(12. Ο Θόδωρος εργάζεται εντατικά στο χωριό. Τολμά και ρίχνει σε σπίτι την πρώτη πλάκα με μπετόν αρμέ. Ολοι αμφιβάλουν για το αποτέλεσμα, αλλά αυτός δικαιώνεται). 

 

Στις θαλάσσιες εκδρομές μας τα καλοκαίρια, τακτικοί ήταν ο Πίκουλος (Πολέμης Δημήτριος του Αντωνίου (Πίκουλος) (141221) #1044 info) με την Πηνελόπη (Γιαλούρη Πηνελόπη του Νικολάου (1261) #1050), την Ευανθούλα (Πολέμη Ευανθούλα του Δημητρίου (1412211) #1051 info) και τη φιλενάδα της το Ρηνιώ (Φαλαγκά Ειρήνη (Ρηνιώ) του Βασιλείου (14351) #2017 info). Ερχονταν παρέα με μας καμιά φορά  και καμιά οικογένεια που είχε το θάρρος μαζί μας. Εκεί από θαλασσινά, δηλαδή πεταλίδες και αχινούς, προμηθευτής μας ήταν ο Τάκης. Εδινε κάτι βουτιές που μας τρόμαζε, καμιά φορά αργούσε να βγει στην επιφάνεια της θάλασσας.

Ετσι περνούσε η ζωή μας στο χωριό, χειμώνα καλοκαίρι. Από το σόι της Ελισώς, το Πολεμέϊκο εκτός από τον Πίκουλο, κανείς δεν λάμβανε μέρος σ΄ αυτές τις εκδηλώσεις των γλεντιών μας. Ολοι τους ήταν μονόχνοτοι, ακοινώνητοι, εγωιστές. Το μόνο τους προτέρημα ήταν να κουτσομπολεύουν τους άλλους και να συζητούν κατά φαντασία αναμεταξύ τους βέβαια, ανύπαρκτα αίσχη εις βάρος των όντως αξιότιμων άλλων οικογενειών. Δεν είχαν αφήσει χωριανό που να μην του είχαν κολλήσει και από ένα περίγελο παρατσούκλι. Το τι διεδίδετο εις βάρος των από όλο το χωριό όμως, προτιμώ να μην το αναφέρω, γιατί όντος ήταν φρικτό. Το φθινόπωρο ήλθε ο θείος Μιχάλης (Πολέμης Μιχαήλ του Ζαννή (111223) #141). Μέρες ολόκληρες φιλονικούσαν για το ζήτημα της μοιρασιάς της κληρονομιάς του παπαΖαννή (σημ. Πολέμης Ζαννής του παπαΣταμάτη (11122) #110 info). Επί τέλους, φαίνεται συμφώνησαν γιατί ήλθε η θεία Ανεζιώ (Πολέμη Ανεζιώ του Ζαννή (111224) #142, σύζ. Πασχάλη Σωκράτη του Δημήτρη) και με βρήκε και με παρακάλεσε να μην έχω μεγάλες απαιτήσεις γιατί κινδυνεύει να ξεκληριστεί η Σταματούλα (Πολέμη Σταματούλα του παπαΖαννή (111225) #144 info), γιατί ο Μιχάλης απαιτούσε να πάρει το κτήμα του Κουκοτιάνου για να κτίσει σπίτι, σε αντίθετη περίπτωση θα γίνονταν τρία μερίδια, οπότε αν βρισκόταν γαμπρός για τη Σταματούλα διαμελίζονταν στα τρία το σπίτι, άρα αποκλείονταν να μένει ακέραιο προικοσύμφωνο, παρόλο που ο παπαΖαννής είχε κτίσει το σπίτι αυτό αποκλειστικά για να προικιστεί η Σταματούλα. Προτιμούσαν τα αδέλφια της να μείνει αυτή στο ράφι αρκεί να είχαν και αυτοί στέγασμα, μια και ο παπαΖαννής δεν είχε αφήσει διαθήκη διά της οποίας της προίκιζε το σπίτι που είχε κτίσει γι’ αυτό το σκοπό (η παροιμία λέγει, παπά παιδιά, διαβόλου εγγόνια). Οντως ήταν όλοι τους διαβόλου εγγόνια όπως αποδείχτηκε αργότερα. Τελειώνοντας μου είπε η θεία Ανεζιώ, θα το κάνεις για τη Σταματούλα. Τη ρώτησα και τι έχουν σκοπό να δώσουν στην αδελφή τους τη Φρατζέσκα. Να κάνουν όλα τα έξοδα τα συμβολαιογραφικά και να σου δώσουν 5.000 δραχμές για να υπογράψεις. Αν συμφωνείς καλώς, ειδ’ άλλως εκείνοι δεν μοιράζουν, ας μείνουν έτσι μπερδεμένα τα πράγματα, εκτός εάν θέλεις φέρε δικαστήριο, πλήρωσε το και πάρε το μερίδιο της πεθεράς σου. Να ξέρεις όμως ότι έχουν μια απόδειξη προς τον παπαΖαννή όταν ήλθε στην Πόλη για να παντρέψει την Φρατζέσκα, ότι του μέτρησε 20 χρυσές λίρες, Αυτές οι 20 λίρες ήταν από τη δούλεψη που είχε κάνει ως υπηρέτρια στην Πόλη, πριν παντρευτεί η Αμια Φρατζέσκα. Αίσχος, ο παπαΖαννής κόντεψε να φάει ξύλο στην Πόλη από τον Μασπύρο, όταν τον πήρε πρέφα ότι είχε σκοπό γυρίζοντας στην Ανδρο να καρπωθεί τα λεφτά της κόρης του της υπηρέτριας. Μήπως δεν είχε στείλει και την Ανεζιώ στην Πόλη και ως υπηρέτρια; Υποχώρησα, που να τα βγάλω πέρα με τόσους καταραμένους εγώ, ένας ξένος στο χωριό τους. Πήγαμε στη Χώρα στο συμβολαιογραφείο πήρα τις 5.000, υπέγραψα και έφυγα για το χωριό. Ο Μιχάλης δεν παραχώρησε το μερίδιο του στη Σταματούλα. Το σπίτι μοιράστηκε στα τρία. Ο Μιχάλης πήρε στο μπροστινό μέρος ένα δωμάτιο, μια κουζίνα και μέρος από το υπόγειο. Εβγαλε τη μεσόπορτα που επικοινωνούσε με το υπόλοιπο σπίτι και  την έκτισε με τούβλα, άνοιξε καταπακτή και κατέβαινε στο υπόγειο και εκεί έκτισε το άνοιγμα που έβγαινε στο υπόλοιπο υπόγειο.  Απομόνωσε κατ’ αυτό τον τρόπο το μερίδιο του.  Οσο για το κτήμα του κομματιού του όταν θέλησε να οικοδομήσει, ξόδεψε πολλά λεφτά για να βρει θεμέλιο για να κτίσει. Ανώφελα τα χώματα, ήταν σάπια. Οσο βαθειά και να έσκαβε δε βρήκε βράχο να στηριχτεί η οικοδομή. Αναγκάστηκε να αγοράσει ένα αμπελάκι στο Λεμπινοχώρι να το χρησιμοποιήσει για οικόπεδο να κτίσει. Στο υπόλοιπο σπίτι έμειναν στο εξής, Γιώργης (Πολέμης Γιώργης του παπαΖαννή (111222) #143 info) και Σταματούλα. Εμειναν άγαμοι μέχρι τέλους της ζωής τους. Ευθύς αμέσως απαγόρεψε την Ανεζιώ ο Μιχάλης να έρχεται σε επαφή με μας, ούτε και μια καλημέρα να λέει της Ελισώς.  Οταν έλλειπε κατέβαινε η Ανεζιώ μέσα από τα κτήματα της και κουβέντιαζαν κρυφά και έφευγε η θεία στα γρήγορα, μην τυχόν και δει ο Μιχάλης και της κάνει σκηνές. Οταν πήγαινε η Ελισώ να δει τη θεία της τη Σταματούλα, κρυφομιλούσαν με την Ανεζιώ και τη Φωφώ (Πασχάλη Φωφώ του Σωκράτη (111212) #149 info) πίσω από τον τοίχο που χώριζε τα σπίτια τους. Δύο χρόνια κράτησε αυτή η απαγόρευση, μετά ξαφνικά έγινε η συμφιλίωση η οποία είχε και αυτή το σκοπό της. Οταν έκτισε ο Μιχάλης το σπίτι του, δεν μου παρήγγειλε να του κάνω την ξυλεία του. Αυτή η ενέργεια ήταν καταπέλτης για το χωριό. Με ρωτούσαν, γιατί ο θείος σου δεν σου έδωσε να κάνεις τα κουφώματα του; Τους απαντούσα, ρωτήστε τον ίδιο, εμείς δεν μιλιούμαστε. Είχα συμφωνήσει εκείνες τις ημέρες να κάνω το γιαπί του Καρή (Κυρτάτας Ιωάννης του Μιχαήλ (Καρής) (1122144) #3712 info). Του είχα κάνει προηγουμένως μερικές μικροδουλειές και ήταν ευχαριστημένος, μάλιστα στο καφενείο παίζαμε και πρέφα μαζί. Οταν μαθεύτηκε στο χωριό ότι την ξυλεία του θείου θα την κάνει ένας αρβανίτης μαραγκός και όχι εγώ, άρχισε να με αποφεύγει ο Καρής, ως που μια μέρα μου είπε ότι εφόσον ο θειος σου δεν σε προτίμησε, κάτι τρέχει με σένα, γι’ αυτό διστάζω να σου αναθέσω να κάνεις το γιαπί μου. Του απάντησα, δικαίωμα σου να μη μου δώσεις τη δουλειά. Δικαίωμα και δικό μου αν μου τη δώσεις να μη στην κάνω, άντε να βρεις ένα καλύτερο μαραγκό από μένα να σου δουλέψει, ας είναι καλά οι ξένοι, είμαι φορτωμένος από δουλειές. Τράβηξα για το μαγαζί μου και δεν πέρασαν 15 λεπτά και να σου ο Καρής. με τα λεφτά στο χέρι, ήλθε να μου δώσει καπάρο. Τι είχε συμβεί; Μόλις πήγε στο σπίτι του και είπε τη συζήτηση που είχε με μένα, η γυναίκα του και η κόρη του μόνο που δεν τον έδειραν, τέτοια κατσάδα που του έκαναν που πήρε το καπάρο που είχαμε συμφωνήσει και έτρεξε να μου το δώσει. Τού έδωσα μια απόδειξη και πήγαμε και με κέρασε. Και τώρα, ιδού ποιος ήταν ο σκοπός της συμφιλίωσης με τον Μιχάλη. Υστερα από δυο χρόνια που ήλθε στην Ανδρο, θέλησε να αποτελειώσει την ξυλεία του σπιτιού του.  Του έλλειπε ακόμα να κάνει τα πατώματα και τη σκάλα που θα συνέδεε εσωτερικά το κάτω πάτωμα με το επάνω. Για τα πατώματα θα έβρισκε μαραγκό ξένο, αλλά για τη σκάλα ποιος άλλος ήταν σκαλάς στο νησί εκτός από τον Μισιρλή. Υστερα από τις αγάπες μας με φώναξε να του κάνω τη σκάλα και τα πατώματα. Θα πάρεις τα ξύλα εσύ του είπα και θα στα κάνω μεροκάματο. Για τη σκάλα θέλω 5.000 δραχμές. Γιατί δεν κάνεις και τη σκάλα μεροκάματο με ρώτησε. Από τις σκάλες περίσσευαν τα μισά σχεδόν ξύλα σε λοξά κομμάτια τα οποία μεταχειρίζομαι σε τάκους, σε μικροδουλειές γι’ αυτό δεν με συμφέρει μεροκάματο, τι θα τα κάνεις τα ξύλα που περισσεύουνε, άλλωστε η σκάλα ετοιμάζεται στο μαγαζί και μοντάρεται εδώ, απάντησα. Σκέφτηκε λίγο, καλά θα σου δώσω τις 5.000 αλλά θα σε βοηθήσω εγώ στα πατώματα, τα καταφέρνω μου είπε. Καλύτερα για μένα, πνίγομαι στις δουλειές, εγώ θα καρφώνω και εσύ θα ροκανίζεις θείε. Πρώτα θα κάνουμε τα πατώματα του είπα για να πάρω τις αλφαδιές και ύστερα τη σκάλα. Ετσι έγινε η δουλειά του Μιχάλη που ως γνώστης που ήταν λίγο της μαραγκοσύνης είδε τη διαφορά της δουλειάς μου από την πρώτη που του είχε κάνει ο Αρβανίτης. Το μεσημέρι έτρωγα στο σπίτι του. Μα και εγώ μόλις έτρωγα έπιανα δουλειά.  Το κέρδος μου από τη σκάλα ήταν 2.850 δραχμές, τον εκδικήθηκα εν ολίγοις. Τον Οκτώβριο πάντρεψε την κόρη του ο Καραγιάννης με τον καθηγητή του γυμνασίου, Κορακίτης λεγόταν και ήταν πατριώτης του.  Στο γάμο ο Δεσπότης Φιλάρετος που είχε προσκληθεί ιδιαιτέρως  από τον παπά Καραγιάννη χοροστάτησε. Από το 1933 μέχρι το 1935 δηλαδή αυτά τα δύο χρόνια πέρασαν ομαλά. Τον Μάρτιο του 1935 ξέσπασε η μεγάλη ναυτιλιακή κρίση. Ναύλοι δεν υπήρχαν, τα καράβια έδεναν το ένα πίσω από το άλλο. Το χωριό άρχισε να γεμίζει άνδρες. Μέχρι τον χειμώνα όλο και αρμένιζαν μερικά καράβια τα οποία και αυτά λόγω της επεκτεινόμενης απραξίας στις ναυλώσεις. Το Αμπελάκι της Σαλαμίνας που έδεναν τα Ελληνικά καράβια ονομάστηκε Νεκροταφείο Βαποριών. Οι δουλειές στο χωριό άρχισαν να σταματούν. Οσοι από τους καπεταναίους ήταν παραλήδες δάνειζαν στους δικούς τους για να διευκολυνθούν. Τα βερεσέδια στα μπακάλικα πλήθαιναν. Τότε φάνηκε πόσο σερμαγιαλής ήταν ο Θεοδόσης ο Φαλαγκάς (Φαλαγκάς Θεοδόσης του Σταμάτη (1473) #863 info) ο μπακάλης που με υποστήριζε στην αρχή που ήρθα στο χωριό. Κάθε 15 μέρες ερχόταν ένα καΐκι φορτωμένο τρόφιμα και αλεύρια για λογαριασμό του. Ο φούρνος του που είχε στο υπόγειο του μαγαζιού του δούλευε μέρα - νύχτα. Παρόλο όμως που πίστωνε τους χωριανούς, δεν επωφελήθηκε της κατάστασης, ανατιμώντας τα τρόφιμα. Φυσικά δεν έχασε ούτε δεκάρα από τα βερεσέδια, τα πληρώθηκε ολίγον κατ’ ολιγον όταν ύστερα από ενάμισι χρόνο άρχισαν να λύνουν τα καράβια και να μπαρκάρουν οι ναυτικοί του χωριού.  Κέρδισε όμως πολλά λεπτά γιατί είχε σχεδόν μονοπωλήσει το εμπόριο του χωριού. Ξενοίκιασα τότε και εγώ το μαγαζί μου και την αποθήκη και νοίκιασα ένα μαγαζί σε ένα στενοσόκακο της Μαργαρώς. Από τους μαστόρους μου έμεινε μόνο ο Φυρίος από τις Μαίνητες. Οταν χρειαζόμουν ξύλα από τη Χώρα έπαιρνε τη γαϊδούρα του πατέρα του, περνούσε από τη Χώρα, φόρτωνε τα ξύλα και ερχόταν στο χωριό. Είχα και αυτό το όφελος τότε. Τα άλλα τρία μαραγκούδικα του χωριού έκλεισαν. Εμεινε μόνο ο Αντώνογλου. Τότε φάνηκε και το λίγο όφελος που είχα από την ψαλτική. Τον Ιούλιο έφυγε ο παπάς Καραγιάννης και ανέλαβα ψάλτης στην Παναγία του επάνω χωριού. Παπάς πλέον ήτανε ο Νικόλαος Βασιλόπουλος (Βασιλόπουλος παπαΝίκος του Ιωάννη (1) #2401 info) ο πατέρας του Μιχαλάκη (Βασιλόπουλος Μιχαήλ του Νικολάου (13) #2520 info) που έκανε παρέα στα γλέντια μας. Ειχε διοριστεί τότε καθηγητής της Φιλολογίας στο Γυμνάσιο της Ανδρου. Το Νοέμβριο έδεσε και το καράβι του καπετάν Κυρτάτα του Λιλιδώρη (Κυρτάτας Νικόλαος του Μιχαήλ (11221333) #2545), το Αφρόεσσα. Ηλθε ο καπετάν Νικόλας στο χωριό, σε λίγες μέρες επωφελούμενος από την οικονομική κρίση που είχε ως συνέπεια την έλλειψη χρημάτων από τους ναυτικούς, αγόρασε από ένα χωραΐτη το κτήμα του που είχε στα Γιάλια των Στενιών. Αμέσως έβαλε να κτίσει ένα διώροφο σπιτάκι, είδος βίλας. Με κάλεσε στο σπίτι του. Τώρα βρε Μισιρλή τα σπίτια τα κάνουνε με πλάκες από μπετόν αρμέ. Εσύ μου έκανες την κουζίνα και το σοδιαστικό μπετόν αρμέ. Τι λες, θα τα καταφέρεις και τώρα που φτιάχνω το σπιτάκι στο κτήμα; Εσύ τι λες καπετάν Νικόλα, θα τα καταφέρω; Γέλασε η Ειρήνη (Κουτσούκου Ειρήνη του Χαριλάου (11115) #2565 info) η γυναίκα του, έλα Νικολό δικαστήριο κάνεις τώρα, άντε να δεις τα μπαλκόνια που έκανε ο Μισιρλής του Πίκουλου και του Τζουμέζη και ύστερα μίλα. Αυτό το κλάδο του καλουπώματος τον είχα μάθει στου Καβάδα στην Αθήνα και να τώρα που θα μου χρησίμευε για να ανταπεξέλθω τον χειμώνα με την ανεργία που επέρχονταν λόγω της ναυτιλιακής κρίσης που μάστιζε το χωριό. Συμφωνήσαμε, μου έδωσε λεφτά να προμηθευτώ ξύλα πριν να χειμωνιάσει. Τα ξύλα τα ξεφόρτωσε το καΐκι στα Γιάλια τη υποδείξη του Μπόνη του ξυλέμπορα μου. Τα στοίβαξα στο σπίτι του αδελφού του, του μαστροΔημήτρη (Κυρτάτας Δημήτριος του Μιχαήλ (11221331) #2543 info), Α’ μηχανικού, λίγο παρακάτω από το κτήμα. Το χειμώνα κρατούσαμε τον Φυρίο να κοιμάται στο σπίτι μας όταν ήταν κακοκαιρία. Ηταν λίγο αγαθός αλλά υπάκουος. Η Ελισώ είχε γεμίσει ένα ντενεκέ ξερά σύκα για να τρώει το χειμώνα. Της είχανε πει σε κάθε ντάνα να βάζει δαφνόφυλλα και να πατάει τα φουρνισμένα σύκα. Εκείνη κάθε ντάνα που έστρωνε, έβαζε ένα πανί και τα πατούσε με τα πόδια της. Οταν ανοίξαμε τον ντενεκέ τον χειμώνα, είχαν γίνει μια μάζα, που να ξεκολλήσουνε. Ο Φυρίος τα ξεκολλούσε με ένα κοπίδι και τα τρώγαμε σκασμένοι στα γέλια. Βασανιζότανε ο φουκαράς να τα ξεκολλήσει αλλά ήταν υπομονετικός. Δουλεύαμε στο μαγαζί μέχρι 9 ή 10 τη νύχτα με φως δυο μεγάλους ντενεκέδες που τους είχαμε βάλει σωλήνες για να φέγγει με την ασετιλίνη που πιττακώναμε από νωρίς. Μια φορά, είχαμε εξασφαλίσει το ψωμί μας για τον χειμώνα χάρις το γιαπί του καπετάν Νικόλα. Ο πατέρας του Φυρίου ήταν οργανοπαίκτης, έπαιζε λαούτο. Κάθε χρόνο στα χοιροσφάγια του μας καλούσε στις Μαίνητες, στο χωριό του και γλεντούσαμε τρεις μέρες συνέχεια. Τον Τάκη τον αγαπούσε πολύ ο Φυρίος, έφερνε τη γαϊδούρα του και τον πήγαινε στο χωριό καβάλα. Ηταν πολύ φιλόξενοι άνθρωποι οι γονείς του. Τώρα τον χειμώνα τον κοιμίζαμε και τον ταΐζαμε στο σπίτι μας. Εφυγε το 1935 και μπήκαμε στο 1936. Ολεθρος οικονομικός για τους ναυτικούς του χωριού μας. Τα καφενεία γεμάτα άντρες από την τσιγαρίλα που επικρατούσε σ΄αυτά κάθε τόσο, παρά το τσουχτερό κρύο, άνοιγαν τα παράθυρα για να φύγει ο καπνός. Τη Σαρακοστή μου είπε ο καπετάν Νικόλας, για κάνε μου ένα σχέδιο για Επιτάφιο, θέλει η Ειρήνη να τον δωρίσει στον Αη Γιώργη για τη Λαμπρή. Αυτός που είχε η εκκλησία ήταν σαράβαλο. Πήγα στη χώρα και ξεσήκωσα το σχέδιο του Επιταφίου της Μητροπόλεως, έτσι λεγόταν η εκκλησία, η Παναγία της Χώρας. Τον είχε κάνει ένας Τηνιακός, άριστος τεχνίτης. Για να μη με πάρουν είδηση, μπήκα κρυφά από την πόρτα του ιερού. Είχε ένα θόλο στη μέση του αετώματος. Εγώ, για να μη μοιάζει πρόσθεσα και δυο μικρούς θόλους δεξιά και αριστερά του μεγάλου θόλου. Εκανα το σχέδιο με κλίμακα, όπως θα γινόταν σε ένα μεγάλο κοντραπλακέ και φώναξα τον καπετάν Νικόλα για να το δεί. Ηλθε και η Ειρήνη η γυναίκα του μαζί στο μαγαζί μου. Τον άρεσαν, καλός είναι Μισιρλή, αλλά θα κοστίσει ακριβά μου είπε. Από σένα του είπα, τρώγω χρόνια ψωμί, δώσε μου λεφτά να αγοράσω τις καρυδιές και για την εργασία μου θα μου πληρώσεις μόνο τα μεροκάματα και όσα μου πάρει ο σκαλιστής. Εμένα μη με μπερδεύεις με ξύλα, με μεροκάματα και σκαλιστάδες, μια και έκανες το σχέδιο ξέρεις και πόσο θα κοστίσει, έλα, εμένα με ξέρεις, δεν θέλω αλεπουδίστικες συμφωνίες, πες μου πόσα θέλεις. 16.000 του είπα. Θα σου δώσω 15.000 και ο Θεός και η ψυχή σου Μισιρλή. Τα σκαλίσματα μου τα έκανε ο θείος Γιώργης. Αργούσε να τα κάνει γιατί ήθελε και αυτός να δείξει την τέχνη του. Είδα και έπαθα να την τελειώσω αυτή τη δουλειά μέχρι τη Μεγάλη Τετάρτη. Αντί για λούστρο αγόρασα έτοιμο ευρωπαϊκό βερνίκι. Μια ολόκληρη νύχτα δουλεύαμε με τον Φυρίο να το βερνικώσουμε. Το πρωί πήγαμε για ύπνο. Το απόγευμα είχε στεγνώσει ευτυχώς, τον πήγαμε και τον παραδώσαμε στην εκκλησία. Ενα πεντακοσάρικο κόστιζε αυτό το κουτί το βερνίκι, αλλά ο επιτάφιος άστραφτε. Οσο καιρό δούλευα στον επιτάφιο είχα σταματήσει τη βιλίτσα στα Γιάλια. Οταν είχα καλουπώσει την πρώτη πλάκα είχα καλέσει δυο αδέλφια σουβατζήδες να με βοηθήσουν στο ρίξιμο του μπετόν. Είχα ετοιμάσει όλα τα υλικά και είχα δυο εργάτες να μου κάνουν τα χαρμάνια. Ηλθαν οι Ξιγιάννηδες, έτσι λέγονταν οι σουβατζήδες, είδαν τα καλούπια και άρχισαν να φέρνουν αντιρρήσεις. Εμείς δεν έχουμε ξανακάνει τέτοια δουλειά, μου είπαν, δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη. Δεν έχουμε σκοπό να πάμε φυλακή για σένα, αν πέσει η πλάκα και σκοτωθεί κανένας μου είπαν. Ποια ευθύνη αναλαμβάνετε σεις τους είπα. Εγώ είμαι υπεύθυνος για όλα και αν σκοτωθεί κανείς, αυτός θα είμαι εγώ που βάζω τους στύλους από κάτω. Εχετε σκοπό να δουλέψετε; ναι ή όχι; Αντί απαντήσεως μάζεψαν τα εργαλεία τους και έφυγαν. Τι διάβολο να κάνω εγώ, ήμουν υποχρεωμένος να κάνω τον μπετατζή. Εστειλά τον Κωνσταντή και έφερε δυο εργάτες που δούλευαν στο κτήμα του Μπαμπαούνα και αρχίσαμε τη δουλειά. Είχαν περάσει περίπου δύο ώρες και να σου βλέπω τον καπετάν Νικόλα να μπαίνει στο κτήμα έξαλλος και να ξεφωνίζει. Σταμάτα Μισιρλή, τι μου σκάρωσες βρε, τι σου χρωστάω εγώ να μου κάνεις αυτή την καλαφασάδα, σταμάτα, δεν θέλω πια τη δουλειά σου κλπ. Τι είχε συμβεί; οι Ξιγιάννηδες είχαν πάει στο σπίτι του και του είχαν πει οτι θα βρει το μπελά του μια και έμπλεξε με ένα τρελό που από μαραγκός έκανα τον μπετατζή. Γι’ αυτή τη δουλειά χρειάζεσαι άδεια από μηχανικό, ειδ’ άλλως θα πας φυλακή καπετάνιε. Η πλάκα θα πέσει. Τον άφησα να ξελαρυγγιάζεται και εξακολουθούσα τη δουλειά μου νευριασμένος. Βρε Μισιρλή, σταματάς βρε ή θα φέρω χωροφύλακα να σε χώσω μέσα. Να πας να φέρεις χωροφύλακα καπετάνιε. Εγώ θα ρίξω την πλάκα και εσύ να με χώσεις φυλακή όταν πέσει η πλάκα. Ο καιρός είναι στο βοριά, θα μας χαλάσουν τα τσιμέντα. Δεν το έλπιζα από σένα, να σε τυλίξουν δυο γομάρια χωριάτες, δεν καταλαβαίνεις ότι αυτοί οι ρουφιάνοι πάνε να μου κάνουν αντίπραξη; Εγώ δε σου έκανα την πλάκα στην κουζίνα και στο σοδιαστικό σου, εγώ έριξα μπαλκόνια που κρέμονται στον αέρα και τώρα θα μου πέσει η πλάκα που στέκεται σε τέσσερα ντουβάρια, μα τόσο βλάκα με περνάς ώστε να θέλω μόνος μου το σκοτωμό μου; Εγώ δε θα βγάλω τους στύλους, εγώ δε θα είμαι από κάτω; Τράβα πήγαινε στην Αστυνομία και αν δεν σε κοροϊδέψουνε να μου τρυπήσεις τη μύτη. Καλά Μισιρλή, φράγκο δεν θα πάρεις από μένα, αν δεν ξεκαλουπώσεις πρώτα, να! έχω μάρτυρες, ότι διάβολο θέλεις, κάνε, εγώ φεύγω. Ωρα καλή, καλό δρόμο καπετάν Νικόλα. Αν δεν πέσει η πλάκα, όμως ξέρε το οι Ξιγιάννηδες δεν θα μου σουβαντίσουν το σπίτι, έχω και εγώ μάρτυρες.  Παράτα με ήσυχο και κοίτα τα χάλια μου.  Κοντεύεις να με σκάσεις. Εφυγε και πήγε στην πόρτα του κτήματος και κάθησε στο σκαλοπάτι της. Τον έβλεπα που άναβε το ένα τσιγάρο  πίσω από το άλλο. Μπρος παιδιά, ότι ώρα τελειώσει η πλάκα θα σχολάσετε. Κάντε κουράγιο μη βρέξει και γίνουμε μουσκίδι, θα σας κεράσω στου Μπιζαντέ (σημ. Μπιζαντές ο Μιχάλης Πρώιος (μπακάλης στο Συνοικισμό) πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, δεν ανήκει στα Στενιώτικα δέντρα, έμενε αρχικά στα Γιάλια) είπα στους εργάτες μου. Από το κακό μου έτρεμαν τα χέρια μου. Τα παπούτσια μου είχαν γεμίσει τσιμέντα. Τα έβγαλα και δούλευα ξυπόλητος. Μου φάνηκε σαν να είχε σκεφτεί τα λόγια που του είπα και ένοιωθε μετανοιωμένος. Το μεσημέρι ήλθε η γυναίκα του με ένα καλάθι στον ώμο. Εφερνε τα κεράσματα για τα καλορίζικα. Το είδε που καθόταν μουτρωμένος στην πόρτα. Τι έχεις Νικολό; Αντε ρώτα τον Μισιρλή, τι έχω να σου πω, εκείνος να σου πει. Ακούμπησε το καλάθι και ήλθε κοντά μου. Τι πάθατε Μισιρλή με ρώτησε. Της είπα φρενιασμένος, δεν το ήξερα ότι ο καπετάν Νικόλας θα πιανότανε κορόιδο των Ξιγιάννηδων και της διηγήθηκα τι είχε συμβεί. Καλά, μην του αντιμιλάς Μισιρλή,  ότι κι’ αν σου πει. Ξέρε το όμως ότι σε αγαπάει και σε υποστηρίζει όσο κανένας στο χωριό μας. Αυτό το ξέρω, γι’ αυτό μου έρχεται να δώσω μια σκεπαρνιά στο κεφάλι μου. Εγώ πάω να τον ευχαριστήσω και τώρα με βλέπεις πάω να αρρωστήσω, της είπα. Ωχ κακόμα Μισιρλή γύρευε τη δουλειά σου, θα του περάσει. Υστερα από το γιαπί θα σου παραγγείλει να μας κάνεις τα έπιπλα του σαλονιού. Μην τον συνορίζεσαι. Μας κέρασε, της ευχηθήκαμε τα καλορίζικα και τότε μόνο σταμάτησα και έκανα τσιγάρο. Σκόρπισαν τα σύννεφα και βγήκε ήλιος.  Εβγαλα τα μαδέρια της σκαλωσιάς για να μην ανέβει κανένας περίεργος επάνω, γιατί ήταν το πρώτο γιαπί που γινόταν από μπετόν αρμέ. Δεν ήταν παράξενο να ανεβεί κανείς επάνω για να δει. Είμαστε νηστικοί όλοι. Τους πήγα στου Μπιζαντέ να φάμε και να πιούμε. Σε λίγο ήλθε η Ειρήνη και μας έφερε το καλάθι με τα φαγιά της και τα άπλωσε στο τραπέζι. Εγώ φεύγω Μισιρλή, δωσ’ του Κωνσταντή το καλάθι να μου το φέρει στο σπίτι. Ο καπετάν Νικόλας άφαντος. Κατά το βράδυ είμαστε τάπα στο μεθύσι. Πήγα να πληρώσω τον Μπιζαντέ, θα τα πληρώσει η καπετάνισσα μου είπε. Οταν ύστερα από 15 μέρες ξεκαλούπωσα σταμάτησε και το σούσουρο που γινόταν εις βάρος μου στο χωριό. Τους σουβάδες τους ανέθεσα σε ένα Κουτέλη. Μιλιά οι Ξιγιάννηδες που έκαναν πάντα τις δουλειές του καπετάν Νικόλα, ο οποίος έλεγε πια για μένα: Παρ’ τον Μισιρλή στη δουλειά σου και πέσε στον ύπνο. Ασ’ τον να κάνει ότι θέλει, είναι γλωσσάς αλλά εντάξει στη δουλειά του. Είναι μάστορας με κογιόνια. Η κρίση εξακολουθούσε να μαστίζει το χωριό. Το Σεπτέμβρη του 1936 άρχισαν να ξεκινούν τα καράβια, το χωριό άρχισε να αδειάζει μέχρι τις αρχές του 1937 κανείς δεν υπήρχε πια ξέμπαρκος, το χωριό άρχισε να ζωντανεύει σιγά-σιγά. Μετά το πέρας του γιαπιού του ο Καπετάν Νικόλας μου παράγγελλε το σαλόνι του σπιτιού του. Είχε κάτι δρύινες τάβλες ρωσικές, με αυτές θα έκανε τα έπιπλα του. Τον Οκτώβρη ο Σπύρος γράφτηκε στο Δημοτικό σχολείο Στενιών. Ο Τάκης ήταν στην έκτη τάξη, πάντα πρώτος μαθητής. Τώρα, έδειχνε και του Σπύρου όπου είχε λάθη, και όχι μόνο αυτό, αλλά έρχονταν στο σπίτι και μερικά χωριανά παιδιά και τα βοηθούσε όπου είχαν ελλείψεις στα μαθήματα τους. Τον χειμώνα οι δουλειές ήταν πολύ περιορισμένες. Κανείς ξένος μαραγκός στο χωριό πια δε δούλευε. Ηρθε το 1938. Αρχισαν να κουνιούνται λίγο οι δουλειές. Τότε παντρεύτηκε ένας μαραγκός από τα Αποίκια, Πέτρος Ρούσσος ονόματι την κόρη του (σημ. λέξη δυσανάγνωστη) ιερέως του Αγίου Γεωργίου. Ανοιξε μαγαζί στο χωριό και άρχισε για να αποκτήσει πελατεία, να ξεπέφτει τις τιμές των ξυλουργικών εργασιών. Το Μάρτιο άρχισε να κτίζεται ένα μεγάλο σπίτι του καπετάν Μιχάλη Μάνεση (Μάνεσης Μιχάλης του Λεονάρδου (1111256) #463 info). Τη δουλειά την επιστατούσε ο κουνιάδος του ο Μηνάς (Εξαδάκτυλος Νικολός του Γιάννη (12) #803 info), πολύ φίλος και υποστηρικτής μου. Είχε 6 γιους (σημ. στην πραγματικότητα 5 γιους) ο ένας καλύτερος από τον άλλο, όλοι διπλωματούχοι. Ολες τις δουλειές τους τις έκανα εγώ. Συνεπώς και αυτό το γιαπί θα το έκανα εγώ. Άρχισαν ο παπάς και ο γαμπρός του Ρούσσου να καλοπιάνουν τον εξάδελφο του Μάνεση τον Σπούγια (Κουτσούκος Ανδρέας του Λεωνίδα (Σπούγιας) (1183) #837 info), που ήταν παντοπώλης, ο οποίος πάλι κρυφά είχε καταφέρει την γυναίκα του καπετάν Μιχάλη την Αννα (Σελά ή Σιγάλα Αννα του Ιωάννη (11224) #1656), όταν τελείωνε το κτίσιμο να δώσει την ξυλεία στον Ρούσσο. Τα λεπτά όμως της οικοδομής τα διαχειρίζονταν ο Μηνάς. Αυτός πλήρωνε τον εργολάβο που έκτιζε το σπίτι, αυτός είχε συμφωνήσει με τους σοβατζήδες, αυτός είχε υποσχεθεί σε μένα την ξυλεία και μάλιστα ο ίδιος ο καπετάν Μανεσης φεύγοντας μου είχε πει, Μισιρλή, θέλω δουλειά πρώτης. Θα σου κάνω τζαμόπορτες με κρύσταλλα αλά Αθήνα καπετάν Μιχάλη και πατώματα παρκέ, μόνο θα σου στοιχίσουν λίγο ακριβότερα από τις συνηθισμένες δουλειές του χωριού. Δεν με νοιάζει η τιμή, όσο που θέλω να γίνει η ξυλεία μου πρώτης, μου είχε πει. Ηταν αρχικαπετάνιος της Εταιρίας Εμπειρίκου και πήγαινε να παραλάβει ένα καινούριο καράβι στην Ιαπωνία, από τα σκαριά. Εν τω μεταξύ η Ελισώ ετοιμάζονταν να πάει στην Πόλη με τους γιους μας να τους δουν οι δικοί μας, τα ανίψια, μετά τις εξετάσεις. Ημουνα σίγουρος οτι θα πάρω αυτή τη δουλειά του μεγάλου γιαπιού του Μάνεση, οπότε θα είχα διαθέσιμα λεπτά να δώσω στην Ελισώ για τα διαβατήρια και τα λοιπά έξοδα του ταξιδιού της Πόλης. Εν τω μεταξύ άλλοι μου έσκαβαν κρυφά το λάκκο που τελικά θα έπεφταν αυτοί μέσα και το ταξίδι θα πραγματοποιούταν. Μόλις τελείωσε το κτίσιμο πήγα και τελείωσα τη δουλειά. Εβγαλα ένα λεπτομερή λογαριασμό και τον πήγα στον Μηνά 92.000 δραχμές. Ο Μηνάς τον πήρε και τον πήγε στη νύφη του την καπετάνισσα. Αυτό περίμεναν να ακούσουν οι αντίπαλοι μου. Πήγε ο Σπούγιας ως εξάδελφος της και την κατάφερε και του έδωσε την προσφορά κρυφά από τον Μηνά. Και την άλλη μέρα τη βρήκα και μαζί με την προσφορά τη δική μου και την προσφορά του Ρούσσου και αυτή λεπτομερώς υπολογισμένη 70.000. Διαφορά αναμεταξύ μας 22.000. Ο δόλιος σκοπός των φάνηκε σε τι απέβλεπε. Ο Ρούσσος μοναχογιός ενός κτηματία από τα Αποίκια, μπορούσε και με ζημιά ακόμη να την κάνει τη δουλειά σ’ αυτή την τιμή διότι ήταν άγαμος και δεν είχε οικογένεια. Θα τον βοηθούσε και ο πατέρας του, αρκεί να έπαιρνε αυτός αυτή τη δουλειά για να εδραιωθεί στις Στενιές και να ακουστεί ως ο πλέον συμφέρων μαραγκός στο χωριό και να με ξεριζώσει εμένα από το χωριό γιατί εγώ ως οικογενειάρχης με νοίκια  σπίτι και μαγαζί δεν μπορούσα να τον συναγωνιστώ. Το βράδυ με φώναξε ο Μηνάς στο σπίτι του, ήταν εκεί και η νύφη του. Βρε Μισιρλή μου είπε εκείνος για κοίτα εδώ την προσφορά του Ρούσσου, επειδή εγώ σ υποστηρίζω, εσύ γυρεύεις να με παλουκώσεις, δεν το περίμενα αυτό από σένα. Διάβασα το χαρτί του Ρούσσου. Κατάλαβα το σκοπό του ανταγωνισμού. Μα εδώ είπα, βλέπω τιμές μόνο. Δεν είναι γραμμένα λεπτομερώς η ποιότητα της ξυλείας και τα σχέδια σύμφωνα με τα οποία θα εκτελεστεί η εργασία. Ησουνα μπροστά Μηνά όταν συζητούσα με τον καπετάν Μιχάλη τις λεπτομέρειες της μαραγκοσύνης και τι μου είπε όταν έφυγε. Δεν πιστεύω να καταδεχτεί ο Μάνεσης σε ένα σπίτι που θα κοστίσει 450.000 να τοποθετηθούν κουφώματα της τελευταίας σειράς. Που βλέπετε εδώ πόρτες κρυστάλλινες, πατώματα παρκέ που είναι η βιβλιοθήκη που μου παρήγγειλε ο καπετάν Μιχάλης με γραφείο συρταρωτό από κάτω; Ακου εδώ Μανεσίνα, κατάλαβα τι έγινε. Εγινες ένα με τον Σπούγια, του έδωσες κρυφά το χαρτί μου, το έδειξε στο φίλο του τον Ρούσσο και για να μου κάνουν αντίπραξη μου σπάσανε την τιμή. Εγινε κατακόκκινη η Μανεσίνα. Αγρίεψε η Μόσχα η Μηνάδαινα (Μάνεση Μόσχα του Λεονάρδου (1111251) #464 info σύζ. Εξαδάκτυλου Νικολού του Γιάννη) η αδελφή του καπετάν Μιχάλη. Καλά λέει ο Μισιρλής, στείλε τα δύο χαρτιά του αντρός σου και ότι σου γράψει κάνε. Η Μόσχα η Μηνάδαινα ήταν συνομήλικη της πεθεράς μου, της Αμια Φρατζέσκα και πρώτες φιλενάδες από τα μικράτα τους στο χωριό. Οποτε δούλευα στο σπίτι τους, με τραπέζωνε. Η πεθερά σου είναι άγια γυναίκα μου έλεγε, δεν μοιάζει με τις αδελφές της, σαν να μην βγήκαν από την ίδια κοιλιά. Με υποστήριζε πολύ. Σηκώθηκε ο Μηνάς, πήγε στη διπλανή κάμαρα και μου έφερε ένα τσεκ 40.000. Βάλε μπρος Μισιρλή τη δουλειά. Εγώ έχω να κάνω καλά με τον Μάνεση, όσο για τον Σπούγια θα στον κανονίσω αύριο τον εβραίο. Και που να ήξερες Μηνά του είπα χώνοντας το τσεκ στην τσέπη μου, πως ο Ρούσσος έταξε του Σπούγια να του κάνει μια ντουλάπα δώρο αν του έδινε τη δουλειά και αυτό θα το γράψω του Καπετάν Μιχάλη. Οχι, όχι Μισιρλή άρχισε να τσεβδίζει η καπετάνισσα μην του γράψεις τίποτα, γυναίκα είμαι, μη με συνορίζεσαι. Νικολό φαγώθηκε μέρες τώρα να πηγαινοέρχεται ο Σπούγιας και αυτουνού μην  του πεις τίποτα, θα γίνουμε άνω κάτω. Ετσι, να χαρείς την Ελισώ και τα παιδιά σου μαστροΘόδωρε μην πεις τίποτα στο χωριό. Δε μου λες Μανεσίνα, εγώ σε έχω για έξυπνη γυναίκα. Οταν πας σε ένα εμπορικό και σου λένε αυτό το ύφασμα έχει 40 δραχμές ο πήχης, εκείνο 80 το άλλο 200. Το ίδιο είναι; Τώρα τι θα σου έλεγε ο Σπούγιας στο τέλος. Τόσα λεφτά, τόση δουλειά.  Γιατί τη δουλειά τη δική του την έδωσε σε μένα και τη δική σου ήθελε να τη δώσει στον Ρούσσο; Πες μου γιατί; Να στο πως εγώ. Εγώ ψωνίζω από τον Θεοδόση και ο τουρλόπαπας ο Παριανός ψωνίζει από τον Σπούγια, να γιατί ενδιαφέρεται ο ξάδελφος του.  Αυτό θα το κανονίσουμε Μισιρλή. Οσο δουλεύεις στο γιαπί, ψώνιζε από τον Σπούγια να βουβαθεί ο τσιφούτης, εν τάξει; Εχω το λόγο σου; Εντάξει Μηνά, καλά, συγγενής σας είναι, θα ψωνίζω από αυτόν. Το πρωί πήγα στην τράπεζα, πήρα τις 40.000. Κατέβηκα στην αποθήκη με περίμενε ο Φυρίος και άρχισα να φορτώνω τα ξύλα για το γιαπί του Μάνεση κατευθείαν.

 

επόμενη σελίδα 13. Ξεσπά ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Η Ιταλία επιτίθεται στην Ελλάδα. Παράλληλα εμφανίζεται παντού και η Μαύρη Αγορά.

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα