(16. Προς το τέλος της Κατοχής, ο Θόδωρος και η οικογένεια του επιστρέφουν στις Στενιές. Το χωριό είναι χωρισμένο σε δύο παρατάξεις).

 

Οι Ιταλοί είχαν παραδοθεί στους συμμάχους, αλλά οι Γερμανοί  εξακολουθούσαν τον πόλεμο. Εν τω μεταξύ τα αντάρτικα σώματα απελευθέρωσης που είχαν οργανωθεί στην Ελλάδα με την υποστήριξη των Αγγλων. για να φέρουν αντιπερισπασμούς στα Γερμανικά στρατεύματα, είχαν επικρατήσει παντού. Ενα σώμα από αυτά είχε αποβιβαστεί από την Κάρυστο της Εύβοιας στο Γαύριο της Ανδρου. Από εκεί σκόρπισαν σε όλο το νησί και άρχισαν να διοικούν αυτοί το Νησί. Του Ευαγγελισμού είχα πάει με τον παπΑνδρέα να ψάλλω στους Χάρτες από όπου καταγόταν η γυναίκα του. Είχε έλθει και ο Τάκης μαζί μου για τα εμπόρια του. Πλησίαζε να απολύσει η εκκλησία όταν μου έγνεψε ο παπάς να πάω στο ιερό, Από κει φαινόταν η αυλή της εκκλησίας. Καμιά δεκαριά Εαμίτες με τα όπλα τους, ζωσμένοι τα φυσεκλίκια τους.  Εκαναν βόλτες στην αυλή. Πήγα στο ψαλτήρι μου και όταν απόλυσε ο παπάς μπήκε μέσα ένας που φαινόταν ότι ήταν ο αρχηγός τους, ανέβηκε στο Δεσποτικό και έβγαλε ένα λόγο που σήμαινε ότι ήταν το πρώτο χωριό που κατελάμβαναν στην Ανδρο και εφεξής αυτοί θα διοικούσαν το Νησί. Οι πρόεδροι των κοινοτήτων όφειλαν να συμμορφώνονται στις διαταγές τους. Το βράδυ που φάγαμε στο σπίτι του πεθερού του παπά ήταν προσκεκλημένος και αυτός. Λεγόταν Κωνσταντινίδης, ήταν μορφωμένος νέος. Το απόγευμα που χαιρετούσαμε τα σπίτια του χωριού, είδα τον Αντώνογλου (Αντώνογλου Γεώργιος του Νικολάου (112) #4766).  Στο νοσοκομείο ης Χώρας που ήταν πέρυσι άρρωστος τον είχε περιποιηθεί μια Χαρτιώτισσα, τον είχε ζωντανέψει, τον τάιζε, τον πότιζε με τον όρο, όταν γίνει καλά να την παντρευτεί. Μια και ήταν κόρη παραγωγού, είχε άφθονα τρόφιμα. Τον πήγαν οι γονείς της κοπέλας στο χωριό τους και τη μάνα του μαζί. Οταν σηκώθηκε για καλά, παντρευτήκανε, γι΄ αυτό βρισκόταν στις Χάρτες. (σημ. η κοπέλα λεγόταν Κοζανίτου Κατίνα και αναφέρεται στον ιστότοπο www.steniotes.gr). Έτσι, είχαν γλυτώσει μάνα και γιος τον εκ πείνης θάνατον που μάστιζε τη χώρα και το χωριό μας. Είχε πουλήσει αρκετά πράγματα ο Τάκης. Εν τω μεταξύ είχα στήσει τις 30 κυψέλες και δούλευα τώρα τα πλαίσια. Δηλαδή είχε φύγει η χοντροδουλειά, αλλά η σάλα ήταν γεμάτη κουτιά. Αν και η ξυλεία έφθανε για να τελειώσει η δουλειά, τους ζήτησα ένα φορτίο ξύλα ακόμα με τη δικαιολογία ότι είχαν ρόζους και τα πλαίσια θέλουν καθαρά ξύλα. Στραβομουτσούνιασε ο Μακρίνας. Οσα περισσέψουν έλα, πάρτα του είπα, τι να τα κάνω; σάμπως εσύ τα αγόρασες και τα τσιγκουνεύεσαι; τα έκλεψες. Εφυγε, και το βράδυ μου έφερε τα ξύλα και πάνω στο ζώο μια στοίβα φρέσκια κουκιά. Ξεμύτισε τα και βάλ’ τα στον ήλιο να ξεραθούν θα τα έχεις για το χειμώνα μου είπε. Μόλις τελείωσα τις κυψέλες τις πήραν και άδειασε η σάλα. Τα ξύλα τα είχα κρύψει στο παλιόσπιτο που ήταν πιο πέρα. Του έδειξα και κάτι κομμάτια περίσσια, να πάρ’ τα κι’ αυτά, η νοικοκυρά γκρινιάζει. Δεν μίλησε, έχω κάτι δουλειές να μου κάνεις το χειμώνα. Τώρα θα έλθει να σε πάρει ο Δημήτρης μας να του κάνεις κάτι δουλειές. Τον ήξερα, ήταν κουλοχέρης, είχε σπάσει το χέρι του όταν ψάρευε με δυναμίτες. Ηρθε με τους πέντε γιους του και το μουλάρι τους. Φόρτωσαν τον πάγκο και τα εργαλεία και έπιασα δουλειά στο Βαρίδι. Ηταν γείτονας του παπαΑνδρέα. Εν τω μεταξύ το ΕΑΜ είχε έλθει και στο Καλιβάρι και διόρισε από τους χωριανούς 4 αντιπροσώπους. Ο ένας, ο Μουλάς για τον επισιτισμό είχε βάλει την κόρη του και γύριζε με έναν ΕΑΜίτη και μάζευαν τρόφιμα τα οποία έστελναν στο Γαύριο που ήταν η έδρα τους. Ηλθαν και σε μας, τους δώσαμε λίγο λάδι. Κάθε βδομάδα γινόταν αυτή η δουλειά, άρχισαν να γρινιάζουν οι χωρικοί. Και μια μέρα σε ένα μνημόσυνο που γίνονταν στην εκκλησία μας και ήταν παρών και ο αρχηγός τους ο Ματσούκας, τον έπιασε ο παπΑνδρέας και του έκανε την παρατήρηση ότι οι Ιταλοί δεν παίρνανε ούτε το ένα τέταρτο από τους χωρικούς και ήταν τριπλάσιοι στην περιφέρεια τους. Κοντέψανε να έλθουν στα χέρια, αγρίεψαν οι Αρβανίτες, οπότε ο Αλέκος Μπόθος τους είπε, έχουμε και εμείς τουφέκια, σαν θέλετε μετριόμαστε. Μπήκε στη μέση ο παπάς και τους κατεύνασε. Ο Αλέκος όμως το χαβά του. Βρίσκετε τις γυναίκες μονάχες στο χωριό και κάνετε ότι θέλετε. Να μας πείτε τι τρόφιμα θέλετε για το μήνα και θα τα στέλνουμε εμείς στο Γαύριο. Τι ήρθατε, να μας απελευθερώσετε ή να μας σκλαβώσετε; Κάτι θέλησε να πει ο Μουλάς που ήταν επιτροπή, τον άρπαξαν και τον έσπρωξαν έξω από την εκκλησία. Αν δεν ήταν ο παπάς κάτι το σοβαρό ήθελε να συμβεί, διότι οι Αρβανίτες λόγω επαγγέλματος είχαν όλοι τους μαχαίρια στα ζωνάρια τους, εκτός αυτού, όταν οι λαγοί άρχισαν να πληθαίνουν και άρχισαν να καταστρέφουν τους λαχανόκηπους τους, οι Ιταλοί τους είχαν επιτρέψει λίγο πριν φύγουν, να χρησιμοποιούν τα κυνηγητικά όπλα για να σκοτώνουν τους λαγούς και τα αγριοκούνελα. Ηλθαν σε συμφωνία να τους δίνουν ορισμένα τρόφιμα και λάδι και έτσι έφυγαν ολότελα από το χωριό και άφησαν ένα μόνο ΕΑΜίτη να συνεργάζεται με τον δάσκαλο του χωριού για ότι ζήτημα προέκυπτε μεταξύ των χωρικών και ΕΑΜ. Σε λίγες μέρες έμαθε ο παπάς που είχε πάει στο Γαύριο ότι τα τρόφιμα που μάζευαν τα πουλούσαν σε μαυραγορίτες και τα έστελναν στην Αθήνα μέσω Καρύστου διότι η κατοχή των Γερμανών εξακολουθούσε ακόμη. Και κάτι άλλο, το πιο παράξενο γινόταν.  Απόφευγαν οι ΕΑΜίτες να έλθουν σε επαφή με τους Γερμανούς που ήταν στο νησί. Ούτε και οι Γερμανοί όταν τους έβλεπαν οπλισμένους να περιπολούν στα χωριά, τους έκαναν κάποια παρατήρηση. Φαύλος κύκλος. Μια μέρα η επιτροπή του χωριού μου είπε να γραφτώ στο τοπικό ΕΑΜ και μετά να γράψω τους γιους μου. Τους είπα, εγώ δεν είμαι Καλιβαριώτης, είμαι  προσωρινός εδώ, όσο υπάρχει δουλειά, όταν κατέβω στις Στενιές όπου είμαι πολιτογραφημένος, εκεί θα γραφτώ. Τα ίδια είπα στις Στενιές που είχαν βγάλει με εκλογή τον Βαγγέλη Βασιλόπουλο (Βασιλόπουλος Ευάγγελος του Νικολάου (14) #2521 info) πρόεδρο της Κοινότητας. Εγώ θα φύγω για την Αθήνα όπου να ’ναι, διότι εδώ δεν υπάρχουν δουλειές. Είχε γούστο κάποιοι Ανδριώτες να τυλίξουν ένα Κωνσταντινουπολίτη σε παράνομη οργάνωση όπως πια είχα καταλάβει από τα πρώτα σημάδια, τι είδους κατοχή ήταν η ΕΑΜική. Το Σεπτέμβρη διαδόθηκε ότι θα ανοίξουν τα γυμνάσια. Αρα έπρεπε ο Σπύρος να γραφτεί τον Οκτώβριο στο Γυμνάσιο Ανδρου, είχε ήδη χάσει ένα σχολικό έτος. Κάναμε οικογενειακό συμβούλιο και βγήκε η απόφαση να κουβαληθούμε στις Στενιές στο σπίτι μας. Πήγε ο Τάκης στη Χώρα για να διαβεβαιωθεί πλήρως και γύρισε ύστερα από δυο μέρες. Το γυμνάσιο θα άνοιγε στην αρχή με γυμνασιάρχη τον Βεντούρη με τους καθηγητές Γεράσιμο Λειβαδά, αρχιμανδρίτη και δύο χωριανούς μου φιλόλογους, τον Αυγουστή Χαζάπη (Χαζάπης Αυγουστής του Αντωνίου (12235)) και τον Μιχάλη Βασιλόπουλο (Βασιλόπουλος Μιχαήλ του Νικολάου (13) #2520 info), φίλοι μου και οι δύο. Κατόπιν θα προσέρχονταν και οι υπόλοιποι καθηγητές από τις πατρίδες των μια και επρόκειτο να απελευθερωθεί η Ελλάδα εντός ολίγου, από τους Γερμανούς που ήδη είχαν χάσει τον πόλεμο από το κτύπημα που τους είχαν δώσει οι Ρώσοι στο Στάλινγκραντ όπου είχαν εξοντώσει δύο στρατιές των Γερμανών και είχαν αιχμαλωτίσει μεταξύ των 70.000 Γερμανών και τον αρχιστράτηγο Φον Πάουλους με το επιτελείο του. Η κυβέρνηση των Αθηνών είχε αποφασίσει να διαιρεθεί σε δύο εποχές αυτή η σχολική περίοδος ούτως ώστε να επανορθωθεί η καθυστέρηση που είχε επέλθει στους μαθητές που είχαν χάσει την περσινή χρονιά τους. Δηλαδή ο Σπύρος σε ένα χρόνο θα πηδούσε δύο τάξεις, τη Δευτέρα και την Τρίτη και του χρόνου τον Οκτώβριο θα περνούσε στην Τετάρτη τάξη Γυμνασίου. Από την άνοιξη πηγαινοερχόταν στο Βαρίδι μια μεγάλη Στενιώτικη βάρκα. Την είχαν συνεταιρικά ο Βασίλης ο Κούτουκας (Χαζάπης Βασίλης του Γιαννούλη (11312) (11312) #302 info) που η γυναίκα του η Μαρία ήταν συγγενής της Ελισώς και ο Μηνάς ο Εξαδάκτυλος, (Εξαδάκτυλος Νικολός του Γιάννη (12) #803 info) φίλος και υποστηρικτής μου. (σημ. πρόκειται περί λάθους. Η βάρκα ανήκε αποκλειστικά στον Νικολό Εξαδάκτυλο. Για την αγορά της τον είχαν συνδράμει οι πέντε γιοι του που ήταν όλοι μπαρκαρισμένοι καπετάνιοι και μηχανικοί. Ο Βασίλης Χαζάπης ήταν πλήρωμα της βάρκας την εποχή εκείνη. Μετά τον πόλεμο, ο Εξαδάκτυλος πούλησε τη βάρκα του στον Νίκο τον Λιάπη (Μανδαράκας Νικόλαος του Ιωάννη (1222)). Συνεννοηθήκαμε μαζί τους να μεταφέρουμε από το Καλιβάρι τα πράγματα μας στο Ζόργκο, την ακρογιαλιά του Βαριδιού και από κει στα Γιάλια των Στενιών. Εφερε ο Τάκης από το Γαύριο τενεκέδες, σάκους και ετοιμαστήκαμε. Μας έδωσε ο Νίκος τη γαϊδούρα του και φύγαμε ένα πρωινό για το Βαρίδι, ενώ όλο το χωριό μας αποχαιρετούσε. Εγώ θα γυρίσω τους είπα και ο Τάκης θα πηγαινοέρχεται. Ολα τα σπίτια δικά σου μαστροΘοδωρή μου φώναζαν. Η βάρκα ήταν έτοιμη σχεδόν, ένας έλειπε ακόμα από τους Στενιώτες που γυρίζανε τα αρβανιτοχώρια για φαγιά, ο καπετάν Δημήτρης ο Σκάλος (Πολέμης Δημήτριος του Σταμάτη (112233) #935). Φορτώσαμε τα πράγματα μας και μπήκαμε στη βάρκα από ένα βράχο που ήταν αραγμένη. Ηλθε επιτέλους και ο αναμενόμενος. Ο Μηνάς στο τιμόνι, εμείς στα κουπιά. Μόλις βγήκαμε από τον κάβο, άρχισε να αγριεύει η θάλασσα. Βάλτε το πανί να προλάβουμε να μπούμε στο Βιτάλι φώναξε ο Μηνάς. Η βάρκα τώρα έτρεχε, αλλά από δίπλα όλο και μας κατέβρεχε κανένα κύμα. Μη σηκωθεί κανείς σας φώναξε ο Μηνάς, θα στρίψω μη φοβάστε πια. Επί τέλους φουντάραμε στην αμμουδιά του Βιταλιού, ήταν βράδυ. Επρεπε να ξενυχτήσουμε εκεί, το πρωί βλέπουμε, είπε ο Μηνάς. Πήγαμε σε ένα αδειανό κονάκι και έστησε η Ελισώ ένα μεγάλο τσουκάλι. Μερικοί έφερναν ξερόξυλα, φρύγανα, τα έριχναν στο τζάκι, άλλοι άναψαν φωτιά να στεγνώσουμε. Εφερε ο Τάκης λάδι, το ρίξαμε στο φαΐ, ξερά κουκιά, νοστιμότατα. Εμείς ήμαστε οι πιο πλούσιοι της νυχτιάς εκείνης, γιατί εμείς τους τραπεζώσαμε. Ολη τη νύχτα ούρλιαζε ο άνεμος. Πλαγιάσαμε χάμω και μας πήρε λίγο ο ύπνος, ενώ η κάπνα μας αρωμάτιζε για καλά, από τα χλωρά ξύλα που ρίχνανε εναλλάξ οι χωριανοί μας. Την αυγή μας ξύπνησε ο Μηνάς, γρήγορα πριν ανέβει ο ήλιος να καβατζάρουμε το φανάρι της Γριάς γιατί θα έχουμε φουρτούνα. Ξεκινήσαμε με κουπιά και όταν ανοιχτήκαμε βάλαμε το πανί πάλι. Είδαμε και πάθαμε να στρίψουμε το κάβο, γιατί ανοιχτά η φουρτούνα είχε αγριέψει πάλι. Τώρα, γιαλό-γιαλό με κουπιά περνούσαμε τον όρμο της Στάχλας. Ενας μικρός κάβος που λεγόταν του Κρήπα η Χέστρα θα μας ζόριζε πάλι και μετά, το απόγευμα φουντάραμε στα πίσω Γιάλια όπου σκέπαζε ο καιρός. Τράβηξαν ο Τάκης και ο Σπύρος φορτωμένοι για το χωριό και ύστερα όταν πια είχε αρχίσει να νυχτώνει γύριζαν με τον Ζουρίλα (Κουρτέσης Νικόλαος του Γεωργίου (Ζουρίλας) (125) #2096 info) και το μουλάρι του. Εν τω μεταξύ εμείς είχαμε συγυρίσει και τα υπόλοιπα και φορτώσαμε το μουλάρι, φορτωθήκαμε και μεις τα υπόλοιπα και πήραμε τον ανήφορο για το χωριό. Κολατσίσαμε λίγο και κοιμηθήκαμε ψόφιοι από ύπνο και κούραση. Το πρωί ξυπνήσαμε, βάλαμε χέρι όλοι στο συγύρισμα. Οι ποντικοί είχαν ανοίξει τρύπες στο πάτωμα, τις βούλωσα καρφώνοντας σανίδια από πάνω. Μας είχαν φάει τη τζίβα του καναπέ, τη διόρθωσα. Εκανα λάσπη, βούλωσα κάτι μικροσουβάδες ενώ η Ελισώ έπλενε, σκούπιζε, μαγείρευε. Το βράδυ πέσαμε και ξαπλώσαμε ανθρωπινά πια. Η κούραση μας, είχε λιγοστέψει, τα παιδιά το καθένα στο κρεβάτι του πια. Το αντρόγυνο στο δικό του το καμαράκι. Εγώ ήμουνα 44 χρονών, η γυναίκα μου 37. Το σπίτι μας είχε αρκετά τρόφιμα. Είχαμε ζήσει και θα ζούσαμε ζευγαρωμένοι πολλά χρόνια ακόμα, γι’ αυτό γλεντήσαμε καλά τον επαναπατρισμό μας στο χωριό Στενιές. Την άλλη μέρα είχαμε λουσίματα, συγυρίσματα. Το μεσημέρι έκανα μια βόλτα στο χωριό. Ηδη, είχαν διαιρεθεί σε δύο ομάδες. Εθνικόφρονες και ΕΑΜίτες. Γενική εικόνα του χωριού πένθιμη, περίμεναν να ανοίξει ο κόσμος, να μάθουν οι Στενιώτισσες για τους άνδρες τους, για τους πατεράδες τους για τα παιδιά τους. Εν τω μεταξύ είχαν πεθάνει από την πείνα και τις στερήσεις περί τα 38 άτομα από το χωριό. Την επομένη ο Τάκης με τον Σπύρο πήγαν στη Χώρα και γράφτηκε ο Σπύρος στην Τρίτη Γυμνασίου. Περίμενα ανήσυχος πότε θα φύγει η βάρκα του Βασίλη για το Βαρίδι για να πάμε μαζί με τον Τάκη, για να μη βλέπω τα απογοητευμένα πρόσωπα των γνωστών μου αφ’ ενός και αφ’ εταίρου να μη βρεθώ μπερδεμένος στις πολιτικές διαμάχες κάτω από τους πλατάνους της μοναδικής πλατείας του χωριού. Εξη μέρες από τον ερχομό μας φύγαμε, εγώ για τη μοναξιά μου και ο Τάκης για τους γύρους του, το εμπόριο του οποίου αύξανε διαρκώς. Μόλις έφθασα στο Βαρίδι πήγα κατ’ ευθείαν στο σπίτι του παπά. Ελα βρε μάστορα, μας άφησες ορφανούς δεν έχουμε παρέα να πιούμε ένα κρασί και να μας πεις καμιά ιστορία. Κάτσε, πάω να φέρω κάτι να πιούμε, γιατί άργησες; ο Μακρίνας λέει ότι τον παράτησες. Ναι παπά, τον παράτησα και του χάρισα και τα εργαλεία μου, δεν του έλεγες; περίμενα τη βάρκα για να ‘ρθούμε. Αρχισα τη δουλειά μου πάλι, περνούσε η ημέρα, το βράδυ μονοτονία. Τις Κυριακές, τις γιορτές ξεφάντωνα με τον παπά και τον Καραμπάτσα. Ο Τάκης πηγαινοερχόταν, τουλάχιστον είχε αποκούμπι εκεί που δούλευα. Μου έφερνε αλλαξιές και έπαιρνε τις λερωμένες. Παραμονές των Χριστουγέννων τελείωσα από τον Δημήτρη Μακρίνα. Είχε αρκετές δουλειές να του κάνω.  Ο γείτονας του ο Φλεβάρης ήθελε να του φτιάξω στο νερόμυλο του, καινούριο περικάλυμμα και να βάλω καινούρια φτερά στο στρόφιγγα που γυρίζει το μύλο όταν πέφτει το νερό από ψηλά. Είχε κάνει μια βάρκα καινούργια και θα πήγαινε στη Χώρα λάδι, να ψωνίσει είδη που χρειαζόταν. Θα σε πάρω μαζί μου, μου είπε. Καλά Φλεβάρη, αλλά περιμένω τον Τάκη να κατεβούμε μαζί στις Στενιές για τις γιορτές. Είναι καλό παιδί ο Τάκης μου είπε και έξυπνος. Ερχονταν και άλλοι εδώ πριν. Από τον καιρό που άρχισε, όλοι αυτόν περιμένουμε για να ψωνίσουμε, θα τον περιμένω να πάμε παρέα. Ηλθε ο Τάκης, σε δυο μέρες ετοιμαστήκαμε και φύγαμε. Ενας καιρός φίνος για ταξίδι. Λίγες κουπιές και μετά όλο το ταξίδι με πανί. Σε 4 ώρες φτάσαμε στα Γιάλια. Βγήκαμε στην αμμουδιά και εκείνος με τους γιους του τράβηξε για τη Χώρα. Ανεβήκαμε στο σπίτι και ακουμπήσαμε τα πράγματα στην Αυλή. Μας είπε η Φραεσκούλα (Διαβατίδου Φρατζέσκα του Αθανασίου (141145) σύζ. Κυρτάτα Νικολάου του Πέτρου (Οσιου)) ότι πήγε με τη Ρούλα στης Ανεζιώς η Ελισώ. Ο Σπύρος ήταν στο Γυμνάσιο, από αύριο θα έκαναν διακοπές παραμονές Χριστουγέννων. Φώναξε ο Τάκης κάνα - δυο φορές και ακούσαμε ερχόμαστε. Ηρθε μουτρωμένη η κυρά Ελισώ. Δύο φορές σου μήνυσα με τον Τάκη, γιατί δεν ήλθες; Καλά μου λέει η θεία μου ότι όλες οι Αρβανίτισσες είναι πουτάνες. Γέλασα, πες της θείας σου, ότι δεν είναι όλες, είναι οι μισές.  Ελα, βάλε νερό να λουστούμε, θα φύγουμε σε 10 - 15 μέρες όταν έρθει η βάρκα του Φλεβάρη. Το βράδυ στο κρεβάτι μου είπε, προκόψαμε, είμαι πάλι έγκυος. Ακόμη δεν ξέρουμε τι θα απογίνουμε και θα ‘χω και μωρό να νταντεύω τώρα στα γεράματα και άρχισε να κλαίει. Την παρηγόρησα. Εδώ μας είχανε για πεθαμό και ζήσαμε της είπα, και τώρα έχουμε το σπίτι μας μπακάλικο. Ο πόλεμος τελειώνει, όπου να ‘ναι θα ξετσουρμάρει ο Τάκης, κατόπιν ο Σπύρος. Τι θες, να βαρυγκωμάμε για το παιδί που είναι ακόμη στην κοιλιά; Εγώ σου λέω πως θα είναι αγόρι. Συμφιλιωθήκαμε επί τέλους. Το πρωί έφυγε ο Τάκης ο ακούραστος και πήγε στην Αρνη. Μετά το μεσημέρι γύρισε με μισό αρνί. Κάναμε Χριστούγεννα και ΑηΒασίλη πρώτης. Γιομίσαμε την αυλή ξύλα. Πέντε φορές είχαμε πάει στο μοναστήρι σ’ αυτό το διάστημα. Προπαραμονή των Θεοφανείων ήρθε η βάρκα του Φλεβάρη. Φύγαμε για το Βαρίδι και έπιασα δουλειά στου Γιαννούλη του Μακρίνα. Το σπίτι ήταν μεγάλο, είχα δωμάτιο μοναχικό. Πολύ καλός άνθρωπος. Είχαμε μπει πια στο 1945. Η Ελισώ γέννησε τον Μάϊο και έκανε τον τελευταίο γιο μας τον Τάσο. Το Ιούλιο ήλθε με δύο καΐκια στρατός κυβερνητικός. Εδιωξαν τους ΕΑΜίτες από το νησί άνευ επεισοδίων. Είχαν μεσολαβήσει οι δύο εφοπλιστές Κονδύλης και Μαρής (Μαρής Νικόλαος του Μιχαήλ (1133) #2400 info). Οι ΕΑΜίτες να φύγουν από το Γαύριο για Κάρυστο και κατόπι να αποβιβαστούν οι κυβερνητικοί. Ετσι και έγινε και ούτε καν ήρθαν σε επαφή οι αντίπαλοι. Οι εφοπλιστές είχαν δώσει λεφτά και είχαν ναυλώσει δύο καΐκια, ένα από το Μπατσί και ένα από το Γαύριο για την αποχώρηση των ανταρτών. Στο χωριό τώρα άρχισαν τα αντίποινα εναντίον αυτών που είχαν προσχωρήσει στο ΕΑΜ. Είχαν δείρει τον μπακάλη το Σπούγια (Κουτσούκος Ανδρέας του Λεωνίδα (Σπούγιας) (1183) #837 info)επειδή είχε κάνει μαύρη αγορά. Τώρα με τη σειρά του και εκείνος πρωτοστατούσε εναντίον αυτών που τον είχαν δείρει. Ευτυχώς εγώ και οι γιοι μου είχαμε μείνει ουδέτεροι. Ημουνα στο χωριό όταν έγινε η τελετή για την απελευθέρωση. Είχαν έλθει και οι αρχές από τη Χώρα. Πήγα και έψαλα στη δοξολογία και είπα και τον Πολυχρονισμό των Βασιλέων. Ο Μισιρλής είναι εντάξει, είπαν, δεν ανακατεύτηκε σε τίποτα. Αργότερα, όταν έβγαλαν φυλλάδια Ναυτικά Τάκης και Σπύρος, ήταν καθαρά τα πιστοποιητικά των. Οι δουλειές στο Βαρίδι τελείωσαν, πήγα σε ένα χωριό με 9 σπίτια το όλον, αλλά επειδή είχαν απέραντα βοσκοτόπια, ήταν νοικοκυρεμένα. Ολοι είχαν ένα επώνυμο, Ισαρης, μόνο ένας λεγόταν Κάρλος. Εκεί ερχόταν και με έβρισκε ο Τάκης, φορτωνόταν τώρα κότες και πετεινούς. Το δρομολόγιο μας τώρα είχε αλλάξει. Βιτάλι-Στάχλα-Στενιές ήταν τώρα πιο κοντά για το χωριό μας. Ο Κώστας ο Σαμιωτάκης (Σαμιωτάκης Κωνσταντίνος του Γεωργίου (13) #2836 info) είχε τελειώσει το καΐκι του και ήθελε μαραγκό να του κάνει τα ταμπούκια (σημ. πορτάκια). Μου μήνυσε με τον Τάκη να πάω να του τα κάνω. Είμαστε γνωστοί και φίλοι. Τελείωσα τις δουλειές των Ισαραίων και κατέβηκα πια στο χωριό οριστικά. Αποχαιρέτησα τον παπΑνδρέα και την παπαδιά του, η οποία εν τω μεταξύ είχε κάνει το έβδομο παιδί τους και ήταν έγκυος το όγδοο. Ο Θεός τα στέλνει μου είπε ο παπάς. Δεν ξέρω πόσα παιδιά ακόμη του έστειλε ο θεός, αλλά με ένα υπολογισμό που έκανα με βάση την ηλικία τους, ασφαλώς θα έκαμναν πάνω από είκοσι παιδιά. Είχα γλεντήσει καλά στα Αρβανιτοχώρια, είχα παχύνει, είχα δυναμώσει. Οσο για πουτάνες δεν ήταν όλες όπως είπε της Ελισώς η θεία Ανεζιώ (Πολέμη Ανεζιώ του Ζαννή (111224) #142, σύζ. Πασχάλη Σωκράτη του Δημήτρη),. Ούτε οι μισές, όπως της είχα μηνύσει εγώ. Ηταν μόνο το ένα τέταρτο και αυτές ανήκαν στην κατηγορία εκείνων που ήταν δεύτερες ή τρίτες γυναίκες των ανδρών τους. Η γελάδα μου να μην ψοφήσει μου έλεγαν αυτοί οι άνδρες, γυναίκες παίρνω όσες θέλω. Αυτές είναι συμφέρον όσες και να ‘χεις. Σκάβουν, τσαπίζουν, θερίζουν, μαζεύουν ελιές κλπ. Επί πλέον φρεσκάριζαν και το κρεβάτι τους. Η διαφορά ήταν ότι ενώ αυτοί κατούμιζαν, οι γυναίκες τους βαρβάτευαν.  Αρα ήταν πρόθυμες να δώσουν και κανένα μεζέ σε ένα ξένο. Επιασα δουλειά στο καΐκι του Σαμιωτάκη. Με πλήρωνε σε είδος. Μόλις τέλειωσα τα ταμπούκια, άρχισα να κάνω διάφορες δουλειές στο σπίτι του. Είχε μια αποθήκη στο κτήμα του, την μεταχειριζόταν για μπακάλικο. Την επισκεύασα, του έκανα πάγκο, ράφια κλπ. Είχε την κουνιάδα του συνεταίρο στο μπακάλικο. Ο άνδρας της είχε σκοτωθεί στον αλβανικό πόλεμο, είχε μείνει νεοτάτη χήρα με παιδί. Είχε μια μικρή σύνταξη από το κράτος. Βολεύτηκε καλά η χήρα με τον συνεταιρισμό που έκανε με τον κουνιάδο της Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Τέλος, αφού συγκοινωνούσε το πάνω σπίτι με το κάτω εξωτερικά, του έκανα μια σκάλα εσωτερική από μπετόν αρμέ. Είχα ετοιμάσει τα καλούπια και είχαμε ετοιμάσει τα χαρμάνια για να ρίξουμε τα μπετά. Είχαμε ήδη αρχίσει όταν έπιασε χιονιάς. Δεν ημπορούσαμε πια να σταματήσουμε τη δουλειά. Βοηθούσε τώρα και ο Σαμιωτάκης στο κουβάλημα των χαρμανιών του εργάτη. Εγώ ήμουνα υποχρεωμένος παρόλο το παγωμένο ρεύμα που σχηματίζονταν μεταξύ των ανοιγμάτων αυλής και ανοίγματος σκάλας να γεμίζω τα καλούπια. Οταν τελείωσα αισθάνθηκα ένα ρίγος στο κορμί μου. Επάνω είχανε ετοιμάσει τραπέζι με κρασί Σαμιώτικο. Εφαγα, ήπια, συνήλθα λιγάκι και πήγα στο σπίτι και ξάπλωσα αμέσως. Το πρωί είχα πυρετό, δεν είχα κουράγιο να σαλέψω. Φέραμε το γιατρό τον Τηλέμαχο (Βασιλόπουλος Τηλέμαχος του Νικολάου (15) #2522 info) του παπαΝίκου το γιο. Μόλις είχε πάρει το δίπλωμα του. Διέταξε πενικιλίνες ενέσεις. Την πρώτη μου την έκανε μια γειτόνισσα, μετά άρχισε ο Σπύρος. 25 μέρες στο κρεβάτι, ούτε καλά γινόμουνα ούτε και βάραινα. Στο χωριό διαδόθηκε ότι είχα τύφο. Εξω, πρωτοφανής χιονιάς για τις Στενιές. Ο γιατρός ήτανε αρραβωνιασμένος με μια κοπέλα χωριανή, έφυγε για την Αθήνα να παντρευτούν. Εμεινα χωρίς γιατρό. Πήγε ο Τάκης στη Χώρα και το είπε του Κασιμάτη του Φαρμακοποιού που ήταν φίλος μου και υποστηρικτής μου. Και τι μ’ αυτό είπε του Τάκη, επειδή έφυγε ο Τηλέμαχος θα αφήσω τον Μισιρλή να πεθάνει; Εστειλε και φώναξαν το γιατρό τον Βαλαβάνη. Πήγαινε στις Στενιές με το παιδί του είπε και να κοιτάξεις τον Μισιρλή. Εγώ τα αναλαμβάνω όλα. Υστερα από μια ώρα ήλθε ο γιατρός καβάλα στο άλογο του, παρόλο που χιόνιζε έξω. Με κοίταξε καλά, με ακροάστηκε, τελευταία άναψε ένα σπίρτο και το πλησίασε κοντά στα μάτια μου.  Περίεργο, είπε. τι τρώει τόσες μέρες; Γάλα και γιαούρτι του είπε η Ελισώ. Φαγητό μπόλικο και κρέας ψητό είπε, αυτός κοντεύει να πεθάνει της πείνας. Τι τύφος και σαχλαμάρες. Πήρε τον Τάκη μαζί του και του έδωσε δυο κουτιά πενικιλίνες, διπλές δόσεις του είπε, σε τρεις μέρες θα γίνει καλά, προπαντός φαγητό καλό, να σταματήσετε τα γαλακτερά. Αν δείτε ότι δεν καλυτερεύει από αύριο κιόλας, να ‘ρθεις να μου το πεις είπε στον Τάκη. Οι γειτόνισσες αντιδρούσαν, καλέ Ελισώ δεν κάνει με τον τύφο να φάει κρέας, θα πεθάνει μια ώρα αρχύτερα. Δηλαδή με είχαν για πεθαμό. Υστερα από πεντέμισι χρόνια που πάλευα τον εκ πείνης θάνατο, επρόκειτο να πεθάνω τώρα που είχε τελειώσει ο πόλεμος. Έφαγα την πρώτη μέρα λουκάνικα, ψωμί και τυρί. Ο Σπύρος μέρα νύχτα διπλές ενέσεις. Το ξύπναγε η Ελισώ τα μεσάνυχτα και μου έκανε την ένεση και ύστερα στις έξη την αυγή. Εξω, χιονιάς. Την Τρίτη ημέρα, ενώ όλοι οι άλλοι κοιμόνταν στις τρεις από τα μεσάνυχτα, σηκώθηκα από το κρεβάτι.  Φόρεσα το παλτό μου και κατέβηκα στο κατώι πατώντας πάνω στα χιόνια. Αναψα το φουφουδάκι, έβρασα τσάι, άνοιξα τη μπουρνιά  και έβγαλα μια λούζα και ένα λουκάνικο. Εκοψα ψωμί και τα καταβρόχθισα. Ανέβηκα και κουκουλώθηκα στο κρεβάτι. Την αυγή ξύπνησε η Ελισώ το Σπύρο να μου κάνει την ένεση. Βγαίνει έξω στην αυλή και βλέπει τα πατήματα μου στο χιόνι. Κατέβηκε στο κατώι και είδε το φουφουδάκι με λίγα αναμμένα κάρβουνα. Δε μου λες τι έκανες χριστιανέ μου. Πεινούσα, τι ήθελες να κάνω; έγινα καλά. Στις 11 βγήκα μια βόλτα στο χωριό ακουμπώντας σε ένα μπαστούνι. Με είδαν στην πλατεία. Απόρησαν. Με είχαν για πεθαμό και με έβλεπαν ζωντανό. Μα τι είχες βρε Μισιρλή, εσύ τύφο ή τίποτα άλλο; Ο ήλιος μου έδωσε κουράγιο και πήγα μέχρι της Ανεζούλας της Στρατάκαινας (Καμπανάκη Ανεζούλα από τα Αποίκια, δεύτερη σύζυγος του Φαλαγκά Δημήτρη του Νικολάου (Στρατάκη) (1314) #3424).  Οταν με είδε, έκανε το σταυρό της. Φούρνιζε φρέσκο ψωμί, μου έκοψε μια γωνιά, και έχωσε μέσα ένα λουκάνικο. Τα έφαγα. Από αύριο θα σου κάνω τα πατζούρια της είπα. Μου είχε δώσει τα ξύλα. Μου έδωσε 300 δραχμές και γύρισα σπίτι. Είχα γίνει καλά, αλλά όταν ήθελα να κενώσω βογκούσα από τους πόνους ώσπου να ξαλαφρώσω. Τέτοι πόνοι που έκλαιγα. Πέρασε κι’ αυτό σιγά-σιγά. Εν τω μεταξύ ένας-ένας κατέφθαναν οι ναυτικοί φορτωμένοι λεφτά. Αλλά κατέφθαναν και τα πένθιμα χαμπάρια αυτών που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Οι καμπάνες του χωριού κάθε τόσο ηχούσαν πένθιμα. Λεφτά είχαν οι χωριανοί για καμιά μικροδουλειά αλλά που υλικά. Αλλωστε δεν ήξεραν και πότε θα ξαναμπαρκάρουν, που τα καράβια που είχαν σχεδόν χαθεί στους ωκεανούς, τα περισσότερα ήταν Αντριώτικα. Ετσι, μια μέρα δούλευα, τρεις καθόμουνα. Τον Οκτώβρη ο Σπύρος μπήκε στην Πέμπτη Γυμνασίου. Οι καθηγητές είχαν συμπληρωθεί και τα μαθήματα ήταν κανονικά. Είχα αρχίσει πάλι να κάνω μερικές μικροεπισκευές στο χωριό, έψελνα κιόλας, κάτι μάζευα για να ζήσουμε, αλλά ο κυριότερος παράγων για τη διατροφή μας ήταν ο Τάκης που εξακολουθούσε τα εμπόρια του. Ετσι έφυγε το 1946 και μπήκαμε στο 1947. Τον Μάρτιο άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ κυβερνητικών και ΕΑΜιτών. Ολος ο κόσμος είχε ησυχάσει, είχε αρχίσει να επουλώνει τις πληγές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ εμείς που έχουμε την αιώνια κληρονομιά του διχασμού, αρχίσαμε να καταστρέφουμε ότι είχε μείνει όρθιο. Τότε ήρθε ένα σημείωμα από την Αστυνομία Ανδρου να παρουσιαστεί ο Τάκης για επείγουσα υπόθεση του. Πήγαμε μαζί ανήσυχοι γιατί ήθελε ένα χρόνο ακόμη για να πάει κληρωτός. Παρουσιάστηκε στον Αστυνόμο. Του έδωσε ένα φύλλο πορείας και του είπε σε 10 ημέρες να παρουσιαστεί στο στρατολογικό γραφείο Σύρου. Είχε επιστρατευτεί. Ζητήσαμε πληροφορίες από τον Αστυνόμο και μας είπε ότι είναι τυχερός, γιατί θα αναλάβει τη Γραμματεία της Στρατολογίας. Σε έχει υποδείξει ο Γυμνασιάρχης Ανδρου ότι είσαι ο καλύτερος μαθητ6ής όλων. Συγχαρητήρια. Φύγαμε ανακουφισμένοι, ευχαριστημένοι και τρέχαμε να πούμε στην Ελισώ που ήταν ανήσυχη. Οταν περνούσαμε από το γραφείο της κοινότητας, μας ρώτησε ο πρόεδρος καπετάν Γιάννης Σαρρηγιαννάκης (Σαρρής Ιωάννης του Κωνσταντίνου (Σαρρηγιαννάκης) (1411) #2417) , Τι σε θέλανε Τάκη στην Αστυνομία, τους έδειξε το χαρτί και του είπε τι τον ήθελαν. Μπράβο Τάκη, ύστερα από τόσα παιδιά του νησιού να διαλέξουν εσένα, αυτό είναι μεγάλη τιμή. Τα συγχαρητήρια μου. Πήγαμε στο σπίτι και τα είπαμε της Ελισώς. Μια και υπήρχαν ακόμη μπάρκα ελάχιστα στην Ανδρο, θα τελείωνε τη θητεία του ένα χρόνο νωρίτερα. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα στο χωριό. Τα χωριανά παιδιά που είχαν αποφοιτήσει μαζί με τον Τάκη, τον παραδέχτηκαν ότι είναι ανώτερος και τον συνεχάρηκαν το βράδυ στον περίπατο τους. Οι χωριανές όμως και δη οι καπετάνισσες ζήλεψαν. Ηταν μεγάλη προσβολή γι’ αυτές να προτιμηθεί ο γιος της Ελισώς και όχι ο δικός τους. Εφυγε ο Τάκης, με τον Ιταλικό σάκο του στον ώμο που είχε τα ρούχα του μέσα. Πήγαμε μέχρι το καράβι και τον αποχαιρετήσαμε.

 

επόμενη σελίδα 17. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε αλλά ο εμφύλιος συνεχίζεται. Ο Θόδωρος με την οικογένεια του μετακομίζουν στη Μακεδονία.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα