|
(7. Ο Θόδωρος φεύγει κρυφά από την Τουρκία και φτάνει στον Πειραιά).
ΟΙ Αγγλοι ειδοποίησαν το Πατριαρχείο ότι στο τέλος του έτους θα έφευγαν από την Πόλη. Αυτοί ήταν που προστάτευαν τη Ρωμιοσύνη ακόμα. Τον Απρίλιο έγινε ένα συλλαλητήριο από τους Τούρκους. Χιλιάδες Τούρκοι και Τουρκάλες ξεφώνιζαν, ζήτω ο Μουσταφά Κεμάλ. Κάτω οι γκιαούρηδες. Μπροστά είχαν μια καμήλα ντυμένη με τούρκικες σημαίες και επάνω στην πλάτη της μια μεγάλη φωτογραφία του Κεμάλ. Μόλις πέρασαν το γεφύρι του Γαλατά, άρχισαν να φωνάζουν. Αναθεματισμένοι Ελληνες, θα σας σφάξουμε όλους και άρχισαν να πετροβολούν τα Ελληνικά καταστήματα και να κομματιάζουν τις βιτρίνες τους. Τζάμι γερό δεν έμεινε, θα έκαναν και λεηλασίες αν δεν ήταν μαζί με την τουρκική αστυνομία δήθεν για να τηρήσουν την τάξη και Αγγλοι πεζοναύτες. Εφτασε η καμήλα στο Παγκάλτι και σταμάτησε. Ολοι οι Ρωμιοί έλπιζαν ότι θα τραβούσαν για το Σισλί. Αρχισαν πάλι να ουρλιάζουν. Καταραμένοι Ελληνες θα σας κάψουμε τα σπίτια. Αρπαξαν μερικοί τα χαλινάρια της καμήλας και άρχισαν να ανηφορίζουν σπάζοντας πλέον όλα τα τζάμια των Ελληνικών καταστημάτων στη στροφή του δρόμου που πήγαινε για τα Ταταύλα. Προσπάθησε η Αστυνομία να τους σταματήσει, τους διασκόρπισαν και άρχισαν να κατηφορίζουν προς τα Ταταύλα. Από κεί και πέρα, σπίτια καταστήματα, όλα Ελληνικά. Τέταρτο κατά σειρά ήταν το μαγαζί του πεθερού μου, στην πόρτα του έστεκαν δυο πολισμάνοι φίλοι του. Αδικα προσπάθησαν να τους εμποδίσουν, του έσπασαν όλα τα τζάμια της πρόσοψης, είχαν πλησιάσει πια στο Αραράτ καταστρέφοντας, όταν ακούστηκαν πυροβολισμοί. Οι Ταταυλιανοί μαζεμένοι μέσα στα τείχη του Αγίου Δημητρίου έτοιμοι να πυροβολήσουν εναντίον του όχλου του συλλαλητηρίου. Αυτοί είχαν πυροβολήσει στον αέρα. Ετρεξε η αστυνομία και ενώθηκε με τους πεζοναύτες και τους άλλους αστυνομικούς της συνοδείας. Τους φοβέρισαν ότι αν προχωρήσουν δεν ανακατεύονται πια για ότι θα γίνει. Αυτοί έχουν όπλα τους έλεγαν, δεν θα μείνει κανείς σας. Αλλη μια ομοβροντία στον αέρα μέσα από τα τείχη του Αγίου Δημητρίου. Τα βλέπετε, διαλυθείτε, θα σκοτωθείτε όλοι. Εν τω μεταξύ προχώρησαν οι Αγγλοι πεζοναύτες, γύρισαν πίσω και επρότειναν και αυτοί τα όπλα τους εναντίον των τουρκαλάδων. Τι να κάνει τότε και η Αστυνομία, έπρεπε να κάνει το χρέος της. Τράβηξαν τα πιστόλια τους και σημάδεψαν προς το μέρος του όχλου που στεκόταν με τις πέτρες στα χέρια για να σπάσουν τα τζάμια. Είδαν το Χάρο που τους περίμενε, γύρισαν την καμήλα και άρχισαν να υποχωρούν προς τα πίσω, σπάζοντας εν τω μεταξύ όσα τζάμια είχαν μείνει γερά. Οταν έφτασαν στο Παγκάλτι στρατός τους έφραξε το δρόμο προς το Σισλί και έτσι άρχισαν να διαλύονται. Υστερα από αυτό το συλλαλητήριο καμία αμφιβολία δεν έμεινε στους Ρωμιούς της Πόλης ότι σκοπός της Τουρκικής κυβέρνησης ήταν να τους αναγκάσουν να φύγουν. Την επομένη, μια επιτροπή από Αγγλους και Τούρκους άρχισε να καταμετρά τις ζημιές που υπέστησαν τα σπίτια και τα καταστήματα των Ρωμιών και να δίνει λεφτά για να ξαναπεράσουν τα τζάμια τους. Του πεθερού μου, από τους πρώτους, του έδωσαν 60 μπανκανότες. Επειδή τα ξύλα της μόστρας ήτανε παλιά, του είπα, άφησε θα σου κάνω καινούρια τελάρα , θα τα μπογιαντίσουμε και μετά θα περάσουμε τα τζάμια. Τι να φτάσουν βρε γιόκα μου οι 60 μπανκανότες μου είπε η Αμια Φρατζέσκα. Της πήρα τα λεφτά, αγόρασα ξύλα, πήρα τον μαστρο Γιάννη για βοηθό και σε κάποιες μέρες έκανα καινούρια μόστρα για το σπίτι, από μπρος ήταν ανοικτό. Τη μπογιαντίσαμε και περάσαμε καινούρια τζάμια. Το βράδυ που πίναμε τη μαστίχα μας, με ρώτησε πόσα λεφτά σου χρωστάω. Αστα τώρα, άλλη ώρα λογαριαζόμαστε. Κάθε βράδυ αυτή τη γρίνια είχαμε, ως που ερώτησε τον μαστρο Γιάννη κρυφά από μένα και του είπε 200 μπανκανότες κάνει αυτή η δουλειά. Για να πάψει να γκρινιάζει του είπα 120 λίρες, φυσικά δεν το έχαψε, αλλά όταν άρχισε να αγριεύει λιγάκι, τι θα κάνουμε τώρα, μαστίχα θα πιούμε ή λεφτά θα μετράμε, καλά ήμουνα επάνω. Μου έδωσε 10 μπανκανότες, σου χρεωστάω 50, άλλη φορά στις δίνω. Υστερα από 15 μέρες ήρθανε και σφραγήσανε τα πιοτά. Στο εξής το ούζο θα πουλιόταν σε μπουκαλάκι των 50 δραμιών σφραγισμένο με ένσημο. Οποιος θέλει να πιεί ούζο ας το ακριβοπληρώσει. 15 γρόσια έκανε το ούζο και 35 γρόσια φόρος. Μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν τώρα να πίνουν τα ούζα τους, οι άλλοι για τη μυρωδιά μόνο. Το βράδυ που πήγα τον είδα να κάθεται απογοητευμένος, βλέπεις τι μου κάνανε οι τουρκαλάδες και μου έδειξαν τη σφραγίδα που είχαν στην πόρτα της αποθήκης. Πήγα κοντά και είδα οτι οι μεντεσέδες ήταν βιδωμένοι απ’ έξω. Εχεις κανένα κατσαβίδι εδώ τον ρώτησα. Εχω, τι θα κάνεις, θα πάω φυλακή αν σπάσει το βουλοκέρι. Φέρτο εδώ, το βουλοκέρι είναι απάνω στο σπάγκο. Και ενώ η Αμια Φρατζέσκα παρακαλούσε άγιους και θεούς και σταυροκοπιόταν και οι τρεις κόρες σκυμμένες στο κεφαλόσκαλο κοιτούσαν με αγωνία, ξεβίδωσα τους μεντεσέδες που ευτυχώς δεν ήταν σκουριασμένες οι βίδες και άνοιξα την πόρτα, την έγειρα δίπλα, βάλαμε ένα σκαμνί για να μη γείρει και αρχίσαμε το άδειασμα. Τα μπουκάλια τα τύλιγαν σε ένα παλιό σεντονόπανο και τα έριχναν από ένα πορτάκι του ταβανιού κάτω από τη σκεπή. Τέσσερις νταμιτζάνες γεμάτες και μια μισοαδειασμένη, τις βγάλαμε και τις πήγαμε στο βάθος του κήπου και τις σκεπάσαμε. Ούτε μισή ώρα δε βάσταξε αυτή η δουλειά. 4 γυναίκες και 2 άνδρες. Ξαναβίδωσα την πόρτα και ανέβηκα επάνω. Εν τω μεταξύ δύο φορές κτυπήσανε το κλειστό κανάτι της πόρτας. Πήγε σε λίγο και άνοιξε ο Μασπύρος. Τους έδειχνε το μπουκαλάκι το σφραγισμένο, 50 γρόσια δίχως μεζέ τους έλεγε. Δύο μόνο κάθισαν οι άλλοι φύγανε. Το άλλο βράδυ είχαν ένα μισογάλονο έτοιμο ούζο. Σα νύχτωνε καλά, ρίχναμε ένα μποξά στην πλάτη της μικρής της Μαίρης, της βάζαμε το μισογάλονο στο χέρι και πήγαινα εγώ εμπρός και εκείνη σε απόσταση με ακολουθούσε. Πήγαμε σε γνωστά καραμανλίδικα σπίτια και το πουλούσαμε. Δυο δρόμους κάναμε έτσι, άλλωστε ήταν κοντά. Σε γνωστούς που έρχονταν να πιουν ως επί το πλείστον Τούρκους, έψηνε έναν καφέ και τον ακουμπούσε στο τραπέζι. Του έφερνε ένα ποτήρι ούζο, το ρουφούσε ο πελάτης και ούτω καθεξής, πάντως το φλιτζάνι με τον καφέ πάνω στο τραπέζι έμενε. Εν τω μεταξύ η Πόλη άδειαζε από Ρωμιούς. Εφευγαν με τραίνο και πήγαιναν στο Τσεκμετσέ. Εκεί ήταν οι αποθήκες κάρβουνου για τον Αγγλικό στόλο. Ενα καράβι μικρό έπαιρνε τους ραγιάδες και τους πήγαινε στην Αλεξανδρούπολη Ελληνικό λιμάνι κοντά στα σύνορα. Από κει σκορπούσαν σε όποιο μέρος της Ελλάδας ήθελαν. Το Ιούλιο έγιναν τα επίσημα αρραβωνιάσματα μας. Τραπέζι στον κήπο, κόσμος πολύς, στο φανερό μπουκάλι σφραγισμένο και στα κρυφά ούζο φυλαγμένο. Οι δουλειές σχεδόν σταματημένες, εγώ είχα ευτυχώς τη συντήρηση της πρέσας της εταιρίας υδάτων (Φερκοζ). Τι θα βγάλεις όμως, είμαστε μαθημένοι να ζούμε, έπρεπε να ξεχάσουμε τα γλέντια της Πόλης. Εν τω μεταξύ, ο Ελληνικός στρατός στα σύνορα είχε ενισχυθεί και κάθε τόσο γίνονταν επεισόδια με την απειλή ότι θα εισβάλουν στη Θράκη και συνεπώς υπήρχε διάδοση ότι θα πολιορκούνταν η Κωνσταντινούπολη. Τα Ρωσικά στρατεύματα είχαν καταλάβει δύο επαρχίες της Τουρκίας και τις είχαν προσαρτήσει στα κομμουνιστικά Σοβιέτ. Ετσι, η Αρμενία έγινε κράτος υπό σοβιετική προστασία. Η προπαγάνδα διέδιδε ότι οι Ρώσοι είχαν υποσχεθεί την Πόλη στους Ελληνες. Τότε και αν λύσσαξαν οι Τούρκοι εναντίον των Ρωμιών. Σταμάτησαν και οι Αγγλοι περιπολίες, ετοιμάζονταν να φύγουν και αυτοί. Τότε δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ότι εντός 40 ημερών έπρεπε να παρουσιαστούν οι μη μουσουλμάνοι, έξη ηλικίες για να εκγυμναστούν. Μεταξύ αυτών ήμουνα και εγώ. Κάθε βράδυ έβγαινε ένας τουρκαλάς με ένα μεγάλο τύμπανο και διαλαλούσε τις έξη ηλικίες που έπρεπε να επιστρατευτούν. Επειδή εγώ είχα κανονικό απολυτήριο πήγε (σημ. ο πατέρας μου) στην Αστυνομία και ρώτησε για την περίπτωση μου. Ο Αστυνόμος, ο Φερίτ εφέντης, φίλος του, του είπε ότι σε κατηγορούν ότι φυγάδεψες το γιό σου τον Κωνσταντίνο στην Ελλάδα να πολεμήσει εναντίον μας στο Μικρασιατικό πόλεμο. Ηταν ανήλικος τότε, ήσουν υποχρεωμένος να μας το αναφέρεις. Τότε εγώ τα σκέπασα για χατίρι δικό σου. Τώρα όμως που άρχισε ξανά ο έλεγχος θα προσπαθήσω να τα εξαφανίσω για να μη σε βρει και σένα κανένας μπελάς. Οσο για το Θοδωρή δεν μπορώ να κάνω τίποτα αν δεν παρουσιαστεί. Θα θεωρηθεί λιποτάκτης μάνι Αβραάμ εφέντη, ότι σε φωτίσει ο Θεός. Αυτός αν το σκάσει είναι ενήλικος, εσύ είσαι ανεύθυνος του είπε τελευταία. Τω όντι, αυτός ο Τούρκος μας είχε εξυπηρετήσει σαν Χριστιανός. Τον ευχαρίστησε ο μπαμπάς και έφυγε. Το βράδυ μου τα είπε. Κατάλαβα από τα λόγια του ότι όσοι παρουσιαστούν θα τους πάνε σε αμελέ ταμπουρού (τάγματα εργασίας) και εκεί ποιος ξέρει τι θα σας κάνουν. Πήγα στης Ελισώς, τι να της πω και τι να μην της πω. Το στόμα μπορεί να βουβαθεί, τα μάτια όμως μιλούν. Τι έχεις με ρώτησε. Της είπα τι είπε ο Φερίτ εφέντης του πατέρα μου. Δάκρυσε. Κλέισαν το μαγαζί και ανεβήκαμε επάνω και συνεχίσαμε τη συζήτηση. Ποιος ήτανε εκείνος όμως ο οποίος θα μπορούσε να εγγυηθεί για τον άλλον ότι δε θα πάθαινε τίποτα αν έμενε στην Πόλη; Οι Αγγλοι εντός ολίγου θα έφευγαν. Ηδη είχαν φύγει 75.000 Πολίτες με Ελληνικά καράβια υπό Αγγλική σημαία. Και αυτό το είχαν σταματήσει οι Τούρκοι, γιατί στον έλεγχο που έκαναν τώρα όταν ανακάλυπταν κανένα που είχε προηγούμενες δοσοληψίες με τους τουρκαλάδες, τον άρπαζαν και γινόταν άφαντος, εκτός αν άδειαζε τη σακούλα του στα χέρια τους. Ενας τέτοιος εκβιασμός γινόταν τώρα από πολισμάνους ντυμένους πολιτικά. Θα έφευγα κρυφά και όταν έστρωνα τη δουλειά μου θα μηνούσα της Ελισώς να’ ρθει να παντρευτούμε. Αλλωστε, αν αντιδρούσαν είτε οι γονείς μου είτε τα πεθερικά μου, θα ήταν ανώφελο, εγώ οπωσδήποτε θα έφευγα. Ημουνα τεχνίτης γερός, ήξερα γράμματα καλά και το κυριότερο ήμουν 24 ετών. Εδώ φεύγανε χούφταλα, άτεχνοι, αγράμματοι για να σωθούν, άλλωστε αν έσιαζαν τα πράγματα αργότερα, θα ερχόμουν πίσω. Το κακό για μας του Κωνσταντινουπολίτες ήταν ότι δεν είμαστε ούτε πρόσφυγες, ούτε ανταλλάξιμοι. Εγώ, αν και οι γονείς μου ήταν Καισαριώτες, είχα γεννηθεί στην Πόλη και γραμμένος στα μητρώα ότι είχα γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, έτσι έγραφε άλλωστε το βαπτιστικό μου. Το πρωί πήγα στο Καλαφάτ-γιερί στο μαγαζί του μάστορα μου και του είπα την απόφαση που πήρα. Με συμβούλεψε, με παρηγόρησε και τελευταία μου είπε, τους πάγκους σου και τον τόρνο θα τα πάρω εγώ, για να μη ζημιωθείς θα σου δώσω 180 μπανκανότες. Πάρα πολύ καλός άνθρωπος ο μαστρο Ισαάκ. Το βράδυ θα σου δώσω τα λεφτά μου είπε όταν έφευγα. Αρχισαν τα τρεχάματα μου να βρω έμπιστο άνθρωπο να με φευγατίσει. Τόσοι φίλοι, τόσοι γνωστοί κανενας δεν τολμούσε να με εξυπηρετήσει, φοβούνταν τους Τούρκους. Είχαν δίκιο. Υστερα από 15 μέρες βρήκα ένα βαρκάρη, μου ζήτησε 30 μπανκανότες. Δέχτηκα. Θα έπαιρνα μια μικρή βαλίτσα μόνο και μερικά εργαλεία σε ένα ζεμπίλι. Ξόδευα δεξιά αριστερά, τα λεφτά μου σώνονταν, επί τέλους ο βαρκάρης μου είπε αύριο το απόγευμα φεύγεις με ένα ξυλάδικο για τον Πειραιά. Θα περιμένω με τη βάρκα μου στο Ορτά-κιόι. Μού ζήτησε τις 30 μπανκανότες, του τις έδωσα και την επόμενη το μεσημέρι πήρα τη βαλίτσα μου και το ζεμπίλι μου,, αποχαιρετιστήκαμε, φιληθήκαμε, κλάψαμε και πήγα στο Ορτά-κιοι. Ενώ η Ελισώ με τη μάνα μου πήγαν σε ένα συγγενή μας που είχε μια πολυκατοικία και ανεβήκαν στην ταράτσα από όπου φαινόταν το ξυλάδικο καράβι να δουν πότε θα φύγει. Εγώ μπήκα στη βάρκα και πλησιάσαμε προς το καράβι. Φτάσαμε και δέσαμε στη σκάλα του καραβιού. Ενας ναύτης του Π.Ν. στεκόταν επάνω στη σκάλα. Εχεις διαβατήριο με ρώτησε; Κοίταξα το βαρκάρη, κάποια υποψία με συνεπήρε. Τι τρέχει του είπα. Δεν το ήξερα ότι έχουν φύλακα, πάμε γιατί θα μας χώσουν μέσα. Μπήκα στη βάρκα και φύγαμε, ενώ στο μεταξύ του έλεγα, δώσε μου τα λεφτά βρε λωποδύτη, γιατί όταν βγούμε έξω θα σε πάω στην Αστυνομία. Και τι θα πεις στην Αστυνομία, ότι ήθελες να φύγεις σκαστός, εγώ θα τους πω ότι δεν ήξερα ότι δεν έχεις διαβατήριο και θα τη σκαπουλήσω, ενώ εσένα θα σε χώσουν μέσα, αλλά έλα αύριο το πρωί να σε φευγατίσω με ένα άλλο. Τι να κάνω, ήμουνα χαμένος αν επέμενα, ας δοκιμάσω αύριο σκέφτηκα και βλέπουμε. Εν τω μεταξύ, από την ταράτσα του συγγενούς μας, είδαν η Ελισσώ και η μάνα μου το καράβι που έφευγε, κουνούσαν τα μαντήλια τους και είχανε πάει στο σπίτι μας. Είχε βραδιάσει όταν πήγα στο σπίτι μας. Χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε η Εφημία και μόλις με είδε έμπηξε μια φωνή. Σώπα της είπα, που είναι; Η Ελισώ ήταν ξαπλωμένη με τα ρούχα της πάνω στο μιντέρι και κοιμόταν. Πήγα κοντά της, τη χάιδεψα και τη φίλησα. Πετάχτηκε τρομαγμένη, με αγκάλιασε, κλαίγαμε και της διηγήθηκα το πάθημα μου. Ηρθε η μάνα μου, ο πατέρας μου, τους είπε τι έγινε, το πρωί αυγή θα φύγω τους είπα. Κοιμήθηκε η Ελισώ στο σπίτι μας, πήγε η Εφημία και ειδοποίησε τα πεθερικά μου, ήρθαν, τα είπαμε, με παρηγορούσαν κάθε εμπόδιο σε καλό λέγανε. Τα χαράματα ήμουνα στο Ορτά-κιόι. Η βάρκα του δεν ήταν εκεί. Ρώτησα έναν άλλον βαρκάρη. Μήπως ξέρεις που είναι ο Γιάννης; Τι τρέχει μου είπε, μπας σε έβαλε και σένα στο χέρι ο πούστης, άλλους τρεις έχει γελάσει, έτσι σαν και σένα. Ξεύρεις που μπορώ να τον βρω; Ξεύρω, έχει μια χαμούρα στο Σινέμ-κιοι, μ’ αυτή τα κοπανάει. Φρόσω τη λένε, κάθεται στο Λαλέκ σοκάκ νούμερο 5, εκεί μπορείς να τον βρεις, κοίτα όμως με τρόπο γιατί δεν το ’χει τίποτα να σε κάψει ο κερατάς. Πήρα ένα αμάξι και πήγα στο σπίτι. Η Ελισώ είχε πάει σπίτι της. Το βράδυ θα έρχονταν να μάθει τι απέγινε. Τους είπα τι έπαθα και που μπορούμε να τον βρούμε. Ντύθηκε η μάνα μου, όσο μπόι της έλλειπε τόσο παλικαρού ήτανε. Πάμε μου είπε, εσύ να μη φανερωθείς, εγώ θα τον πιάσω. Ενας κατήφορος είναι από το σπίτι μας το Σινέμ-κιοι. Μόλις φτάσαμε κοντά στο σπίτι ακούσαμε ένα γραμμόφωνο να παίζει και τραγούδια. Κρύφτηκα εγώ στη γωνιά και κοίταξα προς το σπίτι, είδα τη μάνα μου να μπαίνει και άκουγα τις φωνές της και τις φοβέρες της. Θα σου βγάλω (σημ. λέξη δυσανάγνωστη) μωρή πουτάνα ξεφώνιζε ενώ φαίνεται είχε αρπάξει τη Φρόσω από τα μαλλιά και την τσουρομαδούσε. Ακουγα τα παρακάλια της χαμούρας, εγώ δε φταίω, μη με δηλώσεις στο καρακόλι (σημ. το αστυνομικό τμήμα) ύστερα είδα τη μάνα μου να βγαίνει με μια άσπρη κάπα στο χέρι και να έρχεται προς τα μένα. Πάμε μου είπε. Πήραμε τον ανήφορο για το σπίτι. Τι έγινε μαμά, τι είναι αυτή η κάπα; Μόλις με είδε ο άτιμος κατάλαβε τι ήθελα στο σπίτι τους. Πέρασε τρεχάλα στον κήπο και έφυγε από κει. Θα στον έκανα και αυτόν, να για δες και άνοιξε τη χούφτα της και μου έδειξε μερικά μαλλιά, την τσουρομάδησα και, της ξέσκισα τα ρούχα της και ύστερα είδα την κάπα της, την άρπαξα και έφυγα. Τι να τους κάνω που αρρώστησε ο άντρας μου, ήταν άξιος να τους κάψει και το σπίτι. Ποτέ μου μέχρι σήμερα δεν είχα ακούσει τη μάνα μου να βρίζει. Ελληνομαθής, τουρκομαθής, ευγενέστατη πάντοτε στις ομιλίες της, νόμιζες ότι κελάρυζε όταν άνοιγε το στόμα της. Εχασα τον Κώτσο μου, χάνω εσένα, το θηρίο μου άρρωστο, έλεγε στο δρόμο και την πιάσανε τα κλάματα. Την παρηγόρησα, εγώ τα χάνω όλα μάνα μου, της είπα, όταν πάω στην Ελλάδα πούλησε το σπίτι σου και έλα εκεί. Φτάσαμε στο σπίτι μας, είχα μια νυστάλα δεν είχα κοιμηθεί όλη τη νύχτα. Γδύθηκα και ξάπλωσα. Το βράδυ αντάμωσα το μάστορα μου και του είπα τι θα γίνει τώρα; Ελα αυριο στο μαγαζί, κάτι θα γίνει. Πήγα, παράτησε τη δουλειά του και πήγαμε στου Τζονς, στο Αγγλικό εργοστάσιο που έκανε δουλειές. Μου δώσανε ένα σημείωμα για ένα τροφοδότη που είχε σχέσεις με τους καμαρότους της Ρουμανικής Ακτοπλοΐας, Πήγα, τον βρήκα, του έδειξα το σημείωμα. Εντάξει μου είπε, εγώ θα σε φευγατίσω., κάθισε λίγο θα έλθω να σου πω. Εφυγε και ήλθε με ένα Κεφαλλονίτη που τον προμήθευε τρόφιμα για τα καράβια. Θα δώσουμε 35 μπανκανότες και αυτές οι 18 είναι τα ναύλα σου. Εάν δε δεχτεί ή δεν τα καταφέρουμε, σε 10 μέρες θα πάρεις τα λεφτά σου πίσω. Δύο Ρουμανικά φεύγουν κάθε εβδομάδα, θα σε τρυπωσω σε κανένα. Είχα 10 μπανκανότες, του τις έδωσα, αύριο θα σου φέρω άλλες 25, εντάξει αυτή τη φορά ήμουνα σίγουρος πως θα φύγω, αλλά πως έφυγα; Την εβδόμη μέρα που απογοητευμένος πια πήγα να τον βρω. Γρήγορα φεύγεις τώρα, θα σου φορτώσω ένα κοφίνι στην πλάτη με τρόφιμα και θα πας με τον καμαρότο μες το καράβι. Δεν ξέρουν τίποτα στο σπίτι, ούτε ρούχα έχω, ούτε τα εργαλεία μου, ούτε λεφτά. Εγώ θα φροντίσω για όλα, σε 15 μέρες με το ίδιο καράβι θα στα στείλω. Δώσε μου τη διεύθυνση του σπιτιού σου, θα στείλω να τους ειδοποιήσουν. Είναι τρεισήμισι, στις τέσσερις γίνεται το κοντρόλ, στις πέντε φεύγετε. Αποφάσισε, ειδ’ άλλως να πάρε τα λεφτά σου και μου ακούμπησε πάνω στο γραφείο του τις 35 μπανκανότες. Εκείνη τη στιγμή ήλθε και ο καμαρότος. Δέχτηκα, ήξερα ότι θα φρόντιζε για όλα. Γύρισα τα πέτα του παντελονιού μου, φόρεσα ανάποδα το σακάκι μου και φορτώθηκα την κόφα στην πλάτη μου. Φώναξε τον παραγιό του και του είπε να πάει στο σπίτι μας και να κατέβουν στον Γαλατά. Το καράβι το λέγανε Ρετζελέ Καρόλι. Με κοίταξε μια, μου έγειρε το φέσι μου μέχρι τα φρύδια και μπρος ο Κεφαλλονίτης, στη μέση εγώ και πίσω ο καμαρότος φτάσαμε στα Και (σημ. αποβάθρες) του Γαλατά και μπ0ήκαμε στο καράβι περνώντας ανάμεσα από τους πολισμάνους. Με ξεφόρτωσε ο καμαρότος, με πήγε στην πλώρη και με κλείδωσε στην αποθήκη του λοστρόμου. Πήγα κοντά στο φινιστρίνι και χάραξα λίγο την κουρτίνα και είδα τα κάγκελα του μουράγιο. Εκλεισα, κάθισα σε ένα πάγκο και περίμενα. Σε λίγο άκουγα τις σφυρίχτρες των πολισμάνων , γινόταν ο έλεγχος, σε μια ώρα θα φεύγαμε. Κάπνισα, αναστέναξα, ξανακάπνισα και πήγα στο φινιστρίνι. Χάραξα λίγο την κουρτίνα και είδα τον Κεφαλλονίτη να κουβεντιάζει με κάποιους. !5 λεπτά πριν φύγουμε είδα τον πεθερό μου να κουβεντιάζει με τον Κεφαλλονίτη και λίγο πιο πέρα την Ελισώ και τη μάνα μου, Είχαν τα μούτρα τους κολλημένα ανάμεσα στα κάγκελα και κοιτάζανε προς το καράβι. Ούτε εγώ μπορούσα να βγω γιατί ήμουνα κλειδωμένος, ούτε εκείνες μπορούσαν να με διακρίνουν, ούτε και μιλιά να βγάλουν. Φαίνονταν ήσυχοι, ο Κεφαλλονίτης θα τους είχε πει πως ήμουνα μέσα. Σε λίγο άκουσα τα γουργουρητά της άγκυρας ενώ το καράβι αλαργάριζε από το μουράγιο. Εβλεπα τώρα τα πρόσωπα τους, σε λίγο έστριψε το καράβι και τους έχασα. Κάθησα στον πάγκο, άναψα τσιγάρο, είχα στου γελεκιού μου την τσέπη μία μπανκανότα και μερικά γρόσια δηλαδή 30 δραχμές μόνο. Αλλά είχα σωθεί. Σε λίγο ο λοστρόμος άνοιξε την πόρτα. Πήγαινε στην Τρίτη Θέση, είναι πήχτρα εκεί που να σταθείς. Θα έχουμε φουρτούνα μεγάλη, ζαλίζεσαι με ρώτησε, όχι του είπα, με φαΐ τι θα γίνει; Η Τρίτη θέση δε δίνει φαγητό, κάπου θα πορευτείς, αν δε βρεις, έλα να σου δώσω κάτι να φας. Αύριο στις έξη είμαστε στον Πειραιά. Κοίταξα γύρω μου, όλη η Πόλη τριγύρω μπροστά μου, έβγαλα το σακάκι μου, το φόρεσα απ΄ την καλή, έπιασα τα πέτα του παντελονιού μου, πέταξα το φέσι μου στη θάλασσα και τράβηξα για την Τρίτη Θέση. Ο αέρας φυσούσε ήδη δαιμονισμένα. Κατέβηκα τη σκάλα και βλέπω τον Ποτόζη το γείτονα μου και συνομήλικο μου. Είχαν ένα μεγάλο μπακάλικο και 3 τριώροφα σπίτια στη σειρά. Και συ βρε φεύγεις, το ρώτησα. Αχ βρε Θόδωρε, άρχισε να με ζαλίζει, κάτσε κοντά μου. Κατέβασα το καλάθι του από τον πάγκο, το έβαλα από κάτω και κάθισα δίπλα του. Ηταν κατακίτρινος. Ο θάλαμος γεμάτος, το πάτωμα άλλοι ξαπλωμένοι άλλοι νεαροί σαν και μένα. Παρέες άρχισαν να τρώνε και να πίνουνε. Του είπα ότι έφυγα αδέκαρος. Εχω λεφτά να σου δώσω όσα θέλεις και μου τα δίνεις όταν στα στείλουνε. Το καλάθι είναι γεμάτο, αν πεινάς φάγε, και έγειρε το κεφάλι του στα γόνατα μου. Σε λίγο ξερνούσε και όχι μόνο αυτός αλλά και οι περισσότεροι. Μπήκαν ένας ναύτης μαζί με τον ανθυποπλοίαρχο. Εχω πρώτη θέση τους είπε, τι με βάλανε εδώ και έβγαλε το εισιτήριο του. Το πήρανε, πήρα και εγώ τη βαλίτσα του, από το ράφι το καλάθι του και ανεβήκαμε επάνω. Τον βάλανε σε μια κούνια και η νοσοκόμα του έπλυνε τα μούτρα του το γιλέκο του. Η βαλίτσα είναι δική του τους είπε και βγήκα έξω με το καλάθι στο χέρι. Τράβηξα προς την πλώρη και κοντά στην τζαμαρία βρήκα μια πολυθρόνα. Εκεί έκοβε ο αέρας. Σκοτάδι παντού, τα σχοινιά του καραβιού σφυρίζανε, ψυχή στο κατάστρωμα. Μόνο εγώ στριμωγμένος στη γωνιά της τζαμαρίας. Τράβηξα το καλάθι κοντά μου και το άνοιξα. Μες τους μεζέδες και ένα τρακοσάρι ούζο. Το ξεσφράγισα και ήπια αρκετό, ρίχτηκα στους μεζέδες και άρχισα να τρώω. Ζεστάθηκα, να είχα και το παλτό μου θα ήμουν μια χαρά. Σεργιανούσα τα Στενά, δεξιά και αριστερά που και που φώτα. Μεσάνυχτα χτύπησε η καμπάνα του καραβιού. Νύσταζα. Είδα και έπαθα να κατέβω στην Τρίτη θέση από το κούνημα του καραβιού. Από το άνοιγμα της πόρτας έβγαινε από κάτω μια βρώμα από ξερατιά και κατουρλιά. Γύρισα πίσω πάλι στην πολυθρόνα μου. Ηπια πάλι, έφαγα, μέθυσα. Κοιμήθηκα όπως ήμουνα. Ξύπνησα στις εννέα. Η φουρτούνα άρχισε να καλμάρει, πήγα σε μια βάρκα κοντά και ξαλάφρωσα. Εφαγα πάλι, ήπια το υπόλοιπο του μπουκαλιού και το πέταξα στη θάλασσα. Το μεσημέρι είχε γαληνέψει. Ακουσα μια λατέρνα να παίζει. Χορεύανε χασάπικο στην πλώρη. Πήγα να δω τι γίνεται με τον Ποτόζη, είχε συνέλθει αλλά ήταν χάλια. Το βράδυ στις οκτώ φτάσαμε Πειραιά, είχαμε καθυστερήσει δύο ώρες από τη φουρτούνα. Ο Ποτόζης πήγε στο ξενοδοχείο Λήμνος. Συνεννοηθήκαμε να συναντηθούμε το πρωί. Εγώ πήγα στης θείας Ασπασίας, λεωφόρος Χατζηκυριάκου. Συστήθηκα, δεν με γνώριζαν, φάγαμε και κοιμήθηκα. Το πρωί βρήκα τον Ποτόζη. Στο Ρολόι ανταμώσαμε δυο γνωστούς μας. Μάθαμε από αυτούς ότι είχαμε δικαίωμα να στήσουμε παράγκα όπου βρίσκαμε ανοιχτό οικόπεδο. Ψάξαμε, βρήκαμε ένα στον Αγιο Διονύσιο κοντά στον τοίχο της Εταιρίας Οξυγόνου. Εργαλεία μου έδωσε ένας Σαντορινιός μαραγκός και μου είπε αν θέλω να πιάσω δουλειά στο μαγαζί του. Το μεσημέρι άρχισα δουλειά, ο Ποτόζης βοηθούσε, έφερε ψωμί, τυρί, ντομάτες και φάγαμε. Τα ξύλα τα είχε αγοράσει από ένα ξυλουργείο λίγο πιο πέρα. Πέρνανε λίγα - λίγα, ο φίλος κουβαλούσε, εγώ κάρφωνα. Το βράδυ εκείνος στο ξενοδοχείο, εγώ στης θείας. Το πρωί αυγή δουλειά, μόλις τελείωσα το πάτωμα έφερε ένα κρεβάτι, στρώμα, πάπλωμα, μαξιλάρι. Κοιμηθήκαμε ο ένας δίπλα στον άλλο και βλέπαμε τα άστρα. Την άλλη μέρα η σκεπή και τα πισσόχαρτα , την τέταρτη μέρα τελείωσε το μέγαρο μας. Επιασα δουλειά στο Σαντορινιό με 50 δραχμές την ημέρα, τα μεροκάματα ήταν 70-80. Δεν έβγαλα μιλιά ώσπου να έλθουν τα εργαλεία μου, εν τω μεταξύ αγόρασα ένα σώβρακο, μια φανέλα και ένα παντελόνι ντονγκερί. Δούλευα ξυπόλητος. Ο άλλος αγόρασε ένα καροτσάκι και πούλαγε πατάτες. Υστερα από 13 μέρες ήλθε η προίκα μου από την Πόλη, τα εργαλεία μου και 50 μπανκανότες που μου όφειλε ο πεθερός μου. 1450 δραχμές. Εκανα δυο κασέλες, μια δική μου και μια του φίλου. Μόλις πήρα τα εργαλεία μου ζήτησα του Σαντορινιού 100 δραχμές μεροκάματο. Είχα βρει μόνιμη δουλειά στου Παληού με 90 δραχμές την ημέρα. 100 δραχμές, μου είπε ο Σαντορινιός, δεν παίρνω εγώ τη μέρα, αν θες με 60 κάτσε. Επιασα δουλειά πλέον ως μοδελάς, περιζήτητος. Ο φίλος εν τω μεταξύ είχε αγοράσει φουφού, τέντζερη, πιάτα, πιρούνια κλπ. Κάθε βράδυ πατάτες. Τσιγγουνοκαραμανλής τέλειος. Αρχισα τη γρίνια. Μια Κυριακή πρωί είχαν περισσέψει πατάτες από βραδύς. Ο φίλος κοιμόταν πήρα το χωμάτινο τσουκάλι, έχεσα μέσα και πήγα σεργιάνι. Από κει και πέρα, έτρωγα ανθρώπινα σε μαγειρείο. Αλληλογραφία τακτική με την Ελισώ και με το σπίτι μας. Μου έστειλε μια φωτογραφία και την έβαλα στη μέσα τσέπη, στα καλά μου ρούχα. Η κασέλα δως’ του και γέμιζε. Αντάμωνα και με τον αδελφό μου όποτε είχε άδεια και κάναμε παρέα.
επόμενη σελίδα 8. Η Ελισώ καταφέρνει να έλθει στην Ελλάδα και παντρεύεται τον Θόδωρο.
|