|
Γλωσσάρι |
|
Αρσανάς: Κτήριο στην παραλία που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη ή την επισκευή πλοιαρίων. Αρχοντάρης: Μοναχός επιφορτισμένος με την υποδοχή και τη φιλοξενία των επισκεπτών της μονής. Αρχονταρίκι: Ενα δωμάτιο σε μοναστήρι ή σκήτη που υποδέχονται οι μοναχοί τους επισκέπτες. Το δωμάτιο είναι πάντοτε καλά διακοσμημένο (σύμφωνα με τις μοναστικές παραδόσεις) με εικόνες, φωτογραφίες, ωραία έπιπλα κλπ. Στους επισκέπτες προσφέρονται πάντοτε δροσερό νερό, κάποιο γλυκό σε ένα πιατάκι και ρακί. Ησυχαστήριον (Ασκηταριό): Είναι μικρό κατάλυμα σε απόκρημνες και δυσπρόσιτες περιοχές όπου ο μοναχός κάνει μια παρά πολύ αυστηρή άσκηση. Συνήθως η τροφή του παρέχεται από άλλους μοναχούς ή λαϊκούς. Ιεραρχία των μοναστικών ιδρυμάτων: Ψηλότερα είναι το Μοναστήρι, μετά η Σκήτη, το Κελί, η Καλύβα, το Κάθισμα και τέλος το Ησυχαστήριο. Κάθισμα: Μοναστικό κατάλυμα με μέγεθος πολυ μικρού σπιτιού, χωρίς γη που να του ανήκει. Ο μοναχός που μένει εκεί πληρώνει στο μοναστήρι ή στη Σκήτη που υπάγεται για το φαγητό του. Το Κάθισμα είναι μικρότερο από την Καλύβα. Καθολικόν: η κύρια εκκλησία ενός μοναστηριού. Καλύβα: Μοναστικό κατάλυμα με μέγεθος μικρού σπιτιού, υπαγόμενο σε κάποια Σκήτη, και μικρότερο από ένα Κελλί. Κελί: (παλαιότερη γραφή: κελλίον) Μοναστικό κατάλυμα, μεγέθους σπιτιού (ενίοτε αρκετά μεγάλου) που υπάγεται σε μια Σκήτη και μεγαλύτερο από μια Καλύβα. Συνήθως υπάρχει γη γύρω από το Κελί και τα έσοδα από την καλλιέργεια πηγαίνουν στον μοναχό - ιδιοκτήτη του Κελιού. Στο Αγιον Ορος υπάρχουν 140 περίπου Κελιά. Κρήνη: Περιποιημένη και καλής κατασκευής βρύση μέσα αλλά και ακριβώς έξω από την πύλη του μοναστηριού για χρήση από μοναχούς και επισκέπτες. Σήμαντρο: Μεταλλικό η ξύλινο κρουστό όργανο που χρησιμεύει για να καλεί τους μοναχούς για προσευχή ή κάποια εργασία ή πομπή. Σκήτη: Μοναστικό ίδρυμα που ανήκει σε κάποιο μοναστήρι. Στο Αγιον Ορος υπάρχουν 12 Σκήτες. Η Σκήτη είναι μικρότερη από ένα μοναστήρι αλλά μεγαλύτερη από ένα Κελί. Τέμπλο: αρχικά υφασμάτινο, αργότερα μια πιο σύνθετη κατασκευή από ξύλο ή μάρμαρο καλυμμένη με εικόνες, που χωρίζει το Ιερό από τον υπόλοιπο ναό. Τράπεζα: το εστιατόριο του Μοναστηριού. Φιάλη: Τελετουργική βρύση για τον αγιασμό των υδάτων. Πάντοτε στην εσωτερική αυλή των μοναστηριών. Ρηχή λεκάνη που στέκεται σε πόδι. Συνήθως είναι μαρμάρινη. Πάνω από τη λεκάνη υπάρχει θόλος που στηρίζεται σε κολώνες.
|