|
(15. Για να τα βγάλει πέρα με τα προβλήματα της κατοχής, ο Θόδωρος και η οικογένεια του μετακομίζουν στο Καλιβάρι).
Εν τω μεταξύ είχα τελειώσει το μύλο και είχαμε κάνει τη δοκιμή από τα πρώτα σιτάρια της συγκομιδής του θέρους. Η ταχύτης την οποία δεν είχαμε προβλέψει, σήκωνε το αλεύρι που δεν πρόφταινε να μαζέψει η θήκη του εξαγωγέως στον αέρα μέχρι το ταβάνι. Είχαμε γίνει κάτασπροι από αλευρόσκονη καθώς και ο Γέροντας με τα άμφια του και τη μίτρα του που έκανε τον αγιασμό εκείνης της ώρας. Επιασα τα γέλια βλέποντας ηγούμενο και καλόγριες κάτασπρες. Σταμάτησα το μύλο. Μα είναι για γέλια αυτό που συμβαίνει με τον μύλο μου, με μάλωσε ο ηγούμενος. Κατέβηκα κάτω στο εργαστήρι έκοψα ένα κόντρα πλακέ και έκανα ένα κάλυμμα, ανέβηκα και έκλεισα το άνοιγμα, ενώ με κοίταζαν με δυσπιστία γύρω μου. Εβαλα μπρος τη μηχανή, ούτε σκόνη δεν έβγαινε πια. Αν επιτρέπεις γέροντα, να γελάσω εγώ τώρα του είπα, ενώ με κοίταγε με θαυμασμό. Πέρασε το πετραχήλι του πάνω μου και με ευλόγησε. Εφυγε γελώντας τώρα εκείνος. Γελάσανε και οι καλόγριες καταλευρωμένες και αυτές, μόνο τα μάτια τους φαίνονταν. Οσο για μένα, θα είχα από μαλλιά μέχρι νύχια ένα δάκτυλο χοντρό αλεύρι πάνω μου γιατί ήμουν κοντά στην εξαγωγή και το αλεύρι πετιόταν με ορμή επάνω μου. Μου φέρανε ζεστό νερό στον ξενώνα και ένα μπάνιο τσίγκινο. Δώστε μου τα ρούχα σας μου είπε η Ευπραξία, ενώ άπλωσε το χέρι της από την πόρτα που ήταν κρυμμένη πίσω της. Το βράδυ συμπόσιο με διαβασμένο κρασί και 2 κούτες τσιγάρα. Ο Τάκης έγινε καλά, ήλθε με το Σπύρο μαζί. Ξετρελάθηκαν οι καλόγριες μαζί του. Μας είπε η γερόντισσα Κασσιανή το παιδί είναι πολύ αδύνατο, ας μείνει στο μοναστήρι, θα το αναλάβουμε υπό την προστασίαν μας. Εφυγε ο Τάκης για το χωριό και σε λίγες μέρες ήλθε με τη μάνα του, είχαν αφήσει τη Ρούλα στη Φραεσκούλα (Διαβατίδου Φρατζέσκα του Αθανασίου (141145) σύζ. Κυρτάτα Νικολάου του Πέτρου (Οσιου)) η κόρη της οποίας την υπεραγαπούσε. Είχανε κάνει συνομωσία, να περιέλθουν τα χωριά και στο γυρισμό να με διεγείρουν να φύγω από το μοναστήρι και να πιάσουμε ένα σπίτι στα αρβανιτοχώρια και να συγκεντρωθούμε όλοι εκεί, να γλυτώσουμε από τους δρόμους και τα βουνά που διασχίζαμε κάθε τόσο. Στο γυρισμό μου είπαν ότι πολλοί θέλουν να τους κάνω δουλειές και ότι θα βρούμε και σπίτι, έτσι τους υποσχέθηκαν οι χωρικοί στις βόλτες που έκαναν. Εγώ γκρίνιαζα, δεν ήθελα, επί τέλους ύστερα από αρκετό καυγάδισμα τους είπα, καλά βρείτε μου δουλειά και σπίτι να μένω προσωρινά και τότε παρατώ το μοναστήρι. Εν τω μεταξύ ο Σπύρος με ένα ραβδί στο χέρι έτρεχε με τον αρχιτσομπάνο τον Γιάννη για τα γιδοπρόβατα του μοναστηριού. Οι καλόγριες δώσ’ του και τον περιποιόνταν , του έδιναν εκτός φαγητού, σύκα καρύδια κλπ. Καβαλούσε τη γαϊδούρα και έτρεχε πίσω από τον Γιάννη. Πριν ένα χρόνο είχε κλεφτεί με μια νεαρή καλόγρια και την είχε κουβαλήσει στο σπίτι του στην Κατάκοιλο. Οι γονείς του την είχαν καλοδεχτεί, ήταν μοναχογιός και νέο παλληκάρι. Ο Γέροντας στην αρχή έγινε έξω φρενών. Μου έκλεψε μαστροΜισιρλή την ωραιότερη καλόγρια μου, μου έλεγε και χάιδευε τα γένια του. Εν τω μεταξύ τα κοπάδια του μοναστηριού άρχισαν να παραστρατούν μια και έλλειπε ο Γιάννης. Ετρεχαν οι καλόγριες για να τα μαντρώσουν, χαθήκανε επτά κεφάλια, και χτύπησαν τα γεράκια άλλα πέντε νεογέννητα. Μήνυσε στον Γιάννη ότι τον συγχωρεί και να’ ρθει στη μονή να αναλάβει πάλι τσοπάνος της. Ηλθε ο Γιάννης στο μοναστήρι και του είπε, αν θες να ξανάρθω εδώ, θα μου χαρίσεις 40 γιδοπρόβατα να βοσκούν με τα δικά σου για να κάνω και εγώ σιρμαγιά και να με παντρέψεις με την Εφημία. Αν δεν θέλεις, ήρθα να πάρω τον αργαλειό της και τα ρούχα που έχει στο κελί της. Δέχτηκα μαστροΜισιρλή μου είπε και τους πάντρεψα εδώ, του έδωσα τα γιδοπρόβατα και ότι άλλο μου ζητούσαν και αύξησα το ταΐνι (σημ. το σιτηρέσιο, το συσσίτιο) σε τρόφιμα. Τώρα θα βάλω την Παϊσία να τους βαφτίσει το γιο τους. Ξαναήλθε η Ελισώ με τον Τάκη. Το πρωί πήγαν βόλτα μαζί πάλι, μου βρήκαν δουλειά και να κοιμάμαι στο σπίτι του Νίκου Κάρλου. Ετσι, ύστερα από δυο μέρες αποχαιρέτησα το μοναστήρι, φόρτωσα τα εργαλεία μου στη γαϊδούρα του Νίκου Κάρλου που ήλθε να με πάρει και τραβήξαμε για το Καλιβάρι, ένα χωριό δυόμισι ώρες από τη Μονή. Ο Σπύρος έμεινε με τις καλόγριες οι οποίες ετοιμάζονταν να κάνουν μια περιοδεία στα μοναστήρια του νησιού προς ανταπόδοση των επισκέψεων που έκαναν πέρυσι αυτές στο μοναστήρι τους. Τον ήθελαν για οδηγό. Ο Σπύρος στο μουλάρι που θα φόρτωναν τα ταγάρια τους οι καλόγριες με τα αναγκαία τρόφιμα της περιοδείας τους και είκοσι γερόντισσες πεζή από πίσω. Το βράδυ κοιμήθηκα σε σχετικώς καθαρό στρώμα σε ένα καναπέ στη σάλα του Νίκου Κάρλου. Το πρωί έβαλα τον πάγκο μου και άρχισα να του κάνω ένα τραπέζι και ένα μπουφεδάκι. Με περιποιόταν η γυναίκα του, νεαρή και νόστιμη. Το βράδυ μόλις σχόλασα ήλθε να με επισκεφτεί ο παπάς του χωριού. Με γνώρισε γιατί ο γάμος του είχε γίνει στις Στενιές στον Αη Γιώργη όπου έψελνα. Ηταν νέος, λεγόταν παπΑνδρέας Πίππας. Είχε κάνει διάκος στη Σύρο στη μητρόπολη, τα κατάφερνε καλά και στο ψάλσιμο. Εδώ στο Καλιβάρι δυο-τρεις είναι καλονοικοκυραίοι , ενώ στο Βαρίδι όπου μένω, ο ένας καλύτερος από τον άλλο, εκεί θα πιάσεις δουλειά, να χορτάσεις ψωμί. Το Σάββατο έλα να εσπερινιάσουμε μαζί στο Βαρίδι, είναι μισή ώρα από εδώ, θα μείνεις σπίτι μου. Το πρωί θα ψάλλεις στην εκκλησία μας, εκεί θα γνωριστείς με πολλούς. Για σπίτι τι θα γίνει παπά μου, θέλω να μεταφέρω την οικογένεια μου εδώ. Πρόκειται να φύγουν οι Ιταλοί από εδώ. Το σπίτι που κρατάνε για φυλάκιο είναι ότι πρέπει για σένα, εγώ θα φροντίσω γι’ αυτό το ζήτημα, πάντως, εσύ σε λίγο θα τακτοποιηθείς. Πήγα στο μοναστήρι και είδα το μύλο που έκανες, είσαι ήδη ξακουστός στην περιφέρεια μου. Εσύ ακολούθα με και έννοια σου. Εφυγε ο παπάς, με είχε ενθαρρύνει. Στο τραπέζι μου είπαν η Φρατζέσκα η νοικοκυρά, μαστροΘοδωρή σύντομα θα μας φύγεις για το Βαρίδι, εκεί είναι όλο γεροί, εμείς εδώ άλλο από κρασί και πατάτες δεν έχουμε. Λιγοστά είναι τα άλλα είδη σε μας ίσια όσο να περνάμε. Εφερε ένα πιάτο κάτι αχλάδια που τα κοίταζα με θαυμασμό. 70 δραχμές το κάθε ροδάκινο, αλλά κτυπημένα. Με πέτρες τα έριξα μου είπε ο Νίκος είναι αψηλά δέντρα, που να ανέβεις επάνω, τα αφήνουμε να σαπίζουνε και να πέφτουν χάμω, τα δίνουμε του γουρουνιού μας και τα τρώει. Να εδώ πίσω είναι, πάμε να δεις τις αχλαδιές. Πήγαμε, τις είδα. Εχει εδώ καμιά καλαμιά τον ρώτησα. Εχει στο ποτάμι. Φέρε μου το πρωί ένα, το πιο χοντρό και θα δεις πως μαζεύονται τα αχλάδια. Πριν ξυπνήσεις θα σου έχω καμιά δεκαριά, διάλεξε όποιο σου κάνει. Το πρωί διάλεξα το πιο μακρύ, χάραξα στα τέσσερα την κορυφή και έχωσα μια σφήνα στο βάθος, έγινε σαν χωνί. Εδεσα το γύρω με ένα σύρμα και πήγαμε στις αχλαδιές. Δεν φυσούσε. Σήκωσα και σφήνωσα ένα. Το στριφογύρισα με τα δυο μου χέρια και το αιχμαλώτισα. Σε μια ώρα μέσα έκοψα καμιά πενηνταριά . Είδα τη Φρατζέσκα να με κοιτάζει από την πόρτα του σπιτιού. Φέρε ένα καλάθι της είπα. Καλάθι; τι θα το κάνεις μου φώναξε. Δεν φαινόταν τα αχλάδια εκεί που τα είχα στιβάξει. Φέρε το καλάθι και άσε τις κουβέντες. Ηρθε με το καλάθι και είδε τα αχλάδια. Βρε συ είσαι θεριό χαρά στηνε που σ’ έχει μου είπε. Ημουνα ιδρωμένος, πήγα στο σπίτι, πλύθηκα και άρχισα να δουλεύω. Είχανε και κάτι συκιές περίφημες, σε κατηφοριές. Πήγαινα το πρωί με ένα καλαθάκι και τα μάζευα από το δέντρο. Μου ‘φερνε η Φρατζέσκα τουλουμοτύρι και ψωμί και έτρωγα στα γιομάτα. Οσο για κρασί καλιβαριώτικο έπινα αντί για νερό. Το κλίμα ξηρό, ζωογόνο. Κοιμόμουνα μονοκόμματα, άρχισα να δυναμώνω. Είχαν περάσει από το Καλιβάρι κάτι χωριανοί και ήλθαν να με δουν. Τους κέρασα κρασί και φάγαμε πατάτες βραστές. Μου είπαν τα χάλια του χωριού. Νεκροταφείο οι Στενιές μου είπε το Λιθόσυκο (Σύμπουρας Αντώνιος του Σταματίου (Λιθόσυκος) (1226) #3510 info). Σώθηκες Μισιρλή, μην το κουνάς από δω. Το Σάββατο το απόγευμα κατηφόρησα για το Βαρίδι, για του παπά το σπίτι. Κάναμε εσπερινό. Αριστερά έψελνε ένας Γιώργης Καραμπάτσας. Καραβοκύρης, χουβαρδάς, κρασοπατέρας. Πήγαμε μετά τον εσπερινό σπίτι του. Ηταν ο ψάλτης του φίλου του παπά. Είχε προφορά αρβανίτικη, αλλά τα κατάφερνε ως τυπικάριος. Είχε κότα ψητή και λουκάνικα καπνιστά, τυρί κλπ. Μέχρι τις 11 τρώγαμε, πίναμε, ψέλναμε. Γινήκαμε πρώτοι φίλοι. Εγώ θα έψελνα δεξιά, εκείνος αριστερά, ο παπΑνδρέας πια θα κορδωνότανε. Θα πηγαίναμε σε όλα τα πανηγύρια στα γύρω χωριά. Δηλαδή φαγοκρασοπότι μέχρι σκασμού. Κοιμήθηκα στου παπά και το πρωί σηκώθηκα, είχε έτοιμο γάλα, τυρί και αυγά η παπαδιά. Και αυτή ήταν νέα, αλλά είχε κάνει έξη παιδιά και η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη πάλι. Στο γάμο σου στις Στενιές, εγώ έψελνα της είπα, με θυμάσαι; Τι να θυμάμαι, ήμουνα 15 χρονών, ντρεπόμουνα, μου το είπε ο παπάς και χαμογέλασε. Πήγα στην εκκλησία, άρχισε η λειτουργία, ψέλναμε κεφάτοι. Γιόμισε η εκκλησία, είχαν έλθει και από τα άλλα δύο χωριά που ήταν η δικαιοδοσία του παπά Ανδρέα. Οταν τελείωσε μου έγνεψε ο παπάς και πήγα στο ιερό. Μου έδωσε μια προσφορά και ένα ποτήρι κρασί, είναι ανάμα μου είπε, πιες το. Στην αυλή κόσμος γεμάτος παρέες-παρέες συζητούσαν θαρρείς πως μάλωναν. Μόλις βγήκε ο παπάς βουβάθηκαν. Τρεις μας διεκδικούσαν σε ποιανού το σπίτι να πάμε για φαΐ μεσημεριανό, αυτός ήταν ο καυγάς τους. Τους συμβίβασε ο παπάς. Θα πάμε στου Μακρίνα είπε, ελάτε και σεις μαζί. Τι παπά, θα πετάξουμε τα φαγιά μας, είπαν οι άλλοι δύο, έχουμε ετοιμάσει και εμείς. Καλά, φέρτε και τα φαγιά σας είπε ο παπάς. Στα αρβανιτοχώρια της Ανδρου, οι άντρες τρώνε στη σάλα στο μεγάλο τραπέζι. Οι γυναίκες σερβίρουν και ύστερα τρώνε χώρια και αυτές. Φυσικά το καλαμπούρι τους είναι ποια θα κάνει πιο πολλά παιδιά, όσο για κρασί όσο χωράει η κοιλιά τους και τα μωρά ακόμη τα ποτίζουν κρασί για να γίνουν γερά. Το φαγητό, το κρασί το σπιτικό μας είχε φέρει στα κέφια. Ψέλναμε, πίναμε, τα καλαμπούρια χόντραιναν προπάντων από το μέρος των γυναικών. Κάποια στιγμή ο Καραμπάτσας τις ρώτησε ποιος ψέλνει πιο καλά από τους τρεις μας. Ο μάστορας απάντησαν, έχει γλυκιά φωνή και κάτι πρόσθεσαν αρβανίτικα και σκάσανε στα γέλια. Σηκώθηκε ο παπάς, πήγε κοντά στο τραπέζι τους και κάτι τους είπε κι’ αυτός στα αρβανίτικα. Αρχισαν τώρα να μιλούν σιγά οι γυναίκες. Στις 10 τη νύχτα πήγα με τον παπά και κοιμήθηκα σπίτι του. Το πρωί πήρα τον ανήφορο και πήγα στου Κάρλου και έπιασα δουλειά, Δέκα μέρες δούλευα στου Κάρλου όταν το πρωί που γύρισα από τα σύκα, είδα τη μάνα της Φρατζέσκας να μου φέρνει κολατσιό. Πάνε στα χωράφια μου είπε, εγώ θα σου κάνω παρέα σήμερα. Την νύχτα τους ένοιωσα ότι ήλθαν για να κοιμηθούν. Το πρωί τα ίδια, η μάνα με τη λεύτερη την κόρη της. Ηταν όμορφο λεβεντοκόριτσο, αλλά το ένα της μάτι αλλήθωρο. Τη λυπήθηκα, μαγειρέψανε, φάγαμε παρέα. Κοιμήθηκα, είχε περάσει αρκετή ώρα όταν άκουσα το αντρόγυνο να κουβεντιάζει έξω από το κλειστό παράθυρο μου αρβανίτικα. Σε λίγο σταμάτησαν οι ομιλίες τους. Το πρωί όταν γύρισα με τα σύκα μου είδα σκύλους και γάτες γύρω από τη μουριά να αλληλοτρώγονται. Αρπαξα ένα ξύλο και τις έδιωξα. Μου έφερε η Φρατζέσκα το γάλα μου και ένα πιάτο τυρί κίτρινο, κομμένο σε κομμάτια. Που το βρήκατε αυτό το τυρί τη ρώτησα. Μα εμείς το φτιάχνουμε μου είπε, φάε να δεις είναι καλό. Εφαγα, ήταν Γερμανική παρμεζάνα. Θέλεις κι’ άλλο; μου είπε. Είχα αδειάσει το πιάτο. Θέλω για το μεσημέρι, της είπα. Να, μου είπε εμείς σήμερα θα λείπουμε, θα μείνεις μόνος. Ανοιξε το ντουλάπι, έχει ψωμί και τυρί απ’ αυτό, πορέψου, σήμερα το βράδυ που θα έλθουμε θα μαγειρέψω. Μόλις φύγανε άνοιξα το ντουλάπι και είδα ακουμπισμένο στο πάνω ράφι ένα κομμάτι τυρί μεγάλο. Το πήρα στο χέρι, κόντεψε να μου πέσει, ήταν 15 οκάδες τουλάχιστο. Από τους Γερμανούς το έκλεψαν φαντάστηκα και το ξανάβαλα στη θέση του. Σε λίγο, να ‘σου ένα σωρό γάτες και σκύλοι έξω από τη μουριά. Αρπαξα τη μαγκούρα μου, βγήκα έξω και τις έδιωξα. Τα ζώα κοίταζαν όλα επάνω, προς την κουφάλα που σχημάτιζε η μουριά, από όπου ξεκινούσαν οι κορμοί των κλαδιών της. Ηταν αψηλά. Πήγα και πήρα τη σκάλα τους και την ακούμπησα στη μουριά και ανέβηκα επάνω. Ενα τσουβάλι σκέπαζε το άνοιγμα. Το τράβηξα και είδα την κουφάλα γεμάτη μεγάλα κομμάτια τυριά κίτρινα. Πήρα ένα κομμάτι, έβαλα το τσουβάλι, κατέβασα τη σκάλα και πήγα και το έχωσα μέσα στα εργαλεία μου. Βγήκα, έβαλα τη σκάλα στη θέση της και έπιασα δουλειά. Το απόγευμα θα ερχόταν ο Τάκης. Θα του έδινα να το πάει στο σπίτι. Ο κλέψας του κλέψαντος. Το μεσημέρι, όταν έφαγα πήγα στο γειτονικό σπίτι του Αλέκου του Μπόθου, είχαμε γνωριστεί τα βράδια πού έρχονταν και κρασοπίναμε στου Νίκου. Είδα τον Αλέκο με ένα κασμά να κομματιάζει ένα στρογγυλό κομμάτι τυρί. Τι κάνεις βρε του είπα, γιατί το χαραμίζεις το τυρί; Πως θα το φάει το γουρούνι μαστροΘοδωρή, εμείς δεν το τρώμε. Γιατί δεν το τρώτε; τον ρώτησα. Να, πες πως φοβόμαστε, πες πως σιχαινόμαστε. Εχουμε τουλουμίσια τυριά εμείς. Που τα βρήκες αυτά τα τυριά; Στο Ζόργκο έσπασε ένα καράβι πάνω στα βράχια και γέμισε η θάλασσα ξύλα, βαρέλια μπενζίνα, τυριά και άλλα πράγματα. Τρεις νύχτες κουβαλάγαμε, τώρα έλα να δεις ξύλα. Μπήκα στη σάλα και είδα κάπου 20 μαδέρια ξύλα στοιβαγμένα. Το χωριό γιόμισε από δαύτα. Στήσε τα μαδέρια όρθια να στεγνώσουν, έτσι όπως είναι θαλασσοδαρμένα θα ανάψουν. Είσαι λεβεντιά μωρέ μάστορα καλά λες θα τα βάλω στον ήλιο. Βγήκα έξω, δως μου ένα κομμάτι τυρί να το στείλω στο χωριό να το φάει το γουρούνι μου, του είπα. Μου ‘δωσε ένα μεγάλο κομμάτι, πήγα στο σπίτι και το ακούμπησα πάνω στο τραπέζι. Εδιωξα πάλι τα σκυλόγατα και ξάπλωσα να ξεκουραστώ. Το απόγευμα ήλθε ο Τάκης είδε το τυρί πάνω στο τραπέζι και γούρλωσαν τα μάτια του. Τι είναι μπαμπά με ρώτησε. Δικό μας είναι, μου το δώσανε έτσι, δεν τα τρώνε, φοβούνται, σιχαίνονται, το χωριό είναι γιομάτο τυριά. Το πρωί στη βόλτα σου να ζητάς τυρί κίτρινο για να πουλάς την πραμάτεια σου. Το πρωί άρπαξε ένα καλάθι και το τσουβάλι του και γύρισε μόλις νύχτωσε με το τσουβάλι του γεμάτο τυριά. Τι έγινε, βλέπω πλούτη του είπα. Ασ’ τα ένα κομμάτι τυρί, μια κουβαρίστρα. Το πρωί θα πάω στο κάτω χωριό. Το βράδυ που ήλθε το αντρόγυνο και κάτσαμε να φάμε, κόντεψα να πεθάνω τους είπα αν δεν ξερνούσα το τυρί που έφαγα. Καταλάβανε ότι τους κοροΐδευα, αλλά δε βγάλανε μιλιά γιατί φοβηθήκανε μην τους παρατήσω τη δουλειά και πάω στο Βαρίδι όπου πραγματικά μου είχανε προσφέρει πολλές δουλειές. Βγάλτε τα τυριά από τη μουριά γιατί χτες δεν κοιμήθηκα. Εσύ Κάρλο, μάζεψες ξύλα; τον ρώτησα. Κάτι λίγα, τα έχω στο κονάκι. Αύριο βγάλτα στον ήλιο γιατί θα σου σαπίσουνε του είπα. Η αρβανίτικη κουτοπονηριά κατάλαβαν δεν είχε περάσει σε μένα. Τηγανίσανε λουκάνικα, ήπιαμε κρασί και κοιμηθήκαμε με τον Τάκη στο ίδιο κρεβάτι. Την άλλη μέρα ο Τάκης μάζεψε ένα τσουβάλι τυριά. Το μεσημέρι έφυγε φορτωμένος όσα μπορούσε να σηκώσει. Σε μια βδομάδα μέσα, έκανε άλλα δυο ταξίδια. Εν τω μεταξύ άδειασε το σπίτι που είχαν οι Ιταλοί φυλάκιο. Τα ασπρίσανε και μου φέρανε το κλειδί, με τον παπά θα κάνουμε καλά μου είπαν για το νοίκι. Κατέβηκα με τον Τάκη στο χωριό και γυρίσαμε φορτωμένοι στρώμα, κουβέρτες. Δεύτερο ταξίδι Τάκης και Σπύρος. Τρίτο ταξίδι φορτωμένοι όλοι και τη Ρούλα από το χέρι. Πότε αγκαλιά, πότε πεζή, είχανε πρηστεί τα πόδια του κοριτσιού Επί τέλους νοικοκυρευτήκαμε. Ημασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε το Χειμώνα συγκεντρωμένη όλη η οικογένεια διότι τον Οκτώβριο δεν άνοιξε το σχολείο λόγω ελλείψεως καθηγητών. Είχαν σκορπίσει όλοι σχεδόν στις πατρίδες τους για να αντιμετωπίσουν τον εκ πείνης θάνατον που είχε φτάσει στο κατακόρυφο σε όλη την Ελλάδα. Τώρα δούλευα στου Κώστα του Μακρίνα, του πιο πλούσιου νοικοκύρη του Βαριδιού. Είχε μύλο, ελαιοτριβείο και πολλά χτήματα. Ενα μεσημέρι ήλθαν δύο άτομα να επισκευτούν τον Μακρίνα. Υστερα από μια ώρα με φώναξαν επάνω στη σάλα όπου στρωνόταν ήδη το τραπέζι για φαγητό. Μου τους σύστησε ο Μακρίνας. Ο ένας ήταν γεωπόνος, διευθυντής του Πειραματικού Αγροτικού Σταθμού Γαυρίου. Ο άλλος, ξάδελφος του ο Μπίμπας από τον Αμόλοχο. Είχαν κάνει συνεταιρισμό μια και είχαν προμηθευτεί άφθονα ξύλα από το ναυάγιο του μεταγωγικού που είχε εξοκείλει στο Ζόργκο. Να τους κάνω 30 κυψέλες τριώροφες, σχέδιο Ντορν. Μου έδειξε ο Γεωπόνος το σχέδιο και μου εξήγησε τον τρόπο που έπρεπε να κυκλοφορούν οι μέλισσες μέσα στη κυψέλη για να μην χαλούν τις κηρύθρες. Τα δύο πατώματα θα ήταν ο εμβρυοθάλαμος των μελισσών, το τρίτο το επάνω θα ήταν για τον τρύγο του μελιού. Το καπάκι με κωνικές προεξοχές για να βρέχονται οι κυψέλες. Πήρα ένα μολύβι και σημάδεψα στο φυσικό μέγεθος την κυψέλη. Ο γεωπόνος που επισκέπτονταν το μοναστήρι και φρόντιζε τα μελισσοκόφινα του Γέροντα, είχε δει τον μύλο που είχα κάνει και είχε μάθει ότι είμαι μοδελάς μαραγκός. Μόλις είδε το σχέδιο στο φυσικό μέγεθος, γύρισε και είπε στους άλλους, είναι εντάξει ο κύριος Μισιρλής. Αυτή η δουλειά θα γίνει στο σπίτι μου τους είπα, δεν μπορώ να ανεβαίνω το βράδυ και να κατεβαίνω το πρωί μες’ τον χειμώνα. Θα μου κουβαλήσετε τα ξύλα στο Καλιβάρι και θα εργαστώ εκεί τις κυψέλες. Είναι πολύ ψιλοδουλειά τα πλαίσια, τα χέρια πρέπει να είναι ζεστά, εκεί θα έχω το τζάκι μου, άλλωστε η δουλειά θα γίνει κατ’ αποκοπή και τη θέλετε μέχρι πρώτη Μαΐου. Πότε βρέχει, πότε χιονίζει, θα χασομερώ. Εχω δουλειά να κάνω στου Φλεβάρη, θα την αφήσω πίσω για να κάνω τη δική σας. Πέσαμε στα παζάρια, συμφωνήσαμε 30 κυψέλες από 5 μεροκάματα την κάθε μια, 150 μεροκάματα. Ταϊστικά και μεροκάματο 2 οκάδες λάδι την ημέρα, σύνολο 300 οκάδες λάδι ή το αντίτιμο σε κρέας, όσπρια κλπ. Ο Κώστας ο Μακρίνας μου υπολόγισε μια ζάρα λάδι 200 οκάδες, οι 180 οκάδες είναι καθαρό λάδι και οι 20 είναι μούργα, τις κάνεις σαπούνι. Τα υπόλοιπα θα μου τα έφερνε σπίτι, ότι του ζητούσα. Φάγαμε, ήπιαμε για τα καλορίζικα. Την άλλη μέρα άρχισε να κουβαλάει τα ξύλα. Υστερα από πέντε μέρες τελείωσα τον μπουφέ που του έκανα, μάζεψα τα εργαλεία μου, τα φόρτωσε στο μουλάρι του και μου τα έφερε στο σπίτι και για δώρο έβαλε στο μουλάρι μια πλεξάνια σκόρδα, μια κρομμύδα , ένα μικρό κοφίνι μελιτζάνες, ντομάτες και 4 καρπούζια. Εκανα κοντά στο παράθυρο ένα πάγκο και άρχιζα να ετοιμάζω τις κυψέλες. Είχαμε συμφωνήσει να κάμω μια πρώτα , να έλθουν να τη δουν και μετά τις άλλες. Ηλθα, την κοίταξε ο γεωπόνος, μου είπε τα πλαίσια πιο πυκνά λίγο και έφυγαν αφού ο Μπίμπας μου άφησε ένα βάζο μέλι. Οι κυψέλες θα τοποθετούνταν στο χτήμα του στον Αμόλωχο διότι εκεί είχε άφθονες πορτοκαλιές, λεμονιές, μανταρινιές κλπ. Τώρα, με κάτι άλλες παραγγελίες που θα μου έφερναν ένα γύρω στο χωριό, είχα εξασφαλίσει για όλο το χειμώνα δουλειά. Θα γλύτωνα από τους δρόμους και θα είχα ζεστασιά εγώ και η οικογένεια μου. Το λάδι θα το διαχειριζόταν ο Τάκης. Ο Σπύρος είχε έλθει από το μοναστήρι. Σε λίγες ημέρες μας τον ζήτησε ένα αντρόγυνο που δεν είχε παιδιά. Ητανε η πρώτη μας γνωριμία. Το κτήμα τους ήταν κοντά στο δικό μας, από την αυλή φαινόταν. Είχαν ένα μουλάρι και μια γαϊδούρα, θα τους βοηθούσε όταν πηγαίνανε στα κτήματα τους στη μεταφορά των προϊόντων τους. Εννοείται ο Σπύρος καβάλα πάντα. Αλλο που δεν ήθελε, άλλωστε μ’ αυτούς θα είχε τα χάδια τους γιατί ήταν άτεκνοι. Ο Τάκης, όταν επρόκειτο για τσιγάρα θα πήγαινε στο Γαύριο, τώρα τρεισήμισι ώρες δρόμο .Είχε αγοράσει ένα Ιταλικό στρατιωτικό σάκο της πλάτης, τον γιόμιζε και έτσι είχε τα χέρια του ελεύθερα και βάδιζε ξεκούραστα. Οτι δεν έβρισκε στο Γαύριο, θα τραβούσε στη Χώρα να το βρει. Καμιά φορά πετύχαινε το ιταλικό αυτοκίνητο. Εδινε τσιγάρα στον οδηγό και πήγαινε σε μια ώρα στη Χώρα. Τώρα που είχε σιρμαγιά καλή, στα σπίτια που γύριζε, έπαιρνε παραγγελίες τι είδος θέλουν, το σημείωνε και όταν γύριζε τους τα έφερνε, κατ’ αυτό τον τρόπο η αγοροπωλησία ήταν εξασφαλισμένη. Εφτιαξα μια σκάφη για πλύση, μια μικρή για ζυμωτό και μια πινακωτή. Ζύμωνε η Ελισώ, φούρνιζε σε λίγο έκανε κάτι ψωμιά που τα ζήλευαν όλες οι χωριανές. Τα φρύγανα για το άναμμα του φούρνου ήταν άφθονα τριγύρω μας καθώς και τα χόρτα του χειμώνα έξω από την πόρτα μας. Παρακάτω από το σπίτι μας ήταν μια ρεματιά δασωμένη. Αρχίσαμε να κόβουμε ξύλα και να τα βάζουμε σε ένα σκεπαστό να ξεραίνονται. Πιο πέρα από το σπίτι μας ήταν ένα μεγάλο ερειπωμένο κτήριο. Τα ανώφυλλα, οι δοκοί ήταν από αγριομουριές. Βρήκα ένα λοστό σιδερένιο και έκανα μια σκάλα. Αυτή η δουλειά γινόταν νύχτα. Εβαζα τη σκάλα, ξεκολλούσα ένα κομμάτι που ήθελε δύο άτομα, το μεταφέρναμε στο σπίτι. Το έκοβα στη μέση και το αποθήκευα στο πίσω μέρος του σπιτιού που ήταν ένα στενόμακρο κατώι. Το σπίτι μας πια, άρχισε να κάνει παρακαταθήκη από τρόφιμα. Τη Ρούλα την συμπαθούσαν στη γειτονιά. Ενας μπάρμπα Δημήτρης γείτονας μας της έδωσε ένα τουρβά γεμάτο καρύδια, τα πήρε στην πλατίτσα της, τα κουβάλησε λίγο και τα ακούμπησε. Σε λίγο την είδαμε κατακόκκινη να μπαίνει στο σπίτι και να μας λέει ότι δεν μπορεί να τα κουβαλήσει. Τι να κουβαλήσεις Ρούλα τη ρώτησε η Ελισώ. Τα καρύδια μαμά, μου τα έδωσε ο παππούς. Πήγε η Ελισώ και τα έφερε, την άλλη μέρα της έδωσαν αμύγδαλα. Τώρα που άρχισε ο τρυγητός όπως ανεβοκατέβαιναν τα ζώα φορτωμένα σταφύλια, όταν έφταναν στην αυλή του σπιτιού μας, μας ακουμπούσαν ένα καλαθάκι, σε λίγες μέρες έγινε ένας σωρός. Μαζεύτηκαν οι μέλισσες, δεν τολμούσαμε να βγούμε έξω. Ηλθε ένας γείτονας μας Γιάννης, αδελφός του παπά, τα έβαλε σε ένα κοφίνι και τα πάτησε με τα δικά του. Μας έδωσε να κάνουμε μουσταλευριά και μας είπε ότι μας ανήκουν 20 οκάδες κρασί. Στα χοιροσφάγια μας καλούσαν οι γειτόνοι, φεύγοντας μας έδιναν ένα κομμάτι ωμό χοιρινό. Μπήκαμε στις γιορτές. Εκεί οι χαιρετούρες γίνονταν το βράδυ. Τρώνε στα σπίτια τους και πάνε για επισκέψεις, εκεί σου προσφέρουν κανένα φρούτο και ένα ποτήρι κρασί, Ηλθε του Αγίου Σπυριδώνου. Τα ξημερώματα κτύπησε η πόρτα μας και μια φωνή, ανοίξτε σας παρακαλώ, είμαι βρεγμένος, ποντιασμένος. Σηκώθηκα και άνοιξα. Ηταν ένας Δωδεκανήσιος ψαράς, Λουκάς ονόματι, βαστούσε ένα πανεράκι γιομάτο ψάρια. Είχε πιάσει τη νύχτα με τα παραγάδια του και πήρε τον ανήφορο να τα πουλήσει, να πάρει λάδι που δεν είχε. Τον έπιασε η ραγδαία βροχή στο δρόμο και όπως ήταν ξυπόλυτος και με ένα πουκάμισο, είχε γίνει μούσκεμα. Τον περιποιηθήκαμε και τον ρώτησα, πόσο λάδι θέλεις για τα ψάρια σου; Ηταν φρεσκότατα, ανάμικτα και είχε και μπαρμπούνια ανάμεσα. Δώσε μου μάστορα 2 οκάδες λάδι και πάρτα, δεν έχω κουράγιο να πάω στο Βαρίδι. Του γεμίσαμε το γαλόνι που είχε μαζί του και έφυγε. Το βράδυ, όταν έλθουν να μας χαιρετήσουν, θα τους τραπεζώσουμε όλους, αλά Στενιώτα. Φωνάξαμε την Αγγελικώ του Γιάννη τη γυναίκα και βοήθησε την Ελισώ. Πήγα στη εκκλησία και έψαλα. Γύρισα στο σπίτι και κάρφωσα δύο πρόχειρους πάγκους. Είχαμε αγοράσει κρέας και είχαν κάνει οι γυναίκες κεφτέδες. Το βράδυ έφερε ο Γιάννης ένα τραπέζι και το προσθέσαμε δίπλα στο δικό μας. Αρχισε η χαιρετούρα, όποιος ερχόταν τον καθίζαμε στο τραπέζι. Εφερναν αντίρρηση, τους λέγαμε ότι αυτό είναι έθιμο δικό μας. Κάθονταν μέχρι τις 11, είχε γεμίσει η σάλα άντρες, γυναίκες μόνο δύο, η αφεντικιά του Σπύρου η Αννα και η γυναίκα του Γιάννη, η Αγγελικώ. Αφού είναι έτσι μαστροΘοδωρή είπε ο ένας από τους άντρες, έχω ένα σπίτι να χαιρετίσω και θα ‘ρθω γρήγορα. Ηρθε με μια σαμπούνα και σε ένα καλάθι τυρί, ψωμί και ένα φλασκί κρασί και τα έδωσε της κυρά Ελισώς. Τα βάλαμε στο τραπέζι που ήταν γεμάτο μεζέδες γιατί αυτοί έπιναν ξεροτρόχαλα, μόνο από τα ψάρια έπαιρναν κανένα κομμάτι. Με αυτό το κόλπο της χαιρετούρας έφευγαν , ερχόταν με τυριά, κρασιά, λουκάνικα, ψωμιά. Εν τω μεταξύ άρχισε ο χορός, είχαν τα κέφια τους όλοι. Ο Τάκης χόρευε αντικριστά με τον Αλέκο τον (σημ. δυσανάγνωστη λέξη) και έκανε τα καμώματα του σκασμένος στα γέλια. Κάποια στιγμή έφυγε ο Αλέκος και γύρισε με ένα πελώριο πετεινό ζωντανό, δεμένο στα πόδια. Του βάλαμε πόστα, ήταν φουκαράς, δεν τον θέλαμε. Πήρε τον πετεινό και βγήκε έξω, νομίσαμε πως τον προσβάλαμε. Οπου, ακούμε ένα μπαμ και βλέπουμε τον πετεινό να πέφτει στο τζάκι. Είχε ανεβεί στο δώμα, άνοιξε τον κάπασο της καπνοδόχου, έλυσε τον πετεινό και τον έριξε πάνω στη χόβολη. Πετάχτηκε ο πετεινός όπως τσουρουφλίστηκε και άρχισε να πηδά, να τρέχει ώσπου πια ύστερα από το κυνηγητό που του κάναμε, που είχε πια δημιουργηθεί ένα πανδαιμόνιο από γέλια και φωνές και πήγε στο κατώι και κρύφτηκε πίσω από τα ξύλα. Και να ‘σου ο Αλέκος στην πόρτα, εγώ δεν φταίω, ο θεός τον έστειλε και κάθισε στο τραπέζι. Ξημερωθήκαμε. Οταν φύγανε, είχαμε μεζέδες διπλούς από ότι τους είχαμε προσφέρει. Βοήθησε Άννα και η Αγγελικώ την Ελισώ και συγυρίσανε το σπίτι. Το κρασί το περίσιο το βάλαμε σε ένα μικρό κιουπάκι. Υστερα από αυτό το περιστατικό ένοιωσαν οι χωριανοί ότι τους εκτιμούσαμε και έτσι απολαύσαμε την αγάπη τους. Ο Τάκης κάθε τόσο έβαζε τα χέρια του πίσω, κατέβαζε το τσουλούφι των μαλλιών του, καμπούριαζε λίγο και χόρευε τον αρβανίτικο αντικριστό. Παρίστανε τον Αλέκο Μπόθο. Ετσι, έφυγε ο χειμώνας του 1943 και μπήκαμε στην Ανοιξη του 1944.
επόμενη σελίδα 16. Προς το τέλος της Κατοχής, ο Θόδωρος και η οικογένεια του επιστρέφουν στις Στενιές. Το χωριό είναι χωρισμένο σε δύο παρατάξεις.
|