|
Επιστροφή στον κατάλογο των Λαογραφικών
Λαογραφικά
Τα Στενιώτικα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς
(κείμενο του Βαγγέλη Σύμπουρα(1)).
Κάλαντα λέγαμε μόνο την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τα Χριστούγεννα ήταν σαν όλες τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές. Πρωί πρωί, πρίν καλά καλά χαράξει, ερχόταν οι πρώτοι καλαντιστάδες, από τη Βουρκωτή, με μεγάλα τουμπιά και σαμπούνες, μερικές φορές και βιολιά, και με δυνατές φωνές καλαντούσαν με διαφορετικό σκοπό απ΄ αυτό που είχαμε μάθει εμείς. Λόγω της καταγωγής των καλαντιστάδων, τα λέγαμε "αρβανίτικα" και είχαν περισσότερους στίχους απ ότι τα "δικά" μας, αυτά που λέμε Στενιώτικα. Μοιάζουν πολύ σε σκοπό και στίχους με αυτά που ακούμε στη τηλεόραση όταν τα λένε στους πολιτικούς αρχηγούς. Τα κάλαντα αυτά, παρ΄ ότι είχαν διπλούς στίχους στο κοινό τους μέρος, ήταν αρκετά πιο σύντομα. Ο σκοπός τους ήταν πιο γρήγορος και δεν έκαναν μνεία στα πρόσωπα της οικογένειας. Στα κάλαντα τα Στενιώτικα κάνουμε ένα "αρβανίτικο" γύρισμα στο τέλος, εκεί που λέμε "... και πάνω στο παράθυρο...". Πρωί πρωί ξεκινούσαμε και μεις για να προλάβουμε να τα πούμε σε όσο το δυνατόν πιο πολλά σπίτια. Με μια γουλιά γάλα και μια μπουκουνιά προζυμένιο κουλούρι φεύγαμε τρέχοντας από το σπίτι αγνοώντας τις φωνές των μανάδων, γιαγιάδων
-πέρασε να πιείς και το υπόλοιπο γάλα σου. Θα με πεθάνεις μέρες που είναι!!!
Αποκλειστικό μουσικό όργανο που συνόδευε τις παιδικές μας φωνές, το τουμπί, που το κατασκεύαζαν με πολύ μεράκι οι πιο μεγάλοι, πατεράδες, παππούδες, θείοι κἂ. Συνήθως από μεγάλες κονσέρβες τοματοπελτέ ή βουτύρου, ύψους 15 με 20εκ και διαμέτρου περίπου 30 εκ. Οι κονσέρβες από τα 5κιλα με τις αντζούγιες γινόταν τα πιο μικρά τουμπιά. Το δέρμα ήταν από αρσενικό κατσίκι κατά προτίμηση άσπρου χρώματος. Το δέρμα του θηλυκού, λένε, ήταν πιο παχύ και δεν έβγαζε καλό ήχο. Για χορδές βάζαμε μεσινέγκα έχοντας δέσει κάποιο κουδουνάκι από θυμιατό που μας είχε φιλέψει ο παπα-Νικόλας ή ο παπα-Στέλιος. Μερικές φορές για χορδές χρησιμοποιούσαμε αποξηραμένες βροντές που είχαμε μαζέψει στα πρωτοβρόχια. Εξοπλισμένοι με το ντουμπί μας και ένα πουγκί περασμένο στο λαιμό βγαίναμε να τα “πούμε”. Σπίτι-σπίτι. Ποτέ δεν ακούσαμε στην ερώτησή μας -Να τα πούμε; -Μας τα 'παν άλλοι... Μερικές φορές μόνο, ακούγαμε να βγαίνει με θλίψη από το στόμα τους -όχι γιόκα μου... Ημασταν μικροί και δεν ξέραμε τι κρύβεται πίσω από την πόρτα καθενός.
Μικροί συνήθως λέγαμε την «Αρχιμηνιά». Στα πιο «δικά» σπίτια, που και ο μποναμάς ήταν και πιο μεγάλος, λέγαμε τον «Αη Βασίλη».
Η παραμονή της Πρωτοχρονιάς ήταν και η μέρα παρασκευής του παστελιού. Όλο το χωριό μοσχομύριζε από το μέλι που έβραζε. Σε αρκετά σπίτια μαζί με τον μποναμά μας φίλευαν και παστέλι, ακουμπισμένο σε φύλλο νερατζιάς και τυλιγμένο σε χαρτοπετσέτα.
-Πάρε να το δοκιμάσει η μαμά σου.
… και το βάζαμε στη τσέπη του κοντού παντελονιού μας. Σε λίγο οι τσέπες κρεμόταν κάτω από τον μπούζουνα και άντε να θυμηθείς ποιανού παστέλι ήταν ποιό!.
Μετά το μεσημεριανό φαγητό και το απαραίτητο συγύρισμα βγαίνανε για κάλαντα οι «μεγάλοι». Συνήθως ήταν δυο παρέες. Οι «λεύτεροι» και οι «παντρεμένοι». Πρόβλημα είχαν οι «αρραβωνιασμένοι» που να κολλήσουν. Γύριζαν και καλαντούσαν τα σπίτια της παρέας. Τα κάλαντα τα έλεγαν έξω από την πόρτα. Και όταν έφτανε η στιγμή:
-Άνοιξε πόρτα μ΄ άνοιξε…
Χτυπούσαν δυνατά την πόρτα και τότε άνοιγε η πόρτα και έμπαιναν μέσα οι καλαντιστάδες για μια μικρή κρασοκατάνυξη. Τα κάλαντα αυτά τέλειωναν τις πρώτες πρωινές ώρες με ότι προβλήματα επακόλουθα της κατανάλωσης οίνου.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα μαζευόμαστε στη Πεντάβρυση για την αλλαγή του χρόνου. Στριμωχνόμαστε στις μπουσουνάρες για το ποιος θα πρωτοπιεί νερό με την αλλαγή του χρόνου. Με την αλλαγή του χρόνου καλαντούσαμε τη βρύση και τη στρινίαζαμε με κουλούρια και παστέλια. Μετά τις ανταλλαγές ευχών οι καλαντιστάδες συνέχιζαν την περιοδεία τους και μεις, οι πιο μικροί, κινούσαμε για το σπίτι. Στη διαδρομή ξεχαλικώναμε καμιά παραβολή ή τοίχο για να βρούμε σιδερόπετρα να «ρίξουμε» με το έμπα μας στο σπίτι.
Τελευταία φορά που “βγήκαμε” για κάλαντα μαζί με την παρέα ήταν την πρωτοχρονιά του 1988 νιόπαντρος. Έχουν περάσει πάνω από 30 χρόνια. Τώρα, την πρωτοχρονιά, βγάλτε από την τραβάκα το τουμπί σας μαζί με την παιδική σας αθωότητα και ανεμελιά και πείτε τα έτσι για το καλό έξω από την πόρτα σας.
Καλή εσπέραν άρχοντες κι΄ αν είναι ορισμός σας Και πάλι ξαναπρέπει σου καράβια ν΄ αρματώνεις Κι’ απάνω στο παράθυρο γαρυφαλλιά και πράσινο και του χρό’ και του χρόνου τέτοια μέρα.
ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
________________________________________________________________________________________
(1) Σύμπουρας Βαγγέλης του Αντώνη (15113) #203 info
Επιστροφή στον κατάλογο των Λαογραφικών
|
|
|