία με την εκκλησία της. Ο πλούτος της ήταν το άφθονο σκουμπρί που μαζεύονταν εκεί και το έκαναν τσίρους. Αλλά το μεγάλο κέρδος το είχαν όταν ψάρευαν στη Μαύρη Θάλασσα το ψάρι που γίνεται το ακριβό χαβιάρι. Το λάδι της ήταν το καλύτερο της περιφέρειας της Πόλης.

Την ημέρα που γιόρταζε ο γιατρός πήγαν ο πατέρας και η μάνα μου να τον χαιρετήσουν, όπως και εκείνος ερχόταν με την οικογένεια του να χαιρετίσει το πατέρα μου στη γιορτή του. Εμειναν τρεις μέρες, είδαν την κίνηση και αποφάσισε να εμπορευτεί αγοράζοντας τσίρους, λάδι, χαβιάρι από την Αρετσού, να τα πουλάει χονδρικώς στους μπακάληδες της περιφέρειας μας. Ταυτόχρονα βρήκε και δουλειά στο νονό μου στα ανεγειρόμενα εκεί εργοστάσια τσιμέντων Σινιόσογλου. Νοίκιασε ένα ωραίο διώροφο σπίτι μέσα σε ένα κτήμα και όταν γύρισαν στην Πόλη ετοίμασαν τα πράματα τους και επήγαν και εγκαταστάθηκαν νονός και νονά στην Αρετσού. Στις διακοπές για παραθερισμό αντί για Μπουγιούκ Ντερέ, εκεί πηγαίναμε στο εξής. Το εμπόρευμα από την Αρετσού μεταφέρονταν στο μαγαζί που ήταν κάτω από το σπίτι μας και σ’ αυτό διανέμονταν. Ο γιατρός είχε ένα γιο τον Ζαχαρία που σπούδαζε γιατρός στο πανεπιστήμιο της Πόλης. Σε τρία χρόνια έπαιρνε το δίπλωμα του. Μετά θα πήγαινε στην Ελβετία να τελειοποιηθεί σαν ορθοπεδικός. Ετσι αποφάσισαν να πάμε μαζί στην Ελβετία, ως μεγαλύτερος μου δε, θα με προστάτευε κιόλας. Για να διευκολύνει το γιατρό, θα του δάνειζε λεφτά ατόκως ο πατέρας μου και αργότερα, όποτε διευκολύνονταν θα του τα επέστρεφε. Στο 1916 θα πηγαίναμε μαζί ο Θόδωρος και ο Ζαχαρίας στην Ελβετία. Εγώ θα ήμουν 17 ετών και ο σύντροφος μου 24 ετών.

Αλλά δεν πήγαμε, γιατί; Διότι άλλα λογαριάζει κανείς και άλλα του επιφυλάσσει η μοίρα του. Εν τω μεταξύ η μάνα μου είχε κάνει άλλα δυο παιδιά. Οταν εγώ ήμουν 13 ετών, ο Κώτσος ήταν 10, η Ευφημία 5 και ο Αναστάσης ενός. Από το Δημοτικό σχολείο απολύθηκα ως ο πρώτος μαθητής, αλλά επειδή ο πατέρας μου ήταν έφορος της σχολής, είπαν μερικοί ότι ο Διευθυντής που ήταν και φίλος μας, μου έκανε χατίρια. Από το σχολαρχείο απολύθηκα ως τρίτος μαθητής, αλλά ο πρώτος της σχολής στα Γαλλικά. Ταυτοχρόνως είχα προχωρήσει καλά και στα Τουρκικά και επειδή ήμουν καλλίφωνος και κανονάρχος στην εκκλησία μας. Αλλά στο Γαλλικό σχολείο του σάρωνα συνεχώς παναριστεία. Και το βραβείο Τιμής (Prix d’ Honeur) εγώ το έπαιρνα. Ηταν εξατάξιο. Κάθε τάξις 30 μαθητές μόνο και αυτοί σε τρεις διαιρέσεις των 10. Καθένας ξεχωριστό θρανίο σε απόσταση , που να μην μπορείς να αντιγράψεις από τον διπλανό σου. Η διδασκαλία ήταν τέτοια που ήταν αδύνατο να μη μάθεις γράμματα  διότι όταν σε έβγαζε ο καθηγητής το μάθημα με κλήρο, σηκωνόσουν από το θρανίο και πήγαινε κοντά στην έδρα του και απαντούσες στις ερωτήσεις του. Εάν ήξερες, σου έλεγε καλώς,  πήγαινες και καθόσουν στο θρανίο του. Εάν δεν ήσουν εντάξει, σου έλεγε, το βράδυ όταν απολυθούν οι άλλοι, εσύ προς τιμωρίαν σου θα πας στην αίθουσα των τεμπέληδων και αναλόγως την κρίση του καθηγητή ήσουν υποχρεωμένος να καθαρογράψεις το μάθημα που δεν ήξερες από μία έως δεκαπέντε φορές. Το βράδυ ερχόταν ένας καθηγητής με τον παιδονόμο και μάζευαν τους τεμπέληδες και τους κλείδωναν στη αίθουσα των τιμωρημένων. Οι υπόλοιποι έφευγαν, διότι τότε ξεκλείδωνε και η αίθουσα για τους καλούς. Χειμώνας κακό, έρχονταν γονείς και κηδεμόνες, ρωτούσαν το θυρωρό για τα παιδιά τους, τους έμπαζε ο θυρωρός σε μια αίθουσα και εκεί περίμεναν τα παιδιά τους να τα πάρουν και να φύγουν. Με αυτό το σύστημα ήθελες δεν ήθελες μάθαινες το μάθημα που δεν ήξερες. Εάν απουσίαζες έπρεπε να ειδοποιήσουν το σχολείο οι γονείς σου το πρωί, δηλαδή ότι ήσουν ασθενής, άλλη δικαιολογία δεν επιτρεπόταν. Ηθελε να ξεκινήσει με αμάξι ένας καθηγητής και γιατρός συνάμα να’ ρθει σπίτι σου για να διαπιστώσει ότι ήσουν πράγματι ασθενής. Ησουν στρατιώτης, έπρεπε να συμμορφωθείς στους κανονισμούς της Σχολής γι’ αυτό, όταν πρωτοέμπαινες στο σχολείο υπέγραφε ο γονιός ένα συμφωνητικό με το οποίο εάν ήσουν παραβάτης, σε έδιωχναν από το σχολείο, χάνοντας και τις λίρες που πάντα πλήρωνες προκαταβολικά. Δεκαοκτώ χρυσές λίρες ήταν το χρονιάτικο για όλες τις τάξεις. Φανταστείτε μια αίθουσα 6 x 8 = 48τμ με τριάντα μαθητές μόνον. Τη χρονιά που γράφτηκα σ’ αυτό το σχολείο από τους 180 μαθητές οι 75 ήταν Φράγκοι, οι 73 Ρωμιοί, οι 24 Εβραίοι και 8 Αρμένηδες και κανένας Τουρκος. Δεκαέξη καθηγητές φρέρηδες φραγκοπαπάδες (σημ. καθολικοί ιερωμένοι) αλληλοδιαδέχονταν ο ένας τον άλλο. Εκεί που τη μια μέρα είχες εξεταστή τον φρερ (δυσανάγνωστο) την άλλη ξεφύτρωνε ένας φρερ Ερνέστ. Ο διευθυντής της σχολής ήταν Αλσατός Γάλλος, ήξερε επτά γλώσσες. Ηταν σαν πατέρας μας, σ’ αυτόν κάναμε τα παράπονα μας για την σκληρότητα των καθηγητών. Σκυλιά στο μάθημα μεταβάλλονταν σε αρνιά στο διάλειμμα  όταν βγαίναμε στον κήπο 20 λεπτά. Τους αποκαλούσαμε μον φρερ (σημ. αδελφέ μου) και μας έλεγαν μεσιέ (κύριε μου). Οταν παίζαμε το πηδηχτό έσκυβαν και πηδούσαμε με ακουμπισμένα τα χέρια στην πλάτη τους. Ετσι δήθεν βγάζαμε το άχτι μας, τους εκδικιόμαστε για τη σκληρότητα τους στο μάθημα και αυτοί σκυμμένοι καμώνονταν ότι πονούσαν και μας φώναζαν: προσοχή κύριοι, μας πονάτε. Αλλο ένα σύστημα για να προκαλέσουν τη ζήλια αναμεταξύ μας ποιος θα πάρει τα παράσημα και το δώρο, συντελούσε στο να μας εξωθεί στη μελέτη. Στις εξετάσεις ήρθα πρώτος με σαρανταπέντε επί σαρανταοκτώ. Δηλαδή πήρα 45 άριστα 10 και 3 άριστα 9. Δεύτερος ήρθε ο Κρεπέν, γιος του Γάλλου προξένου με 40 επί 48. Πήρα ως δώρο τους 12 χρυσόδετους τόμους του Ιουλίου Βερν, ένα κουτί ρεγκλίζες που παρίσταναν όλα τα ζώα του κόσμου και το παράσημο. Σε όποιον αμφισβητεί τα γραφόμενα μου αυτά έχω στη διάθεση του τα χρυσά Μανσιόν μου με χρονολογία και ημερομηνία. Επειδή ήμουν καλλίφωνος πήγαινα στο εξωκλήσι που ήταν στο επάνω πάτωμα και έψελνα άσματα γαλλικά και αυτά ήταν για μένα ένα μάθημα ποιήσεως, διότι τα λόγια τους είχαν ομοιοκαταληξία. Οταν ανέβαινες τη σκάλα προχωρούσες ένα μακρύ διάδρομο που ήταν ακριβώς επάνω από τις τάξεις μας που ήταν στο ισόγειο. Μια μέρα, όπως περνούσα τον διάδρομο μου ξέφυγε από την τσέπη όταν έβγαλα το μαντηλάκι μου για να σκουπίσω τη μύτη μου ένας μεγάλος γυάλινος  καφάς (βώλος). Εσκυψα να τον πάρω και δεν τον βρήκα, είχε γίνει άφαντος. Γονάτισα γιατί είδα μια τρύπα στο πάτωμα. Κοίταξα και τι να δω; Φαινόταν όλη η τάξη μας και έτσι λύθηκε το αίνιγμα που μας βασάνιζε τόσο καιρό. Οταν έμπαινε ο καθηγητής στην αίθουσα φώναζε ένα μαθητή και τραβούσε από ένα κουτί 10 κλήρους. Τους άνοιγε και διάβαζε τα ονόματα κατά σειράν των 10 μαθητών που ήταν να εξεταστούν. Εβγαινε έξω ο καθηγητής λέγοντας πως ξέχασε κάτι. Να καθίσετε φρόνιμα έλεγε. Βγάζανε στα γρήγορα οι μέλλοντες να εξεταστούν το βιβλίο τους και έριχναν μια ματιά στο θέμα που τους ενδιέφερε. Ερχονταν ύστερα και μας έλεγε: εσύ την ώρα που έλλειπα, πήγες στον πίνακα, ζωγράφιζες ένα γάιδαρο και ύστερα τον έσβησες. Εσύ έδωσες μια σπρωξιά στον τάδε και τον έριξες κάτω κλπ. Η τιμωρία ήταν τότε να μη βγεις στο διάλειμμα να παίξεις στον κήπο. Τη δεύτερη φορά που βγήκε έξω πήγαμε δύο και σταθήκαμε στην πόρτα της αίθουσας που έβγαινε στον κήπο. Κανείς, ψυχή δεν φαινόταν ενώ οι υπόλοιποι μαθητές έκαναν μερικές αταξίες. Οταν τον είδαμε να έρχεται από το βάθος που είναι τα γραφεία των καθηγητών, πήραμε όλοι θέσεις στα θρανία και διαβάζαμε δήθεν. Πάλι τα ίδια, εσύ έκανες αυτό, εσύ έκανες εκείνο. Μα, μον φρερ, πως ξέρεις σαν τι κινάμε εδώ μέσα όταν εσύ λείπεις. τον ρωτήσαμε. Μας έδειξε το ταβάνι στη μέση του οποίου ήταν ζωγραφισμένο ένα μεγάλο μάτι. Να, βλέπετε εκεί πάνω, αυτό είναι το μάτι του θεού, αυτός βλέπει τι κάνετε και μου τα λέγει. Οταν ανακάλυψα το κόλπο που μας έκανε να απορούμε το διέδωσα στους συμμαθητές μου. Αλλά τότε και αν ήταν το αποτέλεσμα που μας φόβισε, είτε μάτι ήταν είτε τρύπα, έπρεπε να διαβάζουμε όταν έλλειπε, διότι στην Πέμπτη τιμωρία είμαστε υποχρεωμένοι το βράδυ όταν έφευγαν οι μαθητές να σκουπίσουμε όλο τον κήπο, το γυμναστήριο και να πλέναμε τις γύρω αυλές και έπειτα να πάμε στα σπίτια μας. Και αυτή μέθοδος ήταν για να μην παίζουμε αλλά να διαβάζουμε. Κανείς δεν έμεινε αγράμματος, όλοι όταν αποφοιτούσαμε είμαστε άριστοι γαλλομαθείς στην ανάγνωση και τη γραφή.  Το Σάββατο που ήταν η ημέρα της εκκλησίας όπου ψέλναμε είχαμε το μεσημέρι από τη σχολή πλούσιο φαγητό και ένα ποτήρι κρασί Βουργουνδίας.

Τελείωσε ο πρώτος χρόνος, ήρθαν οι διακοπές, πήγαμε να παραθερίσουμε στη μαγευτική Αρετσού. Εκεί τελειοποιήθηκα στο κολύμβημα. Εν τω μεταξύ είχε εκραγεί ο Βαλκανικός πόλεμος. Ελληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι έκαναν συμμαχία εναντίον της Τουρκίας. Κέρδισαν οι σύμμαχοι και μοιράστηκαν την Ευρωπαϊκή Τουρκία πλην της Θράκης. Αυτός ο πόλεμος έγινε το 1912.

Ηλθε το φθινόπωρο, άνοιξαν τα σχολεία και πέρασα στη Δευτέρα τάξη. Τότε κηρύχτηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918. Σύμμαχοι ήσαν οι Γερμανία, η Αυστρία, η Βουλγαρία και η Τουρκία. Αντίπαλοι η Αγγλία, η Ιταλία, η Ρωσία και η Γαλλία. Γέμισε η Πόλη από Γερμανούς, αυτοί είχαν τις κυριότερες πολεμικές αρχηγίες του Τουρκικού στρατού. Οσο νικούσαν οι Γερμανοί δεν είχαμε καμίαν ενόχληση ως αντίπαλοι που ήταν οι Γάλλοι, για να υποστούν αντίποινα οι Γάλλοι καθηγητές μας.

Εν τω μεταξύ είχε κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος. Τα τρόφιμα θα μοιράζονταν στο εξής με το δελτίο. Σταμάτησε το ελεύθερο εμπόριο και φυσικά σταμάτησε και το εμπόριο του πατέρα μου. Εγιναν παραρτήματα διανομής τροφίμων. Το Φερίκ-κιόι η κοινότης μας διαιρέθηκε σε δύο τομείς, ο ένας δόθηκε σε έναν Ισχάν Μπέη, Τουρκο φίλο του πατέρα μου και ο άλλος στον Αβραάμ εφέντη τον πατέρα μας, αφενός διότι ήταν μέλος του κόμματος και τον υποστήριζε ο πρόεδρος του κόμματος Ιρφαν Μπέης, αφ εταίρου επειδή οι κάτοικοι του χωριού μας ήταν 11 χιλιάδες Ρωμιοί 3 χιλιάδες ανακατωμένοι Αρμένιοι, Φράγκοι και λίγοι Εβραίοι και 8 χιλιάδες Τούρκοι μεταξύ των οποίων και 2 χιλιάδες πρόσφυγες Τάταροι (σημ. Τουρανικά φύλα της Νότιας Ρωσίας). Ετσι, όσο και να κρατούσε ο πόλεμος εμείς είχαμε εξασφαλιστεί από την έλλειψη τροφίμων που επήλθε τα τελευταία έτη του πολέμου και φυσικά και κάποιο χρηματικό κέρδος. Ο νονός και η νονά παρέμειναν στην Αρετσού διότι το εργοστάσιο τσιμέντων Σινιόσογλου είχε υποχρεωθεί από τους Γερμανούς να διπλασιάσει την παραγωγή του. Φυσικά άρχισαν να προσλαμβάνουν και γέρους τεχνίτες ακόμα. Το νονό μου τον έκαμε ο Σινιόσογλου πρωτομάστορα και έτσι δεν εργάζονταν. Η Αρετσού είχε ως τόπος παραγωγής κατά το ήμισυ περιήλθε στη στρατιωτική επιτροπή για τη συγκέντρωση τροφίμων. Αρα και οι νονοί μου θα είχαν εξασφαλιστεί από την τυχόν έλλειψη των. Τα δύο παραρτήματα τροφίμων του χωριού μας είχαν το μεν του πατέρα μου 12 χιλιάδες δελτία, το άλλο 10 χιλιάδες δελτία διότι οι πρόσφυγες Τάταροι είχαν προτιμήσει τον πατέρα μου και ας ήταν Ρωμιός. Το μαγαζί τότε έγινε αποθήκη και απέναντι μας το μπακάλικο των αδελφών Λαζόπουλων έγινε κέντρο διανομής υπό την επιτήρηση του πατέρα μου, ο οποίος για να τους καταστήσει υπεύθυνους τους ενέγραψε ως υπάλληλους στο κέντρο από το οποίο θα γίνονταν η διανομή στα γύρω πέντε χωριά. Η οικογένεια είχε τακτοποιηθεί, ένα μέλος αυτής όμως επρόκειτο να γίνει το θύμα αυτού του πολέμου. Τον Φεβρουάριο του 1915 δημοσιεύτηκε ένας νόμος που απαγόρευε να λειτουργούν τα ξενόγλωσσα σχολεία που ήταν με το μέρος των εχθρών της Τουρκίας. Συνεπώς έπρεπε να κλείσει το σχολείο μας προπαντός γιατί ήταν Γαλλικό. Το κύριο αίτιο ήταν οτι ο γαλλικός στρατός είχε ανακόψει την προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων στο οχυρωμένο Βερντέν εναντίον του οποίου είχαν επιτεθεί οι Γερμανοί τρεις φορές και απωθήθηκαν με μεγάλες απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες. Η εκδίκηση τους στράφηκε σε μας τους μαθητές γιατί εμείς ήμαστε οι κυρίως ζημιωμένοι.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1915 ακούστηκε το καμπανάκι για γενική συνάθροιση. Μαζευτήκαμε όλοι στη μεγάλη αίθουσα τελετών. Επάνω στο βάθρο της σκηνής όπου παίζαμε ενίοτε θέατρο, ήταν καθισμένοι τέσσερις στρατιωτικοί, ένας χότζας και ο διευθυντής μας. Πρώτος μίλησε ο διευθυντής μας. Η ανωτέρα στρατιωτική διοίκηση αποφάσισε το κλείσιμο της σχολής μέχρι τέλους του πολέμου, μας είπε. Μέχρι το μεσημέρι πρέπει οι μαθητές να φύγουν από το σχολείο διότι οι αίθουσες διδασκαλίας θα σφραγισθούν. Από αύριο να έλθουν οι γονείς και κηδεμόνες να πάρουν προσωρινά ενδεικτικά και το ήμισυ των χρημάτων που κατέθεσαν. Υστερα μίλησε ένας Γερμανός ταγματάρχης, μας είπε ότι ο πόλεμος θα τελειώσει εντός εξαμήνου με νίκη των συμμάχων. Το φθινόπωρο θα επανέλθετε στο σχολείο σας. Θα σας χορηγήσουμε ένα δελτίο  διά του οποίου θα δικαιούστε να εισαχθείτε στη Ναυτική Τεχνική Σχολή εις την οποία θα έχετε επαγγελματική μόρφωση. Εχετε το δικαίωμα να επιλέξετε το είδος της τέχνης που προτιμάτε, Θα έχετε ημερομίσθιο 40 γρόσια και ένα κιλό ψωμί. Αυτή η ολιγόμηνη τεχνική εξάσκηση θα σας χρησιμεύσει εις την περαιτέρω πορεία του βίου σας. Χαιρέτησε στρατιωτικά και έφυγε. Πήγαμε στις τάξεις μας, μαζέψαμε τα βιβλία μας και σταθήκαμε σε γραμμή στον κήπο του σχολείου. Μας είπε ο διευθυντής ότι έχουμε το δικαίωμα ως Τούρκοι υπήκοοι να διαμαρτυρηθούμε στη Γενική Διοίκηση, ότι είμαστε νομοταγείς φορολογούμενοι πολίτες, ότι έχουμε στρατιωτική υποχρέωση στον Τουρκικό στρατό. Εμείς ως Γάλλοι υπήκοοι είμαστε αιχμάλωτοι, τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, πάντως να ξέρετε ότι, αν καταλάβουμε ότι μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε κρυφά για ότι αφορά το καλό σας, έχουμε τις διευθύνσεις σας και θα σας ειδοποιήσουμε. Το μεσημέρι πήγα στο σπίτι και τους διηγήθηκα το γεγονός. Με παρηγόρησαν τι να κάνουμε, πόλεμος είναι, χιλιάδες σκοτώνονται, αυτοί δεν έχουν ψυχή, θα τελειώσει γρήγορα ο πόλεμος, θα ξαναπάς στο σχολείο.

 

επόμενη σελίδα 3. Ο Θόδωρος μπαίνει στη Ναυτική Επαγγελματική Σχολή.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα