Αυτό το κολάζ το έκαμε η μητέρα μου στο φωτογράφο Ονίκ της χώρας το 25 μάλλον,
Θείος Τάκης
Δημήτρης και Γιώργης πάνω σε μια βυσινοκερασιά
... καπνίζαμε με το Χαρίλαο κι ερχόταν από κάτω από το σπίτι κι έκανε την κουκουβάγια για να πάμε να καπνίσουμε και να μην πάρει χαμπάρι η μάνα μου. τα τσιγάρα ήταν μάρκα Φούκα.
Εγώ εν τέλει δεν κάπνισα γιατί η Φραεσκούλα (μητέρα μου ήταν πολύ αυστηρή)...
"Στην Κατοχή που μαζευόμαστε όλο το χωριό στο καφενείο του Λούη που είναι γνωστό ότι ήταν στο σχολείο από πάνω,
(δίπλα στο μπακάλικο του Γιάννη Κουτσούκου ή Σπούγια)
παίζαμε σκάκι κι έφευγα από εκεί το βράδυ να πάω στον πλάτανο να πάρω την αγελάδα να τη φέρω στην Πέρα Πάντα.

Ενας από Λάμυρα ή Μεσαθούρι, πρώτος μηχανικός είχε ένα ραδιόφωνο κρυμμένο στη φάτνη της αγελάδος,
η οποία η φάτνη ήτανε σκεπασμένη με μία πέτρα και είχε άχυρα για να μη φαίνεται
και πήγαινα εκεί από τις Στενιές με τα πόδια για να μάθω νέα από τον πόλεμο να τα πω στον πατέρα μου.
Το ραδιόφωνο δούλευε ή με μανιατό ή με δυναμο, πάντως όχι με ηλεκτρικό.

Και σημειώστε για την εποχή ότι είχαμε τις γνωριμίες μας και τις συμπάθειές μας σαν νέοι και νέες.

Σας σημειώνω δε και άλλο ένα ότι ένα μεγάλο βαρέλι είχαμε σκάψει τον τοίχο,
το είχαμε βάλει μέσα και είχαμε χτίσει από μπροστά για να μπορούμε να έχουμε λάδι να μην το βρούνε οι ιταλοί.

Σημειώστε δε ότι στο τέλος του '44 ήτανε στο νου μας το πως θα απελευθερωθούμε για να μπαρκάρουμε.
Εγώ δε έφυγα τον Ιανουάριο του 45 με ένα βαπόρι απόκαλούμενο Ιρις, του οποίου το πλήρωμα ήταν 24 και οι 19 ήταν Στενιώτες.
Ηρθε στον Πειραιά και μετά τη ναυτολόγηση μας έπιασε όλους ευκοιλιότητα
και ο καπετάνιος έδωσε εντολή να μη μαγειρεύει ο μάγειρας μόνο να βράζει ρύζι 2-3 μέρες για να συνέλθουμε.
Αυτά τα θυμάμαι χίλια τα εκατό. Πηγαίναμε Πειραιά-Αλεξάνδρεια-Κύπρο και άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής.
Μετά πήγαμε Γένοβα."

 

Θείος Τάκης, η μητέρα του Φραεσκούλα και ο Γιώργης.


Οταν η μητέρα μου γέννησε την αδελφή μου, η πεθερά της γιαγιά Ασημένια,
έκανε 6 μήνες να πάει να δει τη νύφη της γιατί γέννησε κορίτσι.
με τον Πολέμη Νικόλαο (Κόχυλα)
 

 

Τάκης Πολέμης, προγιαγια Ασημένια (Τρισόγκα) και Σταμάτης (Στάμος) Πολέμης.
 

"Η γιαγιά μου η Ασημένια Πολέμη, το γένος Χαζάπη, γεννήθηκε στις Στενιές το 1863 και πέθανε 96 ετών.

Το ταξίδι αυτό έγινε, μέσα σε πολλά άλλα ίδια, το 1950. Με το υπερωκεάνιο Νέα Ελλάς Πειραιά - Νεάπολη - Γένοβα - Λισαβώνα - Χάλιφαξ - Νέα Υόρκη και πίσω.

Καπετάνευε ο πατέρας μου Σταμάτης Δ. Πολέμης
(σας επισυνάπτω καρτποστάλ με το πλοίο και τη φωτογραφία του) και εγώ ως υποπλοίαρχος.

Σ' εκείνο το ταξίδι ο πατέρας μου είχε πάρει μαζί τη μητέρα του και, μάλιστα θυμάμαι ότι, της παραχώρησε το κρεβάτι του κι ο ίδιος κοιμόταν στον καναπέ του γραφείου του. 

Εδώ αντίστοιχες αναμνήσεις του εξαδέλφου μου
Έχω να προσθέσω όταν επέστρεψε η γιαγιά από το ταξείδι μου έφερε ένα καναρίνι δώρο που ήταν σε πλαστικό κλουβί. Το πλαστικό κλουβί το θαύμαζαν όλοι τότε! Ακόμα θυμάμαι τη γιαγιά να μου λέει όταν το βαπόρι ανέβαινε στον ποταμό Hudson νόμιζε ότι τα αυτοκίνητα που έβλεπε στην παραλία του Manhattan ήταν πρόβατα! Δεν πίστευε ότι μπορεί να υπάρχουν τόσα πολλά αυτοκίνητα!"

Μια φορά έβγαλε η θάλασσα ξυλεία στον Πλάτανο (μεταξύ Μπαρμπαρόλα και Θεοτόκο) και με τη αδελφή της τη Χαρίκλεια, κουβαλούσανε τα σανίδια και στρώσανε τα πατώματα των σπιτιών τως. Κάνανε μερικές διαδρομές τότε και μαζέψανε ξυλεία (τάβλες) που είχε ξεβράσει η θάλασσα από ένα ναυάγιο προφανώς.
Το σπίτι αυτό το ένα το έχει ο Πατουργιανός.

 
με τα εγγόνια Δημήτρη και Αντώνη
με τα δισέγγονα Μαριάνα και Σταμάτη
Τιμητική απονομή βασιλόπιττας στο Σύλλογο Στενιωτών
Τάκης Πολέμης