|
(8. Η Ελισώ καταφέρνει να έλθει στην Ελλάδα και παντρεύεται τον Θόδωρο).
Ενα Σάββατο βράδυ που πήγαμε στο λουτρό με τον Ποτόζη όπως πάντα, όταν γυρίσαμε είδαμε το κανάτι της παράγκας ανοιχτό. Μου είχαν κλέψει την κασέλα μου και Ποτόζη την είχανε σύρει ως την πόρτα, αλλά δεν προφτάσανε να την κλέψουν γιατί φαίνεται ότι είχε περάσει κάποιος και τους κυνήγησε. Ετρεξα στην καταδίωξη της χωροφυλακής και το είπα του αδελφού μου. Με παρουσίασε στον αξιωματικό του, με σύστησε, του είπε ότι με είχαν κλέψει και μας είπε να μην κάνουμε καμιά φασαρία, μόνο τη Δευτέρα πρωί να πάμε να ψάξουμε στα παλιατζίδικα. Είχα μες την κασέλα μου 1800 δραχμές. Τη Δευτέρα, ο Κώτσος με πολιτικά και εγώ αρχίσαμε το ψάξιμο. Κόντευε μεσημέρι όταν διέκρινα σε ένα παλιατζίδικο το σακάκι μου. Πήγαμε πιο πέρα και είπα στον Κώτσο ότι έχω στη μέσα τσέπη μια φωτογραφία της Ελισώς. Πήγε στο τμήμα και μας έδωσε ο Αστυνόμος δύο χωροφύλακες. Τους έδειξα το σακάκι. Στην αρχή έκανε φασαρία, τόσες χιλιάδες πρόσφυγες είναι εδώ, άλλος πουλάει, άλλος αγοράζει, αυτό το σακάκι το έχω εδώ τρεις μήνες. Πήρα το σακάκι, έχωσα το χέρι μου στη μέσα τσέπη και ευτυχώς η φωτογραφία της Ελισώς ήτανε μέσα με αφιέρωση. Αυτό το σακάκι κλέφτηκε Σάββατο βράδυ, σήμερα είναι Δευτέρα, πιστεύω να θυμάσαι ποιος στο πούλησε του είπε ο Χωροφύλακας. Τα έχασε, ήταν κλεπταποδόχος, τον κουβάλησε στην Αστυνομία και συμβιβάστηκε να μην του κάνω μήνυση και να μου δώσει 4.500 δραχμές. Ο Αστυνόμος επέμενε 5.000. Τέλος, έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χιλιάρικα και μου έδωσε 4.800. Πήγαμε οι τέσσερις σε ένα εστιατόριο και τους κέρασα. Ο Κώτσος είχε άδεια και τον μεταθέσανε στην Καταδίωξη Αθηνών στην οδό Πειραιώς, κοντά στο Βασιλικό Θέατρο. Ενας βυρσοδέψης γνωστός μου από την Πόλη, μου έλεγε έλα να ανοίξεις μαγαζί στο Μεταξουργείο να μας κάνεις τελάρα για να στεγνώνουν τα δέρματα. Μετά το φαγητό πήρα τον αδελφό μου και ανεβήκαμε στην Αθήνα και πήγαμε στο Μεταξουργείο. Βρήκα το φίλο μου, Ιωάννης Παπαδόπουλος λεγόταν, συνεννοηθήκαμε να μου δώσει ένα μαγαζάκι που είχε δίπλα στο εργοστάσιο του, να το κάνω μαραγκούδικο. Οσο είχε δουλειά δική του γι’ αυτόν θα δούλευα κατ’ αποκοπή ξύλα δικά του, 50 δραχμές το τελάρο πληρωμή. Οταν δεν είχε δουλειά δική του, θα έκανα σε άλλους τελάρα. Ενοίκιο δεν θα μου έπαιρνε. Το βράδυ γίναμε τάπα στο μεθύσι. Την άλλη μέρα πούλησα το μερίδιο μου από την παράγκα στον Ποτόζη, 1200 δραχμές. Δούλεψα μέχρι το Σαββάτο στου Παλιού, πληρώθηκα και την Κυριακή με βοήθησε και ο Ποτόζης, πήρα ένα κάρο, έβαλα τα εργαλεία μου και κάτι οξιές που είχα αγοράσει και τράβηξα για το Μεταξουργείο. Τη Δευτέρα άρχισα δουλειά στην Αθήνα τώρα. Αγόρασα ένα έτοιμο σεντούκι και άρχισα να ετοιμάζω τα ρούχα μου από την αρχή πάλι. Το μεσημέρι στο μαγειρείο μου είπε ο Παπαδόπουλος, εδώ κοντά έχουμε κάτι Μπουγιουτουριανές. Να δίνεις ότι θέλεις να σου πλένουν τα ρούχα σου. Η γυναίκα μου αυτήνε παίρνει και της πλένει κάθε βδομάδα. Ποιες είναι αυτές, εγώ τις γνωρίζω σχεδόν όλες, αυτή η Ολγα που λες μήπως έχει δυο κόρες και ένα γιο, τον ρώτησα. Δυο κόρες έχει, γιο δεν έχει. Τότε δεν είναι αυτή είπα, πως τις λένε τις κόρες της; Δεν ξέρω, το βράδυ να ρωτήσω τη γυναίκα μου και αύριο σου λέω. Το βράδυ σκούπισα τον πάγκο μου και έστρωσα και κοιμήθηκα. Από ένα πορτάκι έμπαινα στο εργοστάσιο, είχε βρύση και αποχωρητήριο. Την άλλη μέρα το πρωί μου είπε ότι τη μεγάλη της κόρη τη λένε Ελένη, τη μικρή Μαρίκα, γιο δεν είχε. Ητανε γειτόνισσες της θείας της Σουλτάνας, την ήξερα αλλά είχανε και ένα γιο ένα χρόνο πιο μεγάλο από μένα. Το βράδυ πήγα και τη βρήκα. Ανοιξε η κυρά Όλγα, βρε Αβραμάκη (έτσι με φωνάζανε), πως βρέθηκες από δω, με αγκάλιασε, κάθισα στο μιντέρι τους. Ο Νίκος τι κάνει, που βρίσκεται; Επιασε τα κλάματα, τον είχαν σκοτώσει οι Τσέτες, ήταν εθελοντής στον Ελληνικό στρατό, της δίνανε 380 δραχμές σύνταξη. Την Ελένη τη μοδίστρα την είχε παρατήσει ο άντρας της και είχε φύγει στη Γαλλία, η Μαρία δούλευε πωλήτρια στου Λαμπρόπουλου. Είχανε 650 δραχμές ενοίκιο. Θύματα πολέμου σαν και μένα αυτές. Ητανε Πολίτισσες, δεν δικαιούνταν στέγαση όπως και εγώ, διότι δεν ήταν πρόσφυγες ανταλλάξιμοι, όπως και εγώ. Η ειρωνεία της τύχης που λένε, αυτή και αν ήταν η πραγματική. Μου είπαν πως ξενοπλένεις, να σου φέρνω και εγώ τα δικά μου, έχω μαγαζί στου Παπαδόπουλου. Εγώ τους πλένω μια φορά την εβδομάδα μου είπε, φέρε και τα δικά σου, τι να κάνω, που να βγει 650 δραχμές ενοίκιο. Ετσι, τα βράδια, αφού έτρωγα στο εστιατόριο και έπινα τη ρετσίνα μου, πήγαινα καμιά φορά και τους έκανα βεγγέρα. Με έπαιρνε ο διάβολος και με σήκωνε όταν το πρωί ήμουν υποχρεωμένος να τυλίγω στρώμα, πάπλωμα, μαξιλάρια να τα δένω σε ένα τσουβάλι και να τα ακουμπώ πάνω στα ξύλα. Το βράδυ πάλι να σκουπίζω τον πάγκο μου και να στρώνω. Πάντως τα βράδια σαχλαμάριζα με τις κόρες και η κουβέντα περιστρεφόταν όλο από τους έρωτες μου με τη Σουλτάνα που ήτανε φιλενάδες. Βλέπετε βρε τις έλεγα, όποια μπλέξει με μένα, τι γουρλής που είμαι, παντρεύεται. Παραμονή των Χριστουγέννων μου πρότεινε η κυρά Ολγα να μου δώσει το καμαράκι της να κοιμάμαι και να της δίνω 350 δραχμές το μήνα με τα πλυστικά μαζί, θα μου είχε ένα κουβά ζεστό νερό να λούζομαι κάθε Σάββατο. Εκείνη θα κοιμότανε με τις κόρες της. Δέχτηκα, κουβαλήσαμε τα πράγματα μου και έτσι κοιμήθηκα σε φουσκωμένο στρώμα καθαρό, από τον καιρό που είχα φύγει από την Πόλη. Της έδινα χώρια κάθε Σάββατο 30 δραχμές για κάρβουνα και έτσι είχα και ζεστασιά όλο τον χειμώνα. Την Κυριακή πήγαινα στης θείας Ασπασίας. Εκεί γνώρισα τη Στυλιανή και τον μέλλοντα κουμπάρο μου, τον Νίκο. Τα γράμματα πηγαινοέρχονταν στην Πόλη, αλλά Ελισώ γιοκ. Υπομονή η Ελισώ, υπομονή η μάνα μου. Ο πατέρας μου όλο και βάραινε, λίγα ήταν τα ψωμιά του. Ο πεθερός μου με το μεγάλο ενοίκιο που πλήρωνε δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα. Η κουνιάδα μου η Βασιλική (Γκιάλλη Βασιλική του Σπύρου (1112262)) μάθαινε μοδίστρα, τη Μαίρη (Γκιάλλη Μαίρη του Σπύρου (1112263)) τη σπούδαζε η θεία της. Οποτε έβρισκα καιρό άρχισα να φτιάχνω ένα κρεβάτι, ένα μπουφέ και ένα τραπέζι από τις οξιές που είχα αγοράσει. Ετοιμαζόμουν σιγά - σιγά, γιατί αποκλείονταν να μου στείλουν τίποτα οι δικοί μου από την Πόλη. Του Αηβασιλειού το βράδυ παίξαμε τόμπολα στης κυρά Ολγας. Είχα πάρει μια αηβασιλόπιτα, μεζέδες και ένα ούζο Τυρνάβου. Εκείνες είχαν ετοιμάσει φαγητά, ξηροκαρπίες και φρούτα. Στο τραπέζι είχαμε αδειάσει ένα γαλόνι κρασί, τώρα πίναμε ούζο, τρώγαμε φρούτα και παίξαμε τόμπολα. Η Ελένη καθόταν δίπλα μου στο μιντέρι, ένοιωσα να τρίβει το πόδι της πάνω στο δικό μου, σε λίγο πάλι τα ίδια, της πάτησα το πόδι, δεν το τράβηξε. Η κυρά Ολγα ήτανε στα κέφια της, ας είσαι καλά Αβραμάκη, έχω καιρό να χαρώ και δως’ του ούζο αλά πολίτα, με λίγο νερό να ασπρίσει. Πάω να πάρω ένα μπουκάλι ούζο πριν κλείσουν τα μαγαζιά. Κάτσε στ’ αυγά σου της είπε η Μαρίκα, να δείξεις τα χάλια σου, θα πάω εγώ. Πήγε και ήλθε με ένα μπουκάλι ούζο και ένα κομμάτι κασέρι. Ο κερατάς την έδερνε τελευταία γιατί δεν του έκανε παιδί ώσπου την παράτησε και έφυγε, τραύλιζε η κυρά Ολγα, εννοώντας την Ελένη. Τώρα είναι πιο καλά, δουλεύει και ζει, όχι και ξύλο από πάνω. Σηκώσανε τα τόμπολα, σκουπίσανε το τραπέζι και στρώσανε τους μεζέδες και τα ούζα, στη μέση βάλανε την πίτα, θα την έκοβα τα μεσάνυχτα. Σε λίγο άρχισαν να σφυρίζουν οι φάμπρικες, ήταν μεσάνυχτα. Φιληθήκαμε, έκοψα την πίτα σε 5 κομμάτια. Η δραχμή έπεσε στη Μαρίκα. Γούρι, φέτος θα παντρευτεί. Ηπιαμε πάλι και σηκώθηκε να κοιμηθεί, ήταν κουρασμένη πολύ από τη δουλειά. Σε λίγο έφυγε και η κυρά Ολγα τρικλίζοντας, μείναμε οι δυο μας. Δε σε νταγιαντώ πια βρε, τι γριά είμαι, πάμε στην κάμαρα σου. Σηκωθήκαμε σιγοπερπατώντας και πήγαμε στην κάμαρα μου. Είχα καιρό να (πασκάσω? σημ. λέξη δυσανάγνωστη) έβαλα το σύρτη στην πόρτα, γδυθήκαμε και τη χόρτασα επί τέλους την αχόρταγη, κόντευε να ξημερώσει. Τρεις ώρες ήμαστε κλεισμένοι εκεί μέσα. Μάζεψε τα ρούχα της και έφυγε. Στο εξής μόνο τις Πέμπτες σμίγαμε όταν πήγαινε η μάνα της να πλύνει στην Παπαδοπούλου. Εν τω μεταξύ, η θεία Ασπασία είχε φύγει από τον Πειραιά και κατοικούσαν στη οδό Αιτωλικού μέσα σε μια μεγάλη μάντρα ενός μηχανικού Καβάδα, γνωστού τους από την Πόλη που είχε προσλάβει το γιο της τον Αναστάση σαν σοφέρ και επιστάτη στην οικοδομή του. Είχαν ένα μεγάλο δωμάτιο και μια κουζίνα δική τους. Ηταν κοντά από το μεταλλουργείο που κατοικούσα το σπίτι τους. Το μεσημέρι πήγα και τους επισκέφτηκα και φάγαμε εκεί. Ηταν και ο Νίκος και πέρασα του Αγίου Βασιλείου με την παρέα τους. Ηλθε η Ανοιξη, άρχισα να ετοιμάζομαι για γαμπρός. Τα γαμπριάτικα μου τα πήγαινα και τα έβαζε η θεία Ασπασία στη ντουλάπα της. Εγραφε και εκείνη στον Μασπύρο να στείλει την Ελισώ. Οταν πήραμε ένα γράμμα, ότι μόνο σε ανταλλάξιμους επέτρεπαν οι Τούρκοι να ταξιδέψουν και ότι φρόντιζαν να της βγάλουν προσφυγικά χαρτιά. Γι’ αυτή την ενέργεια έτρεχε η μάνα μου σε γνωστούς μας Τούρκους για να πάρει η Ελισώ διαβατήριο. Εκείνες τις μέρες ο Παπαδόπουλος με σύστησε σε ένα δημοδιδάσκαλο που είχε κτίσει στο Παγκράτι ιδιωτικό σχολείο, να του κάνω τα θρανία, πίνακες κλπ. Επρεπε να τα έχω έτοιμα μέχρι 15 Σεπτεμβρίου. Δηλαδή είχα όλο το καλοκαίρι μπρος μου για να τα ετοιμάσω. Συμφωνήσαμε, μου έδωσε προκαταβολή, πήρα ξύλα και είχα τώρα άφθονη δουλειά. Δούλευα από την αυγή μέχρι τις 9 το βράδυ. Ετοίμαζα και τα δικά μου εν τω μεταξύ. Τον Ιούνιο αρραβωνιάστηκε η Μαρίκα. Με τρόπο μου έδωσε να καταλάβω ότι έπρεπε να φύγω από το σπίτι τους, γιατί ο αρραβωνιαστικός γρίνιαζε που έμενα μαζί τους. Κουβαλήθηκα πάλι στο μαγαζί μου και αρχίνησε πάλι το μουσκιαρλίκι μου. Κόντεψα να στείλω κατά διαβόλου και Πόλη και μάνα και αρραβωνιαστικιά, γιατί εκείνες τις μέρες με φορτώνονταν ένας Χιώτης που είχα αποθήκη καυσίμων να φυλώ τη μοναχοκόρη του. Να μείνω εγώ στο μαγαζί και εκείνος να προμηθεύει ξυλοκάρβουνα ταξιδεύοντας στην Αφρική. Ηταν χήρος και αν και είχε λεφτά δεν τολμούσε να αφήσει την κόρη του μοναχή. Την έβλεπα καμιά φορά απ’ το παράθυρο του σπιτιού τους που ήταν πάνω από την αποθήκη. Ηταν νόστιμη, πολύ μελαχρινή όμως. Εσύ ξέρεις γράμματα, τι το θέλεις το ροκάνι. Θα βγάλεις τα παπούτσια σου και θα μπεις μέσα, ότι έχω δικό σου θα είναι μου έλεγε. Την είδα και από κοντά, ήταν μετρίου αναστήματος, πάντως τρωγόταν, αλλά Ελισώ δεν ήταν. Αρχισα να της στέλνω γράμματα όλο βρισιές, ώσπου της έγραψα ότι τρυπώ τη μύτη μου αν δεν έχεις γκόμενο και γι΄αυτό με κοροϊδεύεις. Αυτό το γράμμα το έγραψα μπροστά στη θεία Ασπασία διάβασε το της είπα και δε με νοιάζει αν έλθει μόνο με τα ρούχα της, αρκεί να έλθει, ειδάλλως παντρεύομαι την καρβουνού. Πέρασα καλά το χειμώνα μου στης κυράς Ολγας, δεν πρόκειται να ξαναχειμωνιαστώ στο μαγαζί πάνω στον πάγκο μου. Θα κρυώσω και θα αρρωστήσω, διότι ούτε σόμπα μπορώ να ανάψω στο μαγαζί γιατί υπάρχει κίνδυνος να καώ καμιά νύχτα εγώ και τα ξύλα μου. Πήρε κόλλα η θεία Ασπασία και έγραψε και εκείνη αρκετά απειλητικά, τελειώνοντας τους έγραψε, αν δεν έχετε σκοπό, γράψτε του το, έχει δίκιο, δε ζητάει τίποτα. Διάβασε το μου είπε, είναι εντάξει. Το γράμμα το έστειλα συστημένο. Την επομένη είπα στο Χιώτη, θα σου πω σε 15 μέρες, ναι ή όχι. Κάναμε ένα γλέντι εκείνο το βράδυ με τον κυρ Γιάννη τρικούβερτο. Πλήρωσε εκείνος. Εγώ είχα παραδώσει εν το μεταξύ τα θρανία και κόντευα να τελειώσω τα έπιπλα μου. Ο Καβάδας μου είχε προτείνει να πιάσω δουλειά μαζί με τον μαραγκό, μεροκάματο στο μαγαζί του. Του είπα θέλω δουλειά κατ’ αποκοπή εγώ, εν ανάγκη δουλεύω 15 ώρες την ημέρα. Δέχτηκε. Αρχισα τώρα να αποτελειώνω τα έπιπλα μου και τις δουλειές που είχα αναλάβει. Οταν θα παίρναμε την οριστική απάντηση από την Πόλη θα κανόνιζα. Αν γινόμουνα γαμπρός του Χιώτη, δεν υπήρχε πια κανένας λόγος να κάνω τον μαραγκό. Ηλθε η απάντηση ότι πριν τον Δεκέμβρη θα έλθει η Ελισώ. Τον Νοέμβριο έπιασα δουλειά στον Καβάδα και κοιμόμουν πλέον στη θεία Ασπασία. επάνω σε ένα φαρδύ καναπέ, εκεί έτρωγα, εκεί έπινα, ζούσα και εγώ. Τα πράγματα μου τα ακούμπησα σε μια αποθήκη του Καβάδα. Την παραμονή του Αγίου Νικολάου κατέφθασε η Ελισώ, συνοδεία με μια πρόσφυγα και την κόρη της. Η θεία Ασπασία είχε ανεβεί σε μια μαούνα και καθόταν στην πλώρη να δει την ανιψιά της που θα κατέβαινε τη σκάλα του βαποριού. Την παρέλαβα εγώ, βάλαμε την προίκα της σε ένα καρότσι του χεριού, πήρα μια μικρή βαλίτσα στο χέρι και τραβήξαμε για τον ηλεκτρικό σταθμό. Κοντά στη μαούνα σταμάτησα. Περίμενε εδώ της είπα, πάω να παραλάβω και τη θεία σου. Πήδηξα στη μαούνα και της είπα, έλα, έξω είναι η Ελισώ. Μα εγώ δεν την είδα, συγχύστηκα μου είπε. Βοήθησα την παραλήπτρια να περάσει από τη σανίδα και την πήγα να παραλάβει την ανιψιά της. Αγκαλιάσματα, φιλιά, Ελισώ μου κλπ. Φτάσαμε στον Ηλεκτρικό έβαλα τα πράγματα μας στη σκευοφόρο και ανεβήκαμε στην Αθήνα. Από κει φτάσαμε στη μάντρα του Καβάδα. Το βράδυ ο μπάρμπα Κώτσος με τη θεία Ασπασία στο κρεβάτι και στα κατωπόδαρα η Ελισώ. Εγώ στον καναπέ κοντά στα κατωπόδαρα. Τα χέρια μας έφταναν για να κάνουμε ερωτικές χειρονομίες. Ο μπάρμπα Κώτσος έπαιρνε χαμπάρι καμιά φορά. Ε! καθίστε ήσυχα μας φώναζε όταν παρακουτουρντίζαμε, δεν ντρέπεστε μας έλεγε. Δεν ήταν πια ανάγκη να ντρεπόμαστε άλλο και κάναμε δοκιμαστικές ασκήσεις γάμου. Ψάχναμε ώρα για σπίτι. Τρέχαμε, δε βρίσκαμε γιατί με την προσφυγιά είχε διπλασιαστεί ο πληθυσμός στην Αθήνα. Επί τέλους, στην οδό Λιοσίων βρήκαμε μια κάμαρα ωραία επάνω στο δρόμο, αλλά κουζίνα και αποχωρητήριο μισάρικα. Οι σπιτονοικοκυρές μας, δύο αδελφές πρόσφυγες από τη Χίο είχαν έναν ανιψιό μόνο που σπούδαζε γιατρός. Πίσω το σπίτι είχε έναν κήπο. Ηταν ότι πρέπει προς το παρόν για μας. Αλλά το ενοίκιο 450 δραχμές το μήνα, σχεδόν ένα βδομαδιάτικο δικό μου. Πάντως που θα ξεχειμώνιαζα και με ποιόνε θα έμπλεκα, αυτά τα δύο ζητήματα είχαν λυθεί. Το καλοκαίρι βλέπουμε. Εδωσα δυο μηνιάτικα, το ένα για εγγύηση, και το άλλο για το μηνιάτικο για ένα δωμάτιο που εγώ είχα στη διάθεση μου δεκατρία δωμάτια στην Πόλη για να διαλέξω όποιο ήθελα και άνευ πληρωμής. Αρχίσαμε το συγύρισμα για ντουλάπα. Σε μια κρεμάστρα που είχα ετοιμάσει έβαλα δυο βίδες και την τοποθέτησα πίσω από την πόρτα, ένα σεντόνι έκρυβε τα ρούχα μας. Είχα ετοιμάσει κρεβάτι, μπουφέ τραπέζι, αγόρασα 6 καρέκλες, μια γκαζιέρα με τρόμπα. Στον τοίχο βάλαμε ένα χαλί μεταξωτό προίκα της Ελισώς. Η μάνα μου με τα τριάντα χαλιά δε μου έστειλε ούτε ένα. Κάθε Σάββατο ψωνίζαμε και κάτι για νοικοκυριό. Και τι δε μας έλλειπε, αλλά τι να κάνουμε. Ο γάμος μας έγινε στις 18 Ιανουαρίου στον Αγιο Μελέτιο στα Σεπόλια. Την Ελισώ κρατούσε η Αλεξάνδρα η γυναίκα του Αναστάση ο οποίος κρατούσε εμένα διότι δεν είχα κανένα δικό μου. Κουμπάρος ο ξάδελφος της Ελισώς, ο Νίκος Θεοφανίδης. Είπε πως θα της έπαιρνε ένα δακτυλίδι και την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε. Το βράδυ τραπέζι για δεκατέσσερις, γλεντήσαμε καλά είχαμε στην παρέα μας ένα Πολίτη ρολογά. Ζήτησε να του βράσουν λίγα μακαρόνια. Τα τοποθετούσε στο κεφάλι του και με κινήσεις τα κατέβαζε ανάμεσα από τα φρύδια του και τα έτρωγε. Πανζουρλισμός, γέλια από τους μορφασμούς που έκανε, ενώ τα μούτρα του πασαλείβονταν με μακαρόνια. Στις δύο φύγανε όλοι και μείναμε μόνοι. Στο κρεβάτι ξεχάσαμε την ορφάνια μας από ζωντανούς γονείς. Κανένας δικός από τις οικογένειες μας. Είχαμε όμως την ξεγνοιασιά που συνοδεύει τα νιάτα. Δεν είχαμε καμιά ηθική και υλική υποχρέωση σε κανένα. Ούτε μια δεκάρα. Ανοιξα παράθυρο και πόρτα να αεριστεί το δωμάτιο μας ενώ η Ελισώ συμμάζευε το τραπέζι και τακτοποιούσε το δωμάτιο. Ετσι παντρευτήκανε δύο ξενιτεμένοι γυμνοί. Αλλά μήπως και οι πλούσιοι δε γυμνώνονται όταν την πρώτη νύχτα του γάμου τους πέφτουν στο κρεβάτι το νυφικό. Το ίδιο κάναμε και μεις, γδυθήκαμε και με τη βοήθεια του έρωτα νοιώσαμε πέντε ειδών ηδονές. Το μεσημέρι της Δευτέρας ήλθε η θεία Ασπασία και πήρε το λάβαρο της αγνότητας και έφυγε. Φαγιά, μεζέδες είχαν περισσέψει. Άνοιξα το μαγκάλι γιατί έκανε κρύο και αφού φάγαμε και ήπιαμε, συνεχίσαμε το έργο της αναπαραγωγής. Το πρωί της Τρίτης εγώ στο μεροκάματο και η Ελισώ στο νοικοκυριό. Την Τετάρτη το βράδυ μόλις πέσαμε να κοιμηθούμε ακούσαμε κτυπήματα στο παντζούρι μας και το Νίκο να ξεφωνίζει. Ανοίξτε γαμώ τη Βασιλεία σας πάμε να γλεντήσουμε. Ντυθήκαμε, άνοιξα την πόρτα και μας έβαλε στο αυτοκίνητο και μας πήγε στα Πατήσια σε ένα κέντρο καλό και γλεντήσαμε. Χουβαρντάδικα όλα και του πουλιού το γάλα. Στις δύο από τα μεσάνυκτα κάτσαμε στο αυτοκίνητο που μας περίμενε, μας άφησε σπίτι και έφυγε. Ζήλεψα γαμώ τη Βασιλεία σας θα παντρευτώ και θα κάνουμε παρέα μας έλεγε. Αυτό έγινε ξαφνικά άλλες τέσσερις φορές. Ολο θα παντρευόταν και παντρεμό δεν είχε. Πέρασε ένας μήνας, ήλθε η Στυλιανή μια Κυριακή με μια τσάντα μεζέδες και φρούτα. Τη νύχτα που έφευγε μας είπε ότι είχε κάποιο γνωστό της τμηματάρχη στο Υπουργείο Προνοίας και ενεργούσε να πάρει μια παράγκα στο Περιστέρι, να πάμε να κάτσουμε μαζί, να γλυτώσουμε το νοίκι. Μην πείτε τίποτα σε κανένα, ούτε στους δικούς μας. Πράγματι πήρε μια παράγκα και κουβαληθήκαμε εκεί. Κάθε βράδυ τα ούζα μας και τα χωρατά μας. Μια υποστήριξη από κει που δεν την περιμέναμε. Ηταν κορδελιάστρα, έβγαζε αρκετά λεφτά, ξόδευε, αλλά μονάχη και έρημη όπως ήταν γιατί δε μόνοιαζε με τα αδέλφια της. Είχε δημιουργηθεί ένα τρίο αναμεταξύ μας ανέφελο. Εβαζε ένα παραβάν στο κρεβάτι της και έτσι είχαμε δυο διαμερίσματα στην παράγκα μας. Οσο για πειράγματα, το τι της έκανα δεν περιγράφεται. Ελα βρε Θόδωρε μου έλεγε, πες μου γι’ αυτό, πες μου για κείνο. Μου έλεγε η Ελισώ, φοβάμαι μην παρεξηγηθώ, είναι τρελή λιγάκι, αλλά η Στυλιανή όχι μόνο δεν παρεξηγιόταν από τα πειράγματα αλλά της άρεσαν και τα ερωτεύματα. Ερχονταν αργά το βράδυ και έτσι εμείς τακτοποιούσαμε τις συζυγικές υποχρεώσεις μας. Τότε έρχονταν και ο Κώτσος και μας εύρισκε, είχε φύγει από τη Θεσσαλονίκη όπου τον είχαν μεταθέσει και είχε καταταχτεί στη Δημοκρατική Φρουρά. Αυτός έκανε κόρτε με την κόρη της διπλανής μας γειτόνισσας και τον ήθελε για άντρα της. Αλλά ο τρελοΚώτσος εκεί που τον έβλεπες, εκεί τον έχανες. Ολο και φούσκωνε η κοιλιά της Ελισώς. Την παραμονή του Αγίου Βασιλείου, παρόλη την κοιλιά της, χόρευε, πηδούσε. Μωρή, θα το βγάλεις άγουρο φώναζε η Στυλιανή. Οσο για τραπέζι βασιλικό εκείνο το βράδυ, κουβάλησα εγώ, κουβάλησε η Στυλιανή, η παράγκα μας είχε γίνει μεζετζίδικο. Οτι με έπαιρνε ο ύπνος μου έδωσε μια σκουντιά, βρε Θόδωρε κάτι έχω, ξύπνα. Ακουσε η Στυλιανή, ξύπνησε. Ηρθαν οι γειτόνισσες, μάνα και κόρη, τρέχα για τη μαμή είπε, γέννα είναι. παραδίπλα μας ήταν μια μαμή πρακτικιά. Πριν από ένα μήνα όμως είχαν φέρει μια μαμή διπλωματούχα να ξεγεννήσει κάποια στο συνοικισμό. Είχε κοιτάξει και την Ελισώ και μας είχε υποσχεθεί, ότι ώρα και να ’ναι, θα ερχόταν να ξεγεννήσει και την Ελισώ. Μας είχε αφήσει την κάρτα της. Καθόταν στην οδό Πατησίων. Ντύθηκα στα βιαστικά και πήγα στη στάση για αυτοκίνητο. Κανένα, άρχισα να τρέχω μέσα από τους μαχαλάδες της Κολοκυνθούς. Ηξερα το μονοπάτι αλλά τα σκυλιά και νύχτα. Αρπαξα μια βέργα χοντρή από ένα κήπο και πήρα δρόμο. Ευτυχώς ήταν ξαστεριά και δεν έκανε κρύο. Εφτασα στο σπίτι της μαμής και την ξύπνησα. Δεν έχω αυτοκίνητο της είπα. Εσύ πως ήρθες με ρώτησε. Από τους κήπους μέσα πέρασα. Με έπιασε αγκαζέ, έλα πάμε, γέννα είναι. Αρπαξε τη βαλιτσούλα της. Της την πήρα από το χέρι και πήραμε δρόμο. Έτσι μου ’ρχεται να σε πάρω στις πλάτες μου της είπα. Μα και στην αγκαλιά σου να με πάρεις ακόμη καλύτερα μου είπε. Φτάσαμε, είχε αρχίζει να χαράζει, την κοίταξε, ζεστό νερό είπε, το είχανε έτοιμο, της δώσανε πανιά δεν τα πήρε, ζήτησε εφημερίδες. Ελα κουνέλα της είπε, εύκολη γέννα, σφίξου λιγάκι, να τονε τον κερατά και πήρε το παιδί με τέτοια επιδεξιότητα που δεν πήραμε χαμπάρι παρά από το πρώτο κλάψιμο του πρώτου μου γιου. Τα χέρια της σβέλτα, την τακτοποίησε, ύστερα το μωρό και κάθισε σε μια καρέκλα. Την κεράσανε και ευχήθηκε, ακριβώς εκείνη τη στιγμή μια ηλιαχτίδα τρύπησε το τζάμι και φώτισε την παράγκα. Ανατολή ηλίου, θα το δηλώσω με χτεσινή ημερομηνία στο Ληξιαρχείο, να μη χάσει ένα χρόνο. Σηκώθηκε να φύγει, τη ρώτησα πόσα ήθελε. Μεθαύριο μου είπε θα ‘ρθώ να τη δω, έχω και μια άλλη ετοιμόγεννη εδώ. Της πρότεινα να τη συνοδέψω, αρνήθηκε, κάτσε εδώ και αν δεις καμιά ανωμαλία να ‘ρθεις να με φωνάξεις και έφυγε. Υστερα από τρεις μέρες που ήρθε μου ζήτησε 300 δραχμές μόνο. Πήγε η Στυλιανή και ειδοποίησε τη θεία Ασπασία, καθόταν και αυτή από κάτω μας σε Γερμανικές παράγκες. Είχε τόσο άφθονο γάλα η Ελισώ που το τραβούσε με βυζάστρα. Τον Απρίλιο η Στυλιανή τα κατάφερε και πήρε άλλη μια παράγκα, αυτή για μας, στο όνομα μου. Χωριστήκαμε αλλά δεν έλλειπε ποτέ από μας και τι τραγούδια δεν του έλεγε του μωρού. Στη βάπτιση του Τάκη μας (Μισιρλής Μαργαρίτης (Τάκης) του Θεοδώρου (11122611) #565 info), ο κουμπάρος μας νονός. Εξω στο δρόμο τρία τραπέζια στη σειρά, φαγητά, μεζέδες, μπύρες, άφθονα κεράσματα, όλα του κουμπάρου. Η παράγκα μας ήταν πάνω σε παλούκια, αψηλά μισό μέτρο από τη γη. Εσκαψα το χώμα και έκανα ένα μαγαζάκι, και τα βράδια δούλευα εκεί. Τον Μάιο εξερράγησαν δύο μικροεπαναστάσεις εναντίον του Πλαστήρα που ήταν πολύ υποστηρικτής των προσφύγων. Η μια υπό μορφή συλλαλητηρίου στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Εκεί σκοτώθηκαν 180 και τραυματίστηκαν 285. Η άλλη στο Πασαλιμάνι νεκροί 230, τραυματίες 453. Τα δύο αντίπαλα κόμματα, το ένα Βενιζελικό και το άλλο Βασιλικό, επιτίθεντο εναντίον αλλήλων. Κάθε μέρα τρομοκρατία στην Αθήνα. Αποτέλεσμα να σταματήσουν οι δουλειές και να δημιουργηθεί ανεργία. Τότε μου πρότεινε ένας εργολάβος ο Καπετάνογλου που είχαμε πάει με την Ελισώ στο γάμο του, να με πάρει μαζί του στο Αγρίνιο όπου είχε αναλάβει να κτίσει παράγκες για Πόντιους καπνάδες. Πρώτη φορά που άφηνα το γιο μου και τη γυναίκα μου για να πάω να δουλέψω τόσο μακριά. Επειδή δεν είχα δουλειά παρά μόνο κάτι μικροπράγματα, αποφάσισα να πάω μαζί του. Εργαλεία δεν θα έπαιρνα μαζί μου. Είχε 7 μαραγκούς έτοιμους να έλθουν μαζί μας. Εγώ θα ταξινομούσα τη δουλειά και θα επέβλεπα. Κάθε 15 μέρες θα ερχόμουνα στο σπίτι μου. Θα καθόμουνα δυο μέρες και θα ξαναπήγαινα. Πήρα τα ρούχα της δουλειάς και μια αλλαξιά εσώρουχα. Το πρωί έφυγα, ο Τάκης κοιμότανε, η Ελισώ στεναχωρημένη αλλά τί να κάνουμε αφού δεν είχα σιρμαγιά να ανοίξω δουλειές με εργολάβους. Αυτοί πληρώνουν αφού παρέδιδες δουλειά και καμιά φορά είχες και μπλεξίματα. Φύγαμε από τον Πειραιά και πήγαμε με καράβι στην Πάτρα, Από κει με άλλο καράβι στο Κρυονέρι. Από κει με τραίνο στο Αγρίνιο και από κει με αυτοκίνητο στη Λισινού όπου θα φτιάχναμε τις παράγκες. Μια ταλαιπωρία κοπιαστική, ζέστες, κουνούπια, ερημιά. Καταλύσαμε σε ένα Χάνι. Φάγαμε και ανέβηκα πάνω να κοιμηθώ. Μόλις έπεσα στο κρεβάτι με έπιασε μια τέτοια απογοήτευση που δεν περιγράφεται. Πιθανόν και να έκλαψα. Ψόφιος από κούραση, κοιμήθηκα. Το πρωί άρχισα να ταξινομώ τις παράγκες με το τοπογραφικό χαρτί που είχα στα χέρια μου. Οι μαστόροι έβαζαν παλούκια στη γη για ορόσημα. Σαν χαμένος δούλευα, μιλιά δεν έβγαζα. Κοντά μου ο Καπετάνογλου. Τι έχεις με ρώτησε, πάμε να πιούμε καφέ. Δεν του απάντησα. Πήγε στο χάνι και έφερε καφέ και γλυκό. Εφυγε, πήγε να παραλάβει την ξυλεία που ξεφόρτωναν τα αυτοκίνητα. Μέχρι το βράδυ είχα χωρίσει που θα στήνονταν οι παράγκες, τους είχα ξεθεώσει τους μαστόρους. Στο τραπέζι είχε έλθει ο εργολάβος και κάθισε δίπλα μου. Μη τους ζορίζεις τόσο, θα φύγουνε. Αυτός τρελός είναι, τα έβαλε με όλους μας. Τι έχεις Τοτορός, έτσι με φώναζε ήταν Αταγιαλής, δεν ήξερε Ελληνικά. Αύριο θα σου στήσω τα σκελετά μιας παράγκας και θα φύγω, δε χρειάζομαι πια εγώ, οι μαστόροι ξέρουν πια τι να κάνουν. Την άλλη μέρα το βράδυ για καλή μου τύχη ένα αυτοκίνητο που είχε φέρει ξυλεία έφευγε για την Αθήνα. Με πλήρωσε, κάθισα δίπλα στο σοφέρ και έφυγα. Ολη νύχτα κοιμόμουνα παρά τα τραντάγματα του αυτοκινήτου. Την αυγή σταματήσαμε σε ένα γαλατάδικο. Μ’ αρώτησε ο σοφέρ αν ήμουν άρρωστος. Εγώ θα πάω στην Αχαρνών, που θέλεις να σε κατεβάσω; Εντάξει, εγώ κάθουμαι Περιστέρι του είπα είναι κοντά από κει. Στις 9 πλησίαζα στην παράγκα μας.
επόμενη σελίδα 9. Ο Θόδωρος και η οικογένεια του μετακομίζουν στις Στενιές για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή.
|