(10. Ο Θόδωρος με τις γνώσεις και την εμπειρία του καθιερώνεται σαν ο καλύτερος ξυλουργός στις Στενιές).

 

Πέρασαν μερικές μέρες και έκανε την εμφάνιση της η Χαχαλίδαινα (Διαβατίδου Ανίκα του Αθανασίου (1433) σύζ. Φαλαγκά Μιχάλη του Γιαννούλη (Χαχαλή)) με τον Σωτήρη. Είχε κτίσει δυο διώροφα σπίτια για προίκα στις δύο κόρες της και ο Σωτήρης της έκανε τα πορτοπαράθυρα. Κάθονταν στη Χώρα και βιάζονταν να τελειώσουν οι μαραγκοσύνες των σπιτιών της για να κουβαληθεί στο χωριό.  Πήγα και μέτρησα τη δουλειά την υπόλοιπη που θα αποτελείωνα εγώ, διότι ο Σωτήρης μπαρκάριζε.  Συμφώνησα και τις δύο γυριστές σκάλες της οικοδομής. Επρεπε για την υπόλοιπη δουλειά να μου δώσει 48.000. Πήγαμε κατόπιν στο μαγαζί του και μέτρησα την ξυλεία που είχε εκεί. 6.500. Θα μου κουβαλούσε ο Σωτήρης με τον παραγιό του τα ξύλα στο μαγαζί μου και η Ανίκα θα μου έδινε 41.500 δραχμές. Είχε όμως πάρει περισσότερα λεφτά από ότι κόστιζε η δουλειά που είχε παραδώσει. Ελλειπαν 7.000 δραχμές. Φέρε τα λεφτά είπε του Σωτήρη η Χαχαλίδαινα. Τα είχε φάει, ήταν χρεωμένος και αλλού, και γι’ αυτό μπαρκάριζε. Στήσανε ένα καυγά τρικούβερτο, μαζεύτηκαν περίεργοι έξω από το μαγαζί του. Εκλαιγε ο κακομοίρης. Θα σου τα στείλω άμα δουλέψω την παρακαλούσε. Τι να κάνει η Ανίκα έπρεπε να τελέψει το γιαπί της. Αϊντε κουβάλα τα ξύλα στου Μισιρλή γιατί κι’ αυτά θα μου τα φας παλιάνθρωπε.  Θα μου κάνεις ένα χρεωστικό γραμμάτιο τον φοβέριζε. Θα σε πάω στην Αστυνομία  κλπ. Μείναμε με στο μαγαζί του ως που κουβάλησαν τα ξύλα μου έδωσε και τους δυο πάγκους του, τους κουβάλησαν και αυτούς και πήρα τον βοηθό του στο μαγαζί μου. Τον λέγανε Γιώργη Αντώνογλου (Αντώνογλου Γεώργιος του Νικολάου (112) #4766). Την άλλη μέρα μου έφερε η Ανίκα 15.000 δραχμές. Ηταν εργατικός και υπάκουος. Επιανε δουλειά πρωί και σχολνούσε βράδυ. Ο Σωτήρης του έδινε 40 δραχμές εγώ του έδωσα 50 δραχμές μεροκάματο. Ηταν αρχάριος, αλλά μάθαινε γρήγορα. Μια και είχα τρεις πάγκους τώρα, πήρα και ένα μαθητευόμενο από τα Αποίκια. Τον λέγανε Κόκκινο. Κάθε πρωί έφερνα την κυρά Ταρσή ένα πενηντάρι ρακί και ένα πακέτο μικρό τσιγάρα και μου έδινε χίλιες ευχές. Μια μέρα το πρωί άκουσα τις φωνές της, καυγάδιζε με τον βοηθό μου, θα βάλω τον Μισιρλή να σε διώξει. Μόλις με είδε σταμάτησε, καμώθηκα και εγώ πως δεν άκουσα. Το βράδυ όταν φύγανε οι βοηθοί, πλησίασα την κυρά Ταρσή, δε μου λες τι καυγάδιζε με το Γιώργη το πρωί; Δεν τον χωνεύω τον άτιμο μου είπε, τον έχει αγαπητικό η ανιψιά μου η Ευφροσύνη, τον χαρτζιλίκωνε, του έκανε μια φορεσιά ρούχα του ψόφιου. Γι’ αυτό φαλίρισε ο Σωτήρης και έφυγε για τις θάλασσες. Τους είχε τσακώσει, αλλά τι να κάνει που έχει τρία παιδιά. Η πουτάνα τον φοβέρισε πως θα τον παρατήσει και ας κάνει καλά με τα παιδιά του. Απόρησα, η Ευφροσύνη ήταν μια άσχημη, βλογιοκομμένη, ίσως σαραντάρα. Ο παραγιός μου ήταν δεν ήταν 25 χρόνων. Ακουσε δω κυρά Ταρσή, είμαι πνιγμένος στις δουλειές, δε με συμφέρει τώρα που χειμωνιάζει να τον διώξω γιατί μένει στο χωριό και με τη λάμπα ακόμα δουλεύει. Αν εσύ δεν τον χωνεύεις είτε η ανιψιά σου τον έχει αγαπητικό, δεν με ενδιαφέρει εμένα, αλλά άλλη φορά μην τσακωθείς μαζί του γιατί θα τα χαλάσουμε. Αλλωστε εσύ τον εξευτελίζεις το Σωτήρη με αυτά που κάνεις. Εδώ είναι μαγαζί, αν έχεις διαφορές με την ανιψιά σου, άντε στο σπίτι της να τα ξεδιαλύνεις. Ζάρωσε η γριά, φοβήθηκε μην κόψω το ρακί, τα τσιγάρα και κανένα εικοσπεντάρι που της έδινα καμιά φορά. Οι παραγγελίες έρχονταν η μια μετά την άλλη, ήθελα και άλλο παραγιό, αλλά το μαγαζί στενάχωρο, που να βάλω πάγκο να δουλέψει. Εν το μεταξύ το  σπιτάκι μας νοικοκυρευόταν, εμείς ντυνόμασταν.  Το βράδυ πήγαινα στο σπίτι ψωνισμένος καλά. Μόλις έπεφτα στον καναπέ να ξεκουραστώ, νά ‘σου ο Τάκης καθόταν πάνω στην κοιλιά μου, έπαιρνε την εφημερίδα και καμωνόταν ότι διαβάζει. Ηταν παχύς, βαρύς με ξεθέωνε, αλλά και εγώ ήμουνα νιός και κάθε βράδυ κεφάτος. Εκτός από τις λιχουδιές που του έφεραν μου έλεγε, μπαμπά δώσ’ μου Ζαφή. Ηταν πολύ καλόβολος και ήσυχος, όταν έπεφτε για ύπνο μέχρι το πρωί  κοιμόταν. Είχα τελειώσει το γιαπί του Ανδρέα (του σημ το παρατσούκλι του), όλοι οι Στενιώτες έχουν παρατσούκλια, έτσι τους ξεχωρίζεις, διότι π.χ.  Πολέμης  υπάρχουν 21 οικογένειες. Ποιος από όλους, για να τους ξεχωρίζεις πρέπει να πεις  ο Τουλούμης, ο Σκάλος, ο Πίκουλος, ο Μπρισίμης, ο Στάμος, ο Μπουλντούκος κλπ. Πήγα στο σπίτι του να του παραδώσω τα κλειδιά και να μου πληρώσει το υπόλοιπο που μου όφειλε. Ευτυχούλα φώναξα της γυναίκας του, που είναι ο Ανδρέας. Επιασε τα κλάματα, δυο μέρες έχει να φανεί, κλέφτηκε με τη φιλιόσα του. Ψάχνουν να τον βρούνε. Να πάει στ’ ανάθεμα, τι να τον κάνω τέτοιον άνδρα, έχω ανθρώπους να με ζήσουνε εμένα και το παιδί μου, τι τόνε θέλεις με ρώτησε. Τέλεψα το γιαπί, θέλω να δώσω τα κλειδιά, να με ξοφλήσει, μου θέλει 6.750 δραχμές. Ασε, που θα πάει, θα τη γλεντήσει και θα’ ξανάρθει της είπα. Τότε με πληρώνει. Οτι τα έψηνε με τη βαπτιστικά του πατέρα του, το ξέραμε και εγώ και η Ελισώ γιατί κάναμε βεγγέρες αναμεταξύ μας και τη συμβούλευε η Ελισώ. Μην του φέρνεσαι κρύα, φτιάξου λιγάκι, κάνε υπομονή, θα τη βαρεθεί και θα την παρατήσει. παντρεμένος είναι μήπως μπορεί να την παντρευτεί; Εχει διαζύγιο κλπ. πάντως δεν φανταζόμαστε ότι θα την κλέψει και θα φύγει από το σπίτι του. Τώρα τι να κάνω εγώ που είχα κάνει συμφωνητικό εις διπλούν και μάρτυρες ο Θεοδόσης (Φαλαγκάς Θεοδόσης του Σταμάτη (1473) #863 info) και ο Στεφανής ο φούρναρης (Γαλανός Στέφανος του Ευαγγέλου (1) #2810 info). Επειδή το οικόπεδο ήταν της Ευτυχούλας, το σπίτι που κτίστηκε στο οικόπεδο της, της ανήκε, αλλά έπρεπε πρώτα να διαλύσει ο γάμος τους. Μου μηνύσανε οι συγγενείς της να δώσω τα κλειδιά της Ευτυχούλας και μεταξύ αυτών ο Στάμος (Πολέμης Σταμάτιος (Στάμος) του Δημητρίου (11161) #29 info)) πρώτος εξάδελφος της πεθεράς μου, με φοβέρισε ότι θα με διώξει από το χωριό. Μέχρι στιγμής, δεν είδα πεντάρα από σας και το σόι σας το Πολεμέικο, του είπα στου Θεοδόση το μπακάλικο. Από ξένους ζω και ακόμα να τα καταφέρεις να με διώξεις, την τέχνη μου δεν ημπορείς να μου την πάρεις. Οπου και να βρεθώ, το ψωμί το έχω στην τσέπη μου. Δώσε μου εσύ τα λεφτά που χρωστάει γιατί όσο δε με ξοφλάτε το σπίτι τώρα είναι δικό μου και τα παίρνετε σεις από τον Ανδρέα όταν φανερωθεί. Του έδωσα να καταλάβει του αρχικαπετάνιου ότι δεν είμαι από αυτούς που περνάνε φοβέρες. Επενέβη ο Θεοδόσης ο γυναικαδελφός του υπέρ εμού. Ο άνθρωπος δούλεψε και θέλει να πληρωθεί του είπε, έχει δίκιο. Υστερα από μια εβδομάδα, ανακάλυψαν τον απαγωγέα, γλεντούσε με τη γκόμενα του στα Αποίκια, ήλθε σε συμβιβασμό μαζί του. Να του δώσει η γυναίκα του το διαζύγιο, αυτός να της παραχωρήσει το σπίτι. Σ’ αυτόν φοβέρες δεν περνούσαν, ήταν παλικάρι, όλοι τον φοβόταν στο χωριό. Ηλθε και με βρήκε στο μαγαζί. Γειά σου βρε μάστορα μου είπε, είσαι λεβεντιά, τα έμαθα όλα. Πάρε να πεις και μια μπύρα από μένα και μου έδωσε 7.000 δραχμές, δηλαδή 250 δραχμές επί πλέον. Απόψε θα είμαι στου Στάμου, θα είναι και ο συμβολαιογράφος εκεί. Θα σε καλέσουν να υπογράψεις την εξόφληση. Εγώ θα σε προτείνω μάρτυρα εκ μέρους μου. Να τους πετάξεις τα κλειδιά στα μούτρα, είναι χέστες, να μην τους φοβάσαι. Μεθαύριο θα έλθουμε να γλεντήσουμε στην κυρά Ελισώ. Ημαστε το βράδυ βεγγέρα στου Πορδάρη (Μπέης Μιχαήλ του Ιωάννη (Πορδάρης) (1125) #1452), είχα πάρει το γιο του τον Αντώνη (Μπέης Αντώνης του Μιχαήλ (11252)) τσιράκι στο μαγαζί μου και μου είχαν νοικιάσει το μαγαζί δίπλα στο σπίτι τους, όταν μου μήνυσαν να πάω στου Στάμου, να υπογράψω την εξόφληση. Ο Ανδρέας ήταν εκεί με μια μαγκούρα στο χέρι. Του έδωσα τα κλειδιά και έφυγα. Στο μαγαζί του Πορδάρη προσέλαβα έναν επιπλοποιό από τα Αποίκια, Πατήρης λεγόταν και του έδωσα βοηθό τον Αντώνη. Εκεί αποκλειστικά έκανε έπιπλα μόνο. Νοίκιασα κατόπιν ένα μεγάλο μαγαζί στην πλατεία του χωριού για τα κουφώματα και το υπόγειο του Μαριουλακιού (Χαζάπη Μαρία (Μαριώ) του Πέτρου (141) #2055) για αποθήκη ξυλείας. Και τα τρία ήταν κοντά το ένα στο άλλο, σε μικρή απόσταση. Τώρα είχαμε μείνει τρεις μαραγκοί στο χωριό. Υστερα από ένα μήνα θα έφευγε και ο Νταβέλης. Οταν τοποθέτησα τις σκάλες της Χαχαλήδαινας έπεσε το γόητρο του γιατί ήταν ο μοναδικός σκαλάς για τις Στενιές και τη Χώρα. Τον είχε βαρεθεί και το χωριό για τις καθυστερήσεις που έκανε για να παραδώσει τις παραγγελίες που του ανέθεταν. Τότε ήλθε η Μαρουλιώ η Μπαμπαούναινα (Γιαλούρη Μαρουλιώ του Λεωνίδα (1235) #2212) και μου ανέθεσε την κατασκευή της ξυλουργικής εργασίας του σπιτιού της. Από καιρό είχα μαστροΘόδωρε να σε καλέσω να μου κάνεις το γιαπί, αλλά δίσταζα γιατί δεν ήξερα ότι είσαι και σκαλάς. Πήγα χτες και είδα τις σκάλες σου στης ξαδέλφης μου της Χαχαλίδαινα. Ωραία δουλειά κάνεις, πάμε στο σπίτι να κάνουμε το συμφωνητικό. Ηταν διώροφο, όπως όλα τα σπίτια του χωριού. Κόστιζε η ξυλεία, 46.000, μου έδωσε προκαταβολή 30.000, Πάρτα να διευκολυνθείς, τι να στέκονται τα λεφτά στο  σκρίνιο μου. Αυτή ήταν και η αιτία που έφυγε και ο Νταβέλης από το χωριό. Μείναμε δυο μαγαζιά. Ο Σαντορινιός είχε από καιρό σχέσεις με την Φ, ήταν πτωχή, ο άντρας της ήταν αγωγιάτης, είχαν ένα τσούρμο παιδιά. Ασφαλώς θα της έδινε λεφτά γιατί ήταν σερμαγιαλής, είχε τον τρόπο του, μέχρι που πήγα εγώ, αυτός έτρωγε από όλο το χωριό. Ηταν και επίτροπος στην εκκλησία και δεινός χαρτοπαίκτης. Κάθε βράδυ στο πόκερ εκεί τους μαδούσε τους αρχάριους παίκτες. Ο Θεοδόσης δεν τον χώνευε και για τις δύο κακές διαγωγές του. Μετά το παιχνίδι στρωνόταν στο κρασί. Ηταν και κομματάρχης του Λαϊκού κόμματος. Είχε την υποστήριξη των εφοπλιστών της Ανδρου. Δηλαδή ήταν χαφιές του χωριού. Πολλοί δεν τον χώνευαν από τους καλονοικοκυραίους του χωριού, αυτά μου τα έλεγε ο Θεοδόσης που ήταν πρόεδρος της Κοινότητας Στενιών, γύρευε μια αφορμή να τον ξεσκεπάσει. Υστερα από λίγο διάστημα, άρχισε να κυκλοφορεί κάποιο σκάνδαλο του Σαντορινιού με μια Μ. Αφορμή για την κρυφή διάδοση αυτού του σκανδάλου ήταν η διακοπή των σχέσεων του με την Φ. Πάντως κανείς δεν τολμούσε να εκδηλωθεί, γιατί επρόκειτο για κυρία πλοιάρχου Α, της καλύτερης κοινωνικής τάξης του χωριού. Μια νύχτα, εκεί που παίξανε πόκερ ο Σαντορινιός και άλλοι τρεις, σηκώθηκε ο ένας από αυτούς και τον άρχισε στις γροθιές. Τους χωρίσανε οι άλλοι και διαλύθηκε το παιχνίδι. Κανείς δεν ήταν στο καφενείο εκείνη την ώρα πλην του Νικατή (Πολέμης Γεώργιος του Λεωνίδα (114421) info) του καφετζή. Αφορμή του καυγά ήταν ότι ο δείρας είχε πιάσει τον Σαντορινιό να χαρτοκλέβει, έτσι είπε ο Νικατής. Ο Σαντορινιός από εκείνη την ημέρα χάθηκε από το χωριό, το μαγαζί το δούλευε ο πατέρας του. Οι περίεργοι που ρώτησαν, είπε πως πήγε στον Πειραιά με τη γυναίκα του για να προσληφτεί σαν μαραγκός στο συνεργείο του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς. Ο γέρος θα τελείωνε τις παραγγελίες που είχαν αναλάβει και θα έφευγε και αυτός για τον Πειραιά με τον εγγονό του. Ετσι και έγινε. Υστερα από ένα μήνα ανέλαβε το μαγαζί ο κουμπάρος του από τα Λειβάδια, ο Βασίλης Κοραχάης που τον είχε βοηθό ο Σαντορινιός. Ετσι σταμάτησε το κουτσομπολιό στο χωριό για την υπόθεση Μ. Εν τω μεταξύ οι παραγγελίες για ξυλουργικές εργασίες έρχονταν η μια πίσω από την άλλη. Είχα αποκτήσει και την εμπιστοσύνη του ξυλεμπόρου μου Μπόνη στη Χώρα. Μου άνοιξε απεριόριστη πίστωση. Είχαμε δύο βιβλιάρια, το ένα εκείνος, το άλλο εγώ. Επειδή το χειμώνα η ξυλεία που ερχόταν με καΐκια από τον Πειραιά βρεχόταν, συμφωνήσαμε να μου στέλνει περίσσια ξύλα το καλοκαίρι για να έχω στοκ στην αποθήκη του Μαριουλακιού. Ετσι, το χειμώνα είχα ξερά ξύλα. Οποτε τελείωνε το ένα γιαπί και εξοφλούσα, του πήγαινα τα λεφτά μαζεμένα, λογαριαζόμαστε και συνέχιζα αμέσως την άλλη οικοδομή. Πάντα είχα σιρμαγιά περίσσια στη αποθήκη μου. Οι σχέσεις μας με τις θείες, ομαλές. Προπάντων όταν ανάθεσα στο θείο Γιώργη να μου κάνει τα ταβάνια του Ανδρέα, είχα πια και χίλια ευχαριστώ ανιψέ εκ μέρους του. Σκαλιστή για τα έπιπλα είχα ένα Συριανό Χέλμη και μου τα έκανε. Μια μέρα που μου είχε φέρει ο σκαλιστής δύο κομμάτια για μια ντουλάπα πήρα το ένα και το πήγα στου θείου Γιώργη και του είπα, εσύ άμα θέλεις μπορείς να τα καταφέρεις, δε δοκιμάζεις να κάνεις ένα. Εσύ θα χάσεις τον κόπο σου και εγώ το ξύλο. Το κοίταξε με προσοχή και τέλος μου είπε, αν μου το σημαδέψεις, μπορεί να τα σκαλίσω. Το σημάδεμα, δεν είναι τίποτα του είπα. Φέρε μου λίγη καρβουνόσκονη και ένα άσπρο χαρτί. Τα έφερε. Εβαλα τη σκόνη σε ένα τουλπάνι σα σακούλα. Κόλλησα το χαρτί πάνω στο σκάλισμα και άρχισα να περιφέρω το τουλπάνι πάνω στο χαρτί.  Οπού ήταν τα εξογκώματα του σκαλίσματος άφηνε σημάδια πάνω στο χαρτί. Βγήκε τέλειο το σχέδιο. Το βλέπεις: Τώρα θα κολλήσεις το χαρτί πάνω στο ξύλο και με ένα μολύβι θα πατήσεις δυνατά πάνω στις γραμμές του χαρτιού. Ετσι σχεδιάστηκε το σκάλισμα στο ξύλο. Βρε τι θηρίο είσαι εσύ μου είπε, καλά λένε μάστορας της Πόλης. Αν πας στη Χώρα του είπα, να πάρεις χαρτιά καρμπόν, έτσι δε δυο λεπτά θα βγαίνει το σχέδιο πάνω στο ξύλο καθαρό. Καλά ανιψιέ, θα στο σκαλίσω εγώ. Σκαλιστικά εργαλεία δεν είχε, έπιασε και έκανε διάφορα μαχαιράκια τόσο επιδέξια και επιτυχημένα που τον θαύμασα. Ετσι μου έκανε το πρώτο σκάλισμα και στο εξής, αν και αργούσε συνήθισε καλά και όλα μου τα χρόνια που έζησα στις Στενιές μου έκανε τα σκαλίσματα, γλύτωσα και εγώ το πήγαινε έλα στη Χώρα για τον σκαλιστή τον Χέλμη.

Η αποθήκη ξυλείας που είχα στο υπόγειο του Μαριουλακιού επρόκειτο μια μέρα του καλοκαιριού, να χρησιμεύσει για μια ιλαροτραγωδία που παρέστην ακούσιος μάρτυς. Μια μέρα που άνοιξα την πόρτα του κατωγιού για να πάρω ξύλα, άκουσα κάτι παραπονεμένα κλάματα που έρχονταν από το βάθος όπου υπήρχε μια άλλη πόρτα που έβγαινε στη πίσω αυλή του σπιτιού. Πλησίασα και είδα τη Ζωή (Χαζάπη Ζωή του Πέτρου (142)), την κόρη (σημ. την αδελφή) του Μαριουλακιού δεμένη σε ένα στύλο με σχοινιά, βρεμένη από την κορφή ως τα νύχια. Με κοίταξε με βλέμμα αγριεμένο και συνέχισε τα κλάματα. Τι έκανες βρε Ζωή και σε δέσανε τη ρώτησα χαμηλόφωνα. Καμία απάντηση. Ανοιξα την πόρτα και φώναξα τη μάνα της. Γιατί την έχετε δεμένη, θα πουντιάσει, τι έκαμε; Τίποτα μαστροΘόδωρε, κάθε μήνα αυτό γίνεται, θα της περάσει μέχρι το βράδυ. Αντρα θέλει, που να της τον βρω, ποιος παντρεύεται αυτή την τρελή. Αλλες φορές της δίνει και ξύλο ο θείος της, ώσπου να κατουμίσει. Μην πεις τίποτα γιε μου, να χαρείς την Ελισώ σου και το παιδί σου. Την έλυσε, άντε να τη ντύσεις και αφήστε την ήσυχη, της είπα και πάτε την σε ένα γιατρό να βρει τον τσαρέ (σημ. τη θεραπεία) της. Δεν είπα σε κανένα τίποτα, ακόμα και στο σπίτι. Υστερα από 15 μέρες ήλθε και με βρήκε ένας Πιτριοφιανός Γιώργος Κασιδώνης, να το πάρω στη δουλειά μου. Με πήρε παράμερα ο Αντώνογλου και μου είπε ότι είναι λίγο χαζουλός. Δεν είχα μέρος στο μαγαζί. Τον πήγα στο υπόγειο και του έφτιαξα ένα πάγκο μπροστά στην πόρτα για να έχει φως και τον έβαζα να πλανίζει, ενώ τον παρακολουθούσα αν κατάφερνε τίποτα. Ηταν εντάξει, μόνο που γέλαγε όταν μου απαντούσε. Το βράδυ τον είδα να στρώνει τα ροκανίδια για να κοιμηθεί. Τι κάνεις, εδώ θα μείνεις απόψε τον ρώτησα. Δυο ώρες θέλω να πάω στο χωριό και δύο να ‘ρθω μου είπε γελώντας, καλοκαίρι είναι. Μεθαύριο που είναι Σάββατο θα πάω στο χωριό και τη Δευτέρα θα φέρω κουβέρτες να κοιμάμαι. Τι θα φας απόψε; Ψωμί, τυρί. Πήγαινε στο χωριό σου απόψε και έλα το πρωί κσι αν αργήσεις το πρωί δεν πειράζει του είπα. Μου είχε πλανήσει σε πέντε ώρες 18 μαδέρια, ήταν γερός νέος έως 27 ετών. Υστερα από μερικές μέρες που πήγα στο κατώι, είδα τη Ζωή που είχε φέρει γλυκό και καφέ και να κουβεντιάζει μαζί του. Μόλις με είδε, έφυγε. Βλέπω καλοπερνάς εδώ Κασιδόνη του είπα. Γέλασε, δεν είναι άσχημα εδώ μου είπε, μαστροΜισιρλή. Τα βράδια φαίνεται ότι όταν κοιμόταν η μάνα της κατέβαινε η Ζωή και τον έβρισκε γιατί στο μήνα της η Ζωή δεν ξανατρελάθηκε, την είχανε γιάνει οι ενέσεις που της έκανε ο Κασιδόνης. Τους παντρέψανε, του έδωσε το Μαριουλάκι για προίκα ένα μέρος από το επάνω σπίτι και ένα μικρό αμπελάκι. Από τότε πια, στα γλέντια που κάναμε, φέρναμε και τη Ζωή και τον Κασιδόνη να χορέψουν Ευρωπαϊκούς χορούς. Τι  αγκαλιάσματα ήταν εκείνα, τι μορφασμοί, τι ερωτικές εκδηλώσεις όταν χόρευαν, σκάγαμε στα γέλια. Γεια σας λεβεντιές τους φωνάζαμε και δώσ’ του να πίνουν τα κρασιά τους σταυρωτά κολακευμένοι από τα συγχαρητήρια που τους δίναμε για το χορό τους που δεν ήταν άλλο από παντομίμα κωμική. Αλλο ένα επεισόδιο με ήρωα τον Κασιδόνη και τη Ζωή έμελλε να δημιουργηθεί περί το τέλος του θέρους. Είχα αναλάβει να κάνω την ξυλουργική εργασία της οικοδομής της κυρά Τασίας Γιαλαμά. Είχα αναθέσει στον Κασιδόνη να κάνει τα πατώματα. Τα μεσημέρια η Ζωή πήγαινε φαγητό στο γιαπί και τρώγανε μαζί. Υστερα από το φαγητό ξάπλωναν και έκαναν έρωτα στα φρεσκοροκανισμένα πατώματα. Η κυρά Τασία που κάθονταν παραδίπλα τους έκανε τσακωτούς τη στιγμή που έκαναν θυσία στο βωμό του έρωτα. Λέγεται πως η μυρωδιά της ερωτικής ταραμοσαλάτας έχει την ιδιότητα να πηγαίνει και να θρονιάζεται κατευθείαν στα ρουθούνια  των άτεκνων γυναικών. Ισως η μυρωδιά να οδήγησε την άτεκνη Τασία να ανακαλύψει τη γκαστρωμένη Ζωή. Αφού τους έβρισε καλά, ήρθε στο σπίτι μας την ώρα που τρώγαμε και άρχισε να ξεφωνίζει από την πόρτα. Μου μουρνταρέψανε το σπίτι μου πριν μπω εγώ να κατοικίσω. Να τον διώξεις, να φέρεις άλλο μαραγκό στο σπίτι μου. Τα είχε βάλει με μένα, σαν να είχα εγώ δασκαλέψει τον Κασιδώνη. Στην αρχή νόμισα πως πήγε κανείς και λέρωσε τα πατώματα της, όταν όμως είπε τελευταία, τους έπιασα καβάλα, μπήκα στο νόημα του είδους της μουρνταριάς. Είδα και έπαθα να συγκρατηθώ και να μη γελάσω, της είπα έννοια σου θα στον κανονίσω, θα τον στείλω σε άλλο γιαπί και θα βάλω τον Αντώνογλου να αποτελειώσει τα πατώματα. Εφυγε ικανοποιημένη η Τασία που θα έστελνα άλλο μαραγκό στο γιαπί της Και ύστερα άρχισα γελώ με τις προλήψεις της. Υστερα από δύο χρόνια που δούλευε κοντά μου μπαρκάρισε ως ναυτοξυλουργός ο Κασιδώνης. Σε ένα ταξίδι του αρρώστησε και τον έβγαλαν για νοσηλεία στο  Τζιμπουτί. Οταν έγινε καλά, προσελήφθη ως ξυλουργός από τη σιδηροδρομική εταιρία που ενώνει το Τζιμπουτί με την Αντίς Αμπέμπα ως μόνιμος υπάλληλος. Εστειλε λεφτά και πήγε και η Ζωή με το αγοράκι της και έμειναν μονίμως εκεί. Δέκα χρόνια αργότερα, ένα Στενιώτικο καράβι που πήγε εκεί, είδαν τη Ζωή μέσα στη βάρκα που ερχόταν να επισκεφτεί τους χωριανούς της. Είχε δύο αραπίνες υπηρέτριες, σπίτι δικό της και είχε κάνει άλλα τρία παιδιά. Τα σπούδαζε η Γαλλική Εταιρία Σιδηροδρόμων. Είχα και εγώ συντελέσει για να αλλάξει η μοίρα της προς το καλύτερο. (σημ. περιπτώσεις σαν της Ζωής, δεν ήταν καθόλου σπάνιες στο Χωριό. Οι γονείς τους φρόντιζαν να τις παντρεύουν με στεριανούς, ποτέ με ναυτικούς).

Ετσι, πέρασε και το 1929 και μπήκαμε ύστερα από ένα γλεντζέδικο χειμώνα στο 1930. Οι δουλειές σταματήσανε η μια πίσω από την άλλη, ήλθε η Λαμπρή, οπότε ήλθε ο μεγαλύτερος και αποδοτικότερος υποστηρικτής μου,  ο καπετάν Νικόλαος Κυρτάτας (Κυρτάτας Νικόλαος του Μιχαήλ (11221333) #2545), ή Λιλιδώρης , όπως ήταν το παρατσούκλι του. Μου ανέθεσε να βγάλω όλα τα παλιά κουφώματα του σπιτιού του και να του τα κάνω καινούργια με κοντραπλακέ, με μπορντούρες ένα γύρω και σκαλίσματα σε όλα τα ταβάνια σχεδίου μοτίφ. Με αυτό το γιαπί θα φαίνονταν και μια άλλη πλευρά της τέχνης μου ως διακοσμητής ξυλουργός. Συμφωνία 85.000, προκαταβολή 30.000 και όποτε ήθελα λεφτά να πηγαίνω στην Ειρήνη (Κουτσούκου Ειρήνη του Χαριλάου (11115) #2565 info) τη γυναίκα του να μου δίνει, γιατί αυτός εν τω μεταξύ μπορεί να φύγει. Τρία αδέλφια ήταν και εκτός των διπλωμάτων τους ως πρώτοι, είχαν και καράβι δικό τους, το Αφρόεσσα. Τότε πήρα ως μαστόρους, πρώτον ένα Μήτσο Φυρίο από τις Μαίνητεςς, ύστερα ένα Στέλιο απά τα Αποίκια και ένα Κράσα ως μαθητευόμενο από τη Βουρκωτή. Τον Ιούνιο μας ήλθε ως μουσαφίρης ό εξάδελφος της Ελισώς ο Αναστάσιος Ζάκκας. Χλωμός, κίτρινος, αδυνατισμένος. Μας είπε πως έχει ελώδεις πυρετούς, ενώ αργότερα μάθαμε πως ήταν φυματικός. Του είχαν πει οι γιατροί να πίνει νερό της Σάριζας, ένα ιαματικό νερό που ήταν στα Αποίκια. Δεν μας ένοιαζε που θα τον ταΐζαμε, θα τον πλέναμε, θα τον λούζαμε, όσο δεν είχαμε τόπο να πάρω ένα ντιβάνι και στρωσίδια για να κοιμάται. Αναγκαστικώς εγώ κοιμόμουνα στο κρεβάτι, ο ένας στα κατωπόδαρα του άλλου και η Ελισώ σε ένα καναπέ στην κουζίνα. Τη δεύτερη μέρα ανέβηκε στα Αποίκια για να πιει νερό της Σάριζας. Κατέβηκε το μεσημέρι μισοπεθαμένος, και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ευτυχώς που είχα το Στέλιο τον μάστορα που καθόταν κοντά στην πηγή της Σάριζας. Γιόμιζε το πρωί ένα μισογάλονο και το έβαζε στο ταγάρι του και μας το έφερνε. Το χαρτζιλίκι του ήταν λίγο, του έπαιρνα ένα πακέτο τσιγάρα. Η κατάσταση του όσο πήγαινε και χειροτέρευε. Μια μέρα, με έπιασε η Ορσάκη που της έφτιαχνα το σπίτι της, κολλητό στο δικό μας και μου είπε. Τι έχετε αυτόν τον άνθρωπο. Είναι ξάδελφος της Ελισώς είπα, γιατί ρωτάς, Τι αρρώστια έχει με ξαναρώτησε, λίγα είναι τα ψωμιά του. Εχει ελώδεις πυρετούς του είπα. Κούνησε το κεφάλι της, είσαι νοικοκύρης, ότι θέλεις κάνε αλλά νομίζω ότι πρέπει να φέρεις γιατρό να τον κοιτάξει, έχεις μικρό παιδί, κάνε καλά. Αυτή η συζήτηση γινόταν μεσ΄ το γιαπί το δικό της. Ο πατέρας της, γιατί δεν ήθελε να πάρει άντρα εκείνον που της έδινε, είχε βάλει φωτιά για το κάψει. Ηταν μισότρελος. Πρόλαβαν και έσβησαν τη φωτιά οι γείτονες γιατί έλειπε στη Χώρα εκείνη αλλά είχαν καεί τα κουφώματα και το ταβάνι. εγώ τα έκανα απ’ αρχής ύστερα από δύο χρόνια που είχε πεθάνει ο πατέρας της. Τα είπα το βράδυ της Ελισώς όταν είχε κοιμηθεί ο Αναστάσης. Τι να κάνουμε, πως να φέρουμε γιατρό δίχως να τον ρωτήσουμε. Αυτό θα πει ότι δεν τον έχουμε πιστέψει ότι έχει ελώδεις πυρετούς, παρά κάτι άλλο. Το χειμώνα που είχε περάσει μια βραδιά που η Ελισώ τηγάνιζε ψάρια, ήλθε και μας καλησπέρισε ο γιατρός του χωριού, ο Μουβελάς. Νίκος Μπίστης (Μπίστης Νικόλαος του Μιχαήλ (11121) #4909), είχε ένα τεράστιο κτήμα και μέσα ένα μεγάλο πύργο από την εποχή της Ενετοκρατίας της νήσου Ανδρου. Ηταν πλούσιος. Οταν βρίσκονταν τα καλοκαίρια στο χωριό πήγαιναν μερικοί στον πύργο του και τους κοίταζε δωρεάν. Του αρέσανε τα αστεία και όποιον έβρισκε στο δρόμο, τον σταματούσε και τον καλαμπούριζε. Ο δρόμος του για να πάμε στον πύργο του περνούσε μπρος από το σπίτι μας. Είχε κουράρει και μια φορά τον Τάκη και δεν είχε δεχτεί λεφτά με κανένα τρόπο. Ηταν καλός γιατρός, είχε σπουδάσει στη Γερμανία. Καμιά φορά έμενε και τον χειμώνα στο χωριό. Αμέσως, μόλις τον είδαμε σηκωθήκαμε να τον μπάσουμε στη σάλα. Οχι, είπε και κάθισε στον καναπέ της κουζίνας. Η Ελισώ θα τηγανίζει και εμείς θα τρώμε. Σηκώθηκα να πάω να φέρω κρασί, δεν με άφησε. Εγώ δεν πίνω μου είπε και αυτό που έχεις στο μπουκάλι είναι αρκετό για σένα. Στρώσαμε τραπέζι και αρχίσαμε να τρώμε. Εν τω μεταξύ άρχισε τις ιστορίες του, τις σπουδές του στη Γερμανία. Κάποια στιγμή είπε στην Ελισώ, καλά λένε στο χωριό ότι μαγειρεύεις καλά και είσαι πρώτη σε καθαριότητα, και εδώ που τα λέμε μην το πάρεις απάνω σου, είσαι από τις παντρεμένες, η πιο όμορφη του χωριού. Τα αστεία του και τα ανέκδοτα του δεν είχανε τελειωμό. Εμείς νυστάζαμε, εκείνος δώσ’ του και μιλούσε. Εφυγε επί τέλους στις δύο από τα μεσάνυχτα. Αλλες δύο ή τρεις φορές μας είχε επισκεφτεί στα ξαφνικά. Ηταν στο χωριό τώρα, αποφασίσαμε όταν περνούσε το βράδυ για τον πύργο του να του πω τις υπόνοιες που είχα για τον Αναστάση, για να μας δει δήθεν, για να μας επισκεφτεί και να ρίξει και μια ματιά και στον Αναστάση δίχως να του πει τις υπόνοιες μας. Δυστυχώς είχε φύγει μια μέρα πριν για την Αθήνα και έτσι πια αφού περάσανε 35 ημέρες, μόνος του ένοιωσε την κατάσταση του και αποφάσισε να φύγει. Το πρωί τον έβαλα στο μουλάρι που θα μου έφερνε ξύλα από τη Χώρα και κατεβήκαμε στο Παραπόρτι. Μπήκα στη βάρκα μαζί του και τον τοποθέτησα στο καράβι και έφυγα. Πήγα στη Χώρα και ψώνισα ξύλα και γύρισα στο χωριό. Εν τω μεταξύ η Ελισώ είχε ξηλώσει το στρώμα της, είχε πλύνει τα μαλλιά και τα είχε απλώσει στη γαλαρία. Το βράδυ είχαν στεγνώσει, τα ξανάβαλε στο κλίφι ( σημ. θήκη μαξιλαριού, στρώματος κλπ.) και έστρωσε και επιτέλους κοιμήθηκαν αγκαλιά το αντρόγυνο. Αργότερα έμαθα ότι είχε εισαχθεί πάλι στο ίδιο σανατόριο από όπου βγήκε, όταν είχε λίγο καλυτερεύσει η υγεία του. Συμπέρασμα: μου είχε φερθεί άτιμα, κρύβοντας την πραγματική του ασθένεια. Οταν πέθανε φυματικός άφησε χήρα και δυο παιδιά εις βάρος της μάνας του την οποία συντηρούσε ο μεγάλος γιος της ο Βασίλης Ζάκκας. Είχε σπαταλήσει 2.000 λίρες που του είχε δώσει ως προίκα η γυναίκα του με πόρνες όπως μου τα είπε ο αδελφός του πού ήταν πλούσιος, όταν με χρόνια τον αντάμωσα στην Αθήνα.

 

(σημ. τα ονόματα του Σωτήρη, της Ευφροσύνης, του Ανδρέα και της Ευτυχούλας δεν είναι τα αληθινά).

 

επόμενη σελίδα 11. Ο Θόδωρος αναλαμβάνει και ψάλτης στο Χωριό. Το 1931 γεννιέται ο δεύτερος του γιος, ο Σπύρος.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα