(11. Ο Θόδωρος αναλαμβάνει και ψάλτης στο Χωριό. Το 1931 γεννιέται ο δεύτερος του γιος, ο Σπύρος).

 

Πέρασαν 15 ημέρες όταν έφυγε, όταν ένα βράδυ ήλθα στο σπίτι μας και έπεσα στο κρεβάτι τρέμοντας και με πυρετό. Το πρωί δεν μπορούσα να σηκωθώ. Κόλλησα είπα, ελώδεις πυρετούς. Αρχισα τα κινίνα. Με το ζόρι σηκωνόμουνα ντυμένος με παλτό, παρόλη τη ζέστη τρέμοντας να πάω στο μαγαζί να δω τι κάνουν οι μαστόροι μου. Εξη μέρες με τα κινίνα βασανιζόμουνα όταν κρεβατώθηκα για τα καλά. Ευτυχώς ήλθε από την Αθήνα ο γιατρός ο Μπίστης (Μπίστης Νικόλαος του Μιχαήλ (11121) #4909). Με κοίταξε. Πάω στη χώρα μου είπε, στο γυρισμό θα σου φέρω ένα φάρμακο και θα γίνεις σύντομα καλά. Το μεσημέρι ήλθε, με ξανακοίταξε και μου έδωσε κάτι όστιες. Θα κατουράς πράσινα μου είπε, μη φοβηθείς. Να μην κατουράς στο αποχωρητήριο σας, ημπορεί να κολλήσει η γυναίκα σου και το παιδί σου. Δεν δέχτηκε πάλι κούρα, μόνο τα φάρμακα του πλήρωσα. Αύριο το πρωί θα ξαναπεράσω να σε δω. Επαιρνα μια όστια και ένα σιρόπι ταυτόχρονα, πήγαινα και κατουρούσα πίσω στο θεμέλιο του σπιτιού μας πράσινα. Σε δέκα μέρες έγινα καλά. Εγιανες, μου είπε ο γιατρός και ούτε πια πρόκειται να σου παρουσιαστεί ελονοσία, αυτή την ιδιότητα έχει το φάρμακο που σου έδωσα. Τρώε όσο μπορείς καλά τώρα, μου είπε. Ευτυχώς προλάβαμε τις σοβαρές συνέπειες που άφηνε αυτή η παλιοαρρώστια. Οσο καιρό ήμουνα στο κρεβάτι έρχονταν τα βράδια και μου έλεγε ο Αντώνογλου (Αντώνογλου Γεώργιος του Νικολάου (112) #4766) τη ζημιά που μου έκαναν ο Κόκκινος και ο Πατήρης, όχι μόνο δεν δούλευαν αλλά χασομερούσαν και τους άλλους και τα έβαζαν και μαζί του όταν τους έλεγε, βρήκατε ευκαιρία τώρα που αρρώστησε για να τον καταστρέψετε. Μόλις πήγα στο μαγαζί μούδιασαν τα βρωμόσκυλα. Τους μέτρησα τη δουλειά που τους είχα αφήσει και τους ρώτησα, αν ήτανε βρε μια δουλειά που θέλει 6 μέρες να τελειώσει, να πάει 15 μέρες, τι απαίτηση έχετε τώρα να σας πληρώσω. Μαζέψτε τα εργαλεία σας και φύγετε, δε σας δίνω παραπάνω από 7 μεροκάματα του καθενός, να η αστυνομία πάτε να βρείτε το δίκιο σας, έχω και εγώ τους μάρτυρες μου. Πήραν τα λεφτά τους και έφυγαν, ο ένας με καιρό πήγε στην Αμερική, ο άλλος μπαρκάρισε. Στη θέση τους ήρθε ένας Κεραμάς από τις Στραπουργιές και έπιασε δουλειά. Πάντως, είχα πάθει ζημιά περίπου 5.000 δραχμές. Πρώτη φορά στη ζωή μου είχα αρρωστήσει ύστερα από 31 χρονών που ήμουνα. Τώρα, από τον Αναστάση είχα κολλήσει, ή με είχε τσιμπήσει κουνούπι από ένα έλος που ήταν κοντά στο ποτάμι που ήταν κάτω από το σπίτι μας, γιατί πολλοί μας είπαν ότι η περιφέρεια εκείνη που ήταν το σπίτι μας, ήταν επιδεκτική για ελονοσία. Είχαν αρρωστήσει και άλλοι εκεί. Εν τω μεταξύ ο Μπουλμέτης είχε αρραβωνιάσει την κόρη του (σημ. κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τον Μπουλμέτη Γιάννη του Νικολάου και την κόρη του Μαρούλα). Επρεπε να βρούμε αλλού σπίτι. Βρήκαμε ένα στου Σκορδομαχαλά, αλλά η σπιτονοικοκυρά μου είπε ότι τα πατώματα της σάλας και της κρεβατοκάμαρας ήτανε σάπια. Μου έδωσε το κλειδί, άντε να δεις κι’ αν σου κάνει στο νοικιάζω. Πήγα, τα είδα, μέτρησα τη δουλειά, κόστιζε 3.500. Της είπα τί ενοίκιο θέλεις. Εγώ θα φτιάξω τα πατώματα και θα καθίσω δίχως ενοίκιο ως που να ξοφλήσω. 150 δραχμές το μήνα μου είπε. Συμφωνήσαμε να καθίσουμε δύο χρόνια δίχως ενοίκιο. Δέχτηκε, έτσι και αλλιώς ήταν ακατοίκητο. Αγόρασα ξύλα και έβαλα τον Φυρίο να δουλεύει. Οταν τελείωσε η σπιτονοικοκυρά έφερε τον Γαμπρούδη (Κουτέλης Νικόλαος του Δημητρίου (12) info) τον σοβατζή, έκανε τις επισκευές και το άσπρισε εκείνη. Ετσι, κουβαληθήκαμε εκεί πριν το χειμώνα. Ηταν ένα στενόμακρο σπίτι, είχε κατώγι δίπλα στον κήπο και πρασιά από πίσω. Ηταν σχεδόν το διπλό σε χώρο από αυτό που καθόμασταν και η βρύση κοντά. Είχε ένα σκρίνιο, έναν καναπέ και 6 καρέκλες. Τα επισκεύασα, τα λουστράρισα  και τα μεταχειριζόμαστε εμείς, έτσι ήταν η συμφωνία. Αγόρασα ένα καθρέπτη και τον βάλαμε πάνω σε ένα καρυδένιο κονσόλι σκαλιστό πού ήταν της συγχωρεμένης της νονάς μου, το είχε φέρει η Ελισώ από την Πόλη.  Και έτσι, γιόμισε το σπίτι μας, συμμορφώθηκε. Οσο απόμερο ήταν το σπιτάκι που αφήσαμε, τόσο συγκεντρωμένο ήταν το τωρινό μας σπίτι. Οταν καθόσουν στην αυλή του σπιτιού όλο το επάνω χωριό και μέρος του κάτω φαινόταν από αυτήν.  Και οι δύο γειτόνοι μας ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, προπάντων αυτή που μας χώριζε ένα θεμέλιο μόνο, ήταν πολύ καλής ψυχής γυναίκα. Από την πρώτη μέρα κιόλας μας έδειξε τη συμπάθεια της. Χαράματα σηκώνονταν και πήγαινε με την Ελισώ στη βρύση του χωριού να πλένουν τα ρούχα τους. Τα μυστικά μας ήταν κοινά. Τα παιδιά μας έπαιζαν μαζί και όταν δημιουργούνταν κανένα επεισόδιο αναμεταξύ των, δεν συνορίζονταν η μια την άλλη. Και η παραδίπλα γειτόνισσα μας ήταν καλή. Υστερα από χρόνια, ο γιος μας ο Τάκης έμελλε να πάρει την εγγονή της γυναίκα του. Από καιρό με παρότρυναν οι δύο παπάδες του χωριού να αναλάβω ψάλτης στις εκκλησίες τους. Δε με συμφέρει τους έλεγα, γιατί τις Κυριακές προπάντων ήμουν υποχρεωμένος να πηγαίνω στη Χώρα να ψωνίζω τα ξύλα και τα άλλα σιδερικά που χρειαζόμουν για να τα εργαστώ όλη την εβδομάδα. Η εκκλησία τις Κυριακές και τις γιορτές απολούσαν αργά, κατά τις 11. Στις 12 έκλειναν οι αποθήκες της Χώρας. Είχα 3/4 διαδρομή. Αρα, όταν δεσμευόμουν την Κυριακή, έπρεπε να χασομερήσω τη Δευτέρα. Οι δύο δεξιοί ψάλτες είχαν φύγει από το χωριό. Ο ένας χειροτονήθηκε παπάς στις Στραπουργιές και ο άλλος παντρεύτηκε στα Αρβανιτοχώρια της Ανδρου. Τότε, στη θέση του παπά της ενορίας μας είχε διοριστεί ένας καινούργιος παπάς. Ο προηγούμενος είχε μετατεθεί στο χωριό του. Λεγόταν Αγγελος Καραγιάνης και η καταγωγή του ήταν από τη Λίμνη της Ευβοίας. Είχε ξενιτευτεί στην Αμερική και είχε γίνει γκαρσόνι σε ένα ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης. Ο νυν μητροπολίτης Κυκλάδων όταν ήταν επίσκοπος στην Αμερική έμενε στο ξενοδοχείο και δη στο τμήμα που υπηρετούσε ο Καραγιάννης. Εκεί είχαν γνωριστεί και είχαν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Ελεγε ο επίσκοπος του φίλου του. Εάν διοριστώ μητροπολίτης στην Ελλάδα, θα σε κάνω παπά και γλυτώσεις από την ξενιτιά. Κράτησε την υπόσχεση του όταν έγινε μητροπολίτης Κυκλάδων στις οποίες ανήκε και η νήσος Ανδρος. Οταν ζήτησε παπά η ενορία μας τον έστειλε σε μας. Ηταν όμως ολίγα τα γράμματα του και ολίγον κατ’ ολίγον συνήθιζε στην εκκλησιαστική φρασεολογία. Είχε κάνει αρκετά λεφτά στην Αμερική. Ηταν εύπορος. Είχε νοικιάσει ένα καινούργιο σπίτι στο χωριό που προοριζότανε και αυτό για προίκα της κόρης που ήταν μικρή ακόμα, του ιδιοκτήτη του. Είχαμε γνωριστεί στο καφενείο και σαν ξένοι που είμαστε και οι δύο, από την πρώτη στιγμή είχε δημιουργηθεί μια συμπάθεια μεταξύ μας. Είχε μάθει ότι ήξερα να ψέλνω και είχε σκοπό να με καταφέρει. Μου παρήγγειλε ένα τραπέζι, μια πιατοθήκη και ένα μπουφεδάκι για την κουζίνα του. Πηγαινοερχόταν στο μαγαζί και με παρότρυνε να συνεργαστούμε στην εκκλησία τόσο ευγενή τρόπο που με κατέκτησε. Μια βραδιά στο σπίτι του όπου με είχε τραπεζώσει σχεδόν με κατάφερε. Ακουσε με παπά του είπα. Ψέλνω καλά και καλλίφωνα αλλά δεν είμαι τυπικάριος. Μέχρι τώρα έχω ψάλλει ως κανονάρχος στην Πόλη δεν γνωρίζω όμως τη σειρά των ακολουθιών όλου του χρόνου που κάθε τόσο λόγω των μεταβολών του Πάσχα αλλάζουν δρομολόγιο κάθε έτος. Και εγώ είμαι αρχάριος μου είπε αλλά κάθε χρόνο αγοράζω το Κυριακοδρόμιον και το Εορτολόγιον του Φαρλίκα που εκδίδει η αρχιεπισκοπή Αθηνών. Σηκώθηκε και μου έφερε τα δύο βιβλία, τώρα δεν έχεις κανένα λόγο να μου αρνηθείς, μακάρι να ήξερα τα γράμματα σου μαστροΘόδωρε. Θα σου δίνω τα ίδια και εσένα να παρακολουθείς όταν ψέλνεις. Αύριο θα πάω στη Χώρα να σου τα αγοράσω, θα στα κάνω δώρο. Ετσι με κατάφερε, βοήθησε και το Σαμιώτικο κρασί με τους ζεστούς μεζέδες της παπαδιάς του και του έδωσα το λόγο μου. Το πρόβλημα δεν ήταν για μένα ότι θα τα κατάφερνα πλέον ως διορισμένος δεξιός ψάλτης μισθωτός. Αρα υπόχρεος. Δύο ήταν τα ζητήματα που με βασάνιζαν. Πρώτον, να δεχθεί ο Μπόνης ο έμπορας μου να μου στέλνει τα υλικά της εβδομάδας με μια σημείωση που θα του έδινε ο αγωγιάτης μου. Και δεύτερον, που θα έχανα την ξεκούραση που είχα τις γιορτές και Κυριακές από την κοπιαστική δουλειά μου προπάντων. Οταν έκανα πατώματα και κοβόταν τα γόνατα μου και όταν έκανα ταβάνια και στραβολαίμιαζα. Τώρα είχα δουλειές και μόνο σημάδευα, οι μαστόροι μου δούλευαν αλλά όταν περιορίζονταν οι δουλειές και αναγκαζόμουν να δουλεύω εγώ ο ίδιος, τι θα γινόταν, θα πάθαινα υπερκόπωση. Την άλλη μέρα το απόγευμα πέρασε ο παπάς από το μαγαζί και με πήρε. Ελα μαστροΘόδωρε σου πήρα τα βιβλία, πάμε στη  εκκλησία να κάνουμε μια δοκιμή. Πήγα και ανέβηκα στο θρόνο μου σαν δεξιός ψάλτης. Ανοιξα το ένα βιβλίο και διάβασα τη διάταξη του εσπερινού. Οταν διάβαζα τον προοιμιακό ήλθε ο παπάς και μου είπε, έκανες ένα λάθος. Πήρε το Ωρολόγιο και μου έδειξε το λάθος μου. Να λες Θεού Κύριε φυλακήν το στόματι μου. Επιασα τα γέλια. Δε μου λες παπά, δηλαδή θα βάλουμε φυλακή το Θεό; Αυτά τι είναι γραμμένα; Θου Κύριε φυλακήν το στόματι μου. Αυτό θα πει, βάλε σιωπή στο στόμα μου. Ναι παπά μου θου θα πει βάλε. Ζάρωσε ο φουκαράς, ντροπιάστηκε για την αγραμματοσύνη του και πήγε στο ιερό και εξακολούθησε ο προοιμιακός. Ευτυχώς για τον παπά είμαστε μόνο εμείς στην εκκλησία. Οταν τελείωσε ο εσπερινός πήγαμε πάλι στο σπίτι του. Φάγαμε, ήπιαμε. Οταν έρχονταν εγκύκλιοι από τη Νομαρχία εγώ θα τις διαβάζω την ώρα του Κοινωνικού, αντί για σένα. Αν σε πάρουν χαμπάρι ότι τα γράμματα σου είναι λίγα θα σε κουτσομπολεύουνε. Ηλθε η παπαδιά του χαρούμενη. Αχ να ξέρεις μαστροΘόδωρε που το σκεφτόμαστε αυτό το πράγμα. Να ΄σαι καλά, σ’ ευχαριστούμε πολύ, είσαι καλός άνθρωπος κλπ. Ηταν νοσοκόμα πριν παντρευτεί τον παπά της, πολύ συντρέχτρα γυναίκα. Μια μέρα που κόνεψε να πνιγεί ένα παιδάκι που είχε φράξει ο λάρυγγας του με ένα κουκούτσι αμύγδαλου, πήρε ένα κερί χοντρό και ανοίγοντας το στόμα του παιδιού το έσπρωξε και γλίστρησε το κουκούτσι στο στομάχι και το γλύτωσε που είχε μελανιάσει πια από τον πνιγμό. Ελα μέτρα μαστροΘόδωρε να μου κάνεις ράφια  στην κουζίνα μου είπε και μου έδωσε ένα πεντακοσάρικο. Είχε ένα αγόρι και ένα κορίτσι η στρουμπουλή και κοντή παπαδιά. Την Παρασκευή, στον εσπερινό του Αγίου Σάββα έψαλλα στο εξωκλήσι  που είναι στο Φάληρο, εκεί που κάνουν τα βράδια τον περίπατο τους φλερτάροντας. Το νυφοπάζαρο των Στενιών. Μου βγάλανε δίσκο, μέσα στα ψιλά ήταν και ένα χάρτινο εικοσπεντάρι. Αυτό το είχε βάλει ο παπάς. 81 δραχμές. Μου έδωσε ένα πρόσφορο και έναν άρτο, δηλαδή δύο οκάδες ψωμί. Την επομένη πήγαμε να χαιρετήσουμε τον Σάββα τον χασάπη. Μεζεδάκια και κρασί σπιτικό. Του Αγίου Νικολάου στις χαιρετούρες φαγοπότι τσάμπα. Εφερα στο σπίτι και καμιά ογδονταριά γλυκά. Την Πρωτοχρονιά μου βγάλανε δίσκο και μου δώσανε τον μισθό μου 350 δραχμές. Τρεις φορές περνώντας από τα σπίτια άδειασα τις τσέπες μου, γιόμισε ένα πανέρι γλυκά, όσο για το μεθύσι τραγουδούσα τη νύχτα που πήγαινα για το σπίτι μας. Ετσι, έγινα ψάλτης δεξιός της κοινότητας Στενιών με διορισμό από τη Μητρόπολη. 350 δραχμές μισθός. Κηδείες, μνημόσυνα 100 δραχμές το καθένα. Λειτουργίες στα εξωκλήσια, δίσκος εκτός των δύο καθιερωμένων ένας τη Μεγάλη Παρασκευή και ένας του Αγίου Βασιλείου, όσο για πρόσφορα, άρτους περίσσευμα στην καράφα ρακί, στο γαλόνι κρασί και το κρασί ανάμα, το άδειαζα στο σπίτι και άφηνα και τα παξιμάδια που νόμιζα στην τσέπη μου. Κόλυβα μπόλικα, ένα μαντήλι γεμάτο κάθε φορά. Πρόσφορα, άρτο κλπ. Οτι ξέρει κανείς είναι καλό. Τα γράμματα που είχα μάθει μικρός, με είχαν βοηθήσει τώρα, μεγάλο.  Εφυγε το 1930 και ήλθε το 1931. Το Μάρτιο ήλθε από τα ταξίδια του και ο Σωτήρης. Ανοιξαν μαραγκούδικο μαζί με τον κουμπάρο του τον Αντώνογλου. Είχε βαπτίσει το τελευταίο του παιδί. Ετσι τώρα είχε δημιουργηθεί το τρίγωνο του Ιψεν. Η κυρά Ταρσή είχε πεθάνει εν τω μεταξύ και έτσι είχανε λείψει και οι γκρίνιες της για τα καμώματα της ανιψιάς της. Η Ευφροσύνη είχε παρατήσει πια το δασκαλίκι, είχε άλλωστε 4 παιδιά. Ύστερα από 2 μήνες, μπαρκάρισε ο Σωτήρης και έμεινε το μαγαζί στον Αντώνογλου. Εν τω μεταξύ η Ελισώ κόντευε να γεννήσει, ετοίμαζε τα μωρουδιακά, Επρεπε να ασπρίσουμε και να συγυρίσουμε το σπίτι. Βρήκα τον Κουτέλη να μας ετοιμάσει το σπίτι. Είχε πολλές δουλειές, έπρεπε να έλθει η σειρά μας. Ηλθε ένα πρωί και άρχισε να εργάζεται. Βοηθούσα και εγώ στη μετακόμιση των επίπλων.  Το βράδυ όταν έφυγε άρχισε η Ελισώ παρ’ όλη την κοιλιά της να συγυρίζει. Ξαφνικά, την πιάσανε οι πόνοι. Φωνάξαμε τη μαμή και την ξεγέννησε, ενώ η λεχώ έκλαιγε που δεν είχε προλάβει να συγυρίσει το σπίτι της. Ηλθαν οι θείες της και η Φωφώ και άρχισαν από τη μια να συγυρίζουν και από την άλλη να την μαλώνουν γιατί τω όντι το σπίτι ήταν άνω κάτω. Καλορίζικος ο γιος φώναξε η μαμή. Ο θείος Γιώργης εν τω μεταξύ άρχισε να της λέει πως το έκανες αυτό. Πάντα στο χωριό όταν γεννιόταν αρσενικό όλοι συμμετείχαν στη χαρά. Ενώ αντίθετα και η μαμή ακόμα δυσαρεστούνταν όταν γεννιόνταν βρωμοθήλυκα.  Τ’ αρσενικό φέρνει, το θηλυκό παίρνει έλεγαν. Στον πρώτο μας γιο η Ελισώ χόρευε μέχρι τα μεσάνυχτα. Στο δεύτερο γιο συγύριζε όταν την έπιασαν οι πόνοι. Ετσι, στις 31 Ιουλίου 1931 γεννήθηκε ο Σπύρος Μισιρλής (Μισιρλής Σπύρος του Θεοδώρου (11122613)). Συχαρίκια από όλο το χωριό, ποιος σε πιάνει εσένα Μισιρλή μου έλεγαν, έχεις δυο γιους μπροστά, είσαι πλούσιος. Στον Τάκη είχε σηκωθεί τη δεύτερη μέρα από το κρεβάτι. Στο Σπύρο, το πρωί που πετάχτηκα μέχρι το μαγαζί για να φέρω λίγα λεφτά, όταν γύρισα την είδα σηκωμένη να συγυρίζει. Εβαλα τις φωνές, ήλθε η Φραεσκούλα (Διαβατίδου Φρατζέσκα του Αθανασίου (141145) σύζ. Κυρτάτα Νικολάου του Πέτρου (Οσιου)) η γειτόνισσα, την κατσάδιασε, τη φοβέρισε ότι θα πάθει αιμορραγία. Τίποτα, αυτή τη δουλειά της. Οσο έβλεπε το σπίτι όπου δεν είχε προλάβει τις κουρτίνες στα παράθυρα, δώσ’ του και γκρίνιαζε. Το γάλα της άφθονο πάλι, σαν το πρώτο μας παιδί. Βγάλαμε πάλι τη βυζάστρα και δωσ’ του να αρμέγεται για να ξελαφρύνει. Τώρα στην κούνια του Τάκη κοιμόταν ο Σπύρος. Οσο ήσυχος ήταν ο πρώτος, τόσο ανήσυχος ήταν ο δεύτερος. Υπέφερε πολύ κατά την περίοδο της οδοντοφυΐας του. Ενα μήνα περίπου ο πόνος, μας ήταν μαρτυρικός. Επρεπε ο ένας διαρκώς να τον κουνάει. Μόλις σταματούσε το κούνημα, άνοιγε τα μάτια του και άρχισε να τσιρίζει. Αναγκάστηκα να κάνω μια ανεμόκουνια. Την έδεσα στο ταβάνι, για να κουνιέται από τη μια άκρη της σάλας μέχρι την άλλη. Ετσι τουλάχιστον κουνιόταν επί δέκα λεπτά. Μόλις όμως σταμάταγε, άρχιζε τα κλάματα. Την ημέρα κοιμόταν, τη νύχτα άγρυπνος. Αργότερα του είχε κολλήσει μια άλλη μανία. Αν δεν ερχόμουν το βράδυ στο σπίτι, ότι κι’ αν του κάνανε, δεν κοιμόταν. Επρεπε να τον σηκώσω από την κούνια του, να τον πάρω στην αγκαλιά μου και να βηματίζω. Με κοίταζε, χαμογελούσε, αναστέναζε και στη στιγμή κοιμόταν. Το τραγούδι του ήταν όταν βημάτιζα, ονανί νανί, το αγοράκι μου νάνι. Αυτό ήταν όλο-όλο, άντε τρία λεπτά δεν περνούσαν και να τον αμέσως κοιμόταν. Και τα μεσάνυχτα να ερχόμουν στο σπίτι, νομίζεις ότι με περίμενε να κοιμηθεί. Δυο φορές με τρόμαξε για καλά. Εκεί που έκλεγε σταματούσε η αναπνοή του και έμενε ξερός, ώσπου να βγάλει μια φωνή και να συνέλθει. Τη δεύτερη φορά όμως, έμεινε ασάλευτος δίχως αναπνοή. Από τις φωνές της Ελισώς γέμισε η αυλή κόσμο. Αρπαξα ένα κουτάλι του άνοιξα τα σφιγμένα δόντια και άρχισα φυσώ μες το στόμα του. Τα μάτια του είχαν αναποδογυρίσει, μόνο ο κρόκος φαινόταν. Τα κλάματα του κόσμου, πάει το παιδί, η αγωνία μου, δώσ’ του και εξακολουθούσα τα φυσήματα, ώσπου έβγαλε μια φωνή και ζωντάνεψε. Από εκείνη την ημέρα έπρεπε να γίνεται κάθε ιδιοτροπία του, αρκεί να μην κλάψει.  Ηταν πεισματάρης, νευρικός, κρέας δεν έπιανε απάνω του, το κολλημένο τον έλεγαν, δεν είχε άλλο όνομα. Εφυγε το 1931 και ήλθε το 1932. Οταν είχα έλθει από την Πόλη μας είχανε δώσει εμάς τους Κωνσταντινουπολίτες ένα πιστοποιητικό ιθαγένειας βάσει του Βαπτιστικού του Πατριαρχείου της Πόλης. Εν τω μεταξύ είχε συστηθεί μια επιτροπή με πρόεδρο τον στρατολόγο εκάστου Νομού ενώπιον της οποίας προσήρχοντο οι πρόσφυγες και έπαιρναν τα οριστικά πλέον πιστοποιητικά και γινόταν η εγγραφή τους στους καταλόγους Δήμων και Κοινοτήτων, οπότε αποκτούσαν την Ελληνική ιθαγένεια. Εγώ όμως δεν ήμουν πρόσφυγας, ούτε ανταλλάξιμος. Θεωρούμουν Σταμπλί, δηλαδή προσωρινά εγκατεστημένος. Τον Οκτώβριο ο Τάκης επρόκειτο να γραφτεί στο Δημοτικό σχολείο. Πήγα στην κοινότητα του χωριού μας και τους είπα την περίπτωση μου. Ηταν ο δάσκαλος γραμματέας. Του είπα την περίπτωση μου. Δεν μπορώ να γράψω το γιο σου στο σχολείο, δεν είναι γραμμένος στο μητρώο αρρένων. Εχουμε καιρό, θα υποβάλουμε μια αίτηση υπηρεσιακώς και θα τακτοποιηθεί η υπόθεση σου. Εκανα την αίτηση με τα στοιχεία που είχα και πήρα αριθμό πρωτοκόλλου. Πέρασαν δύο μήνες, κάναμε τηλεγραφική υπενθύμιση στη Νομαρχία Σύρου με πληρωμένη απάντηση. Σε πέντε μέρες ήλθε η απάντηση. Εφόσον δεν ήμουν τακτοποιημένος στρατολογικώς δεν μπορούσα να αποκτήσω την Ελληνική ιθαγένεια, να προσέλθω αυτοπροσώπως, την Κυριακή το μεσημέρι έφυγα για Σύρο.  Κατέλυσα στο ξενοδοχείο Βαρδαλάχου. Βρήκα τον κλητήρα της Νομαρχίας, τον κέρασα. Μου είπε, πιθανόν να σε ντύσουν στρατιώτη για εκγύμναση.  Ελα πρωί στη Νομαρχία, να σε μπάσω πρώτο. Πήγα, παρουσιάστηκα στην επιτροπή. Κάμποση ώρα με παίδευαν και αποτέλεσμα δεν έβγαινε. Τους είπα, έχω δυο γιους, γεννηθήκανε στην  Ελλάδα, όταν κληθούν οι ηλικίες τους, που θα υπηρετήσουν, εδώ ή στην Τουρκία; Αλληλοκοιτάχτηκαν κάτι είπαν αναμεταξύ τους χαμηλόφωνα. Ασφαλώς εφ’ όσον γεννήθηκαν εδώ στην Ελλάδα θα υπηρετήσουν. Εφ’ όσον είμαι Τούρκος υπήκοος και τα παιδιά μου είναι Τούρκοι, άλλο δε μου μένει, να πάω να τα δηλώσω στο Τουρκικό Προξενείο. Είσαι τετραπέρατος μου είπε ο Νομάρχης. Πήγαινε στην Ανδρο και φέρε μας ένα πιστοποιητικό από τον πρόεδρο της Κοινότητας σας ότι είσαι φιλήσυχος πολίτης. Επενέβη ο εισαγγελέας και είπε ότι μπορεί να βγάλει πιστοποιητικό ποινικού μητρώου από μας. Βγήκα έξω, βρήκα τον κλητήρα, του έταξα ένα πενηντάρι και πήγαμε μαζί και  βγάλαμε το πιστοποιητικό. Τους το πήγα και το καρφιτσώσανε με τα άλλα χαρτιά που είχε ετοιμάσει ο γραμματέας που μου είπε φέρε χαρτόσημα. Μου έγνεψε ο κλητήρας και βγήκα έξω. Στις 5 θα πάρεις το χαρτί κάτι να δώσουμε του γραμματέα. Εδωσα άλλο ένα πενηντάρι και πήγα να φάω.  Στις 5 το πήρα και στις 11 μπαρκάρισα για την Ανδρο. Ετσι τακτοποιήθηκε και αυτή η υπόθεση. Με γράψανε στα μητρώα της Κοινότητας Στενιών και κατά σειρά η Ελισώ, ο Τάκης και ο Σπύρος. Υστερα από δύο χρόνια μου ήλθε ένα χαρτί από τη Στρατολογία Σύρου να πάω για καθορισμό ηλικίας. Ούτε πήγα, ούτε και τους έδωσα σημασία. Υστερα από χρόνια όταν ο Τάκης ανέλαβε τη γραμματεία της Στρατολογίας βρήκε τη μερίδα μου και το διόρθωσε. Αυτή είναι η νομοθεσία της πατρίδας μας. Λαβύρινθος. Τον Οκτώβριο γράφτηκε ο Τάκης στο Δημοτικό. Υστερα από λίγους μήνες φάνηκε ότι θα ήταν πάντοτε και σε όλες τις τάξεις της εκπαίδευσης του πρώτος μαθητής. Μου είχε μοιάσει ως προς την εκμάθηση στα γράμματα. Εφυγε το 1932 και ήλθε το 1933. Εγώ ήμουν 34 ετών, ο Τάκης 7 και ο Σπύρος 2. Το καλοκαίρι ήλθε η πεθερά μου από την Πόλη για να δει τα εγγόνια της. Την κούρδιζα την Αμια Φρατζέσκα. Βλέπεις σου φτιάξαμε 2 εγγόνια αλλά εσύ που να κρατήσεις το λόγο σου. Δε είχαμε συμφωνήσει ότι όταν η μάνα παντρέψει την κόρη την πρώτη, για να πάει γούρι και στις άλλες τις κόρες, το χρωστά εφτά φορές στο γαμπρό; Ελα τώρα, μια και είσαι εδώ, ξόφλησε το χρέος σου για να είσαι εν τάξει στο λόγο σου. Εγώ γέρασα γιόκα μου, τώρα πια είμαι γιαγιά αλλά αφού είναι έθιμο, τι να κάνω, θα σου κάνω το χατίρι. Επειδή όταν πέθανε ο παπαΖαννής δεν είχε κάνει προικοσύμφωνο της πεθεράς μου όταν είχε έλθει στην Πόλη για να την παντρέψει, διότι είχε υποσχεθεί στον πεθερό μου να την προικίσει αργότερα. Το σπίτι της Ανδρου και κάτι κτήματα ανήκαν σε τρεις κληρονόμους. Η θεία Ανεζιώ, επειδή είχε προικιστεί δεν είχε μερίδιο. Επρεπε η πεθερά μου για να μην επέρχεται σύγχυση εκ μέρους της, να της δώσουν τα αδέλφια της κάτι και εκείνη να υπογράψει ότι δεν ζητά πλέον μερίδιο από την κληρονομιά των γονιών της.  Αλλιώς δεν ημπορούσαν να μοιραστούν οι τρεις αυτά που άφησε ο παπαΖαννής. Μια και ήλθε η πεθερά μου αποφάσισαν να τακτοποιηθεί αυτό το ζήτημα, επειδή έλλειπε όμως ο Μιχάλης συμφωνήσανε να με κάνει πληρεξούσιο η πεθερά μου και όταν έλθει ο Μιχάλης να τακτοποιηθεί αυτό το εκκρεμές ζήτημα. Πήγα με την Αμια Φρατζέσκα στη Χώρα στο συμβολαιογραφείο και με έκανε πληρεξούσιο. Ως μάρτυρες υπέγραψαν ο καπετάν Γιώργης ο Σαρανταπουλιάς (Μπέης Γεώργιος του Αντωνίου (Σαρανταπουλιάς) (1153) info) και ο Γιώργης ο Πασατέμπος (Θεοδωρόπουλος Γεώργιος (Μπαλουξής) (1244) -). Το φθινόπωρο έφυγε για την Πόλη η πεθερά μου και τόσο που έμεινε κοντά μας πάλι καλά, γιατί έρχονταν στιγμές που όταν αναπολούσε το σπιτικό της στεναχωριόταν γι’ αυτούς που άφησε εκεί. Η Βασιλική και η Μαίρη δούλευαν, ο πεθερός μου που και που έκανε καμιά μικροδουλειά. Ποιος θα τους μαγείρευε, ποιος θα φρόντιζε για το νοικοκυριό, ήξερε και τις ιδιοτροπίες του άντρα της. Αλλά πιο πολύ σκεπτόταν τη Βασιλική που ήταν τώρα ο άντρας του σπιτιού. Το χειμώνα που μας ήλθε, είχαν τακτοποιηθεί τα γλέντια μας, οι βεγγέρες μας. Ως οικογένειες ήμαστε 1ον η δική μας, 2ον του καπετάν Δημήτρη του Πολέμη (Πίκουλου) (Πολέμης Δημήτριος του Αντωνίου (Πίκουλος) (141221) #1044 info) η γυναίκα του η Πηνελόπη (Γιαλούρη Πηνελόπη του Νικολάου (1261) #1050) η κόρη τους η Ευανθούλα (Πολέμη Ευανθούλα του Δημητρίου (1412211) #1051 info) που έφερνε μαζί της τη φιλενάδα της το Ρηνιώ (Φαλαγκά Ειρήνη (Ρηνιώ) του Βασιλείου (14351) #2017 info) της Βιολάντης (Μπουκουβάλα Βιολάντη του Νικολάου (14) #2016). 3ον του καπετάν Νικόλα του Σύμπουρα με τις κόρες του. Ηταν χηρεμένος. Αυτές οι τρεις οι οικογένειες ήταν ο σκελετός των γλεντιών μας. Τακτικοί ήταν ο Μιχαλάκης ο γιος του παπά Βασιλόπουλου (Βασιλόπουλος Μιχαήλ του Νικολάου (13) #2520 info). Ο Σπύρος του Θεοχάρη (Καρυστινός Σπύρος του Θεοχάρη (166) #445 info) ο οποίος έστελνε μια σκωταριά και ένα πεντογάλονο κρασί. Ο Βασίλης ο Μπαμπαούνας (Γιαλούρης Βασίλειος του Λεωνίδα (1234) #3010 info), πολύ χουβαρντάνθρωπος, σαρανταπεντάρης, άγαμος. Και μια γειτόνισσα μας η Κατίνα  που ο άντρας της έλλειπε στην Αμερική. Αυτή βοηθούσε την Ελισώ στο ετοίμασμα των μεζέδων και το πρωί στο πλύσιμο των πιάτων κλπ. Σ’ αυτή τη μόνιμη παρέα μας έρχονταν και άλλα αντρόγυνα γνωστά το καθένα σε ένα από τους μονίμους του γκρουπ μας. Αυτό γινόταν σπανίως. Οταν φύγαμε από το σπίτι που καθόμασταν και πήγαμε σε ένα καινούριο σπίτι που είχα κάνει εγώ τη μαραγκοσύνη του που ήταν στη μέση ενός μεγάλου κτήματος, τότε πια η μόνιμη συνάντηση των τακτικών γινόταν εκεί. Πρώτον διότι ήταν απομονωμένο, δεύτερο είχε μια μεγάλη σάλα για να χορεύουμε και τρίτον τα σπίτια όλων ήταν συγκεντρωμένα ένα γύρο τόσο κοντά που όταν φώναζε η μια την άλλη, ακούγονταν. Εκεί ερχόταν όλοι με τα φαγιά τους και τα κρασιά τους. Σ’ αυτό το σπίτι της Μαρούλας του Κανακάρη (Παλαιοκρασσά Μαρουλιώ του Γιάννη (111418) #3668) τα γλέντια κρατούσαν μέχρι την αυγή. Από τις 355 οικογένειες που απαρτιζόταν το χωριό, μόνο εμείς γλεντούσαμε. Υπήρχαν μέσα σ’ αυτές και νεαρές καπετάνισσες που λαχταρούσαν τα γλέντια μας, αλλά η ανεκδιήγητη ζηλοτυπία που κατείχε τους άνδρες των ήταν το εμπόδιο να μας κάνουν παρέα. Μόνο όταν γίνονταν επίσημοι χοροί όπως τους έλεγαν είτε στο σχολείο είτε στο καφενείο του Λούη (Μπεγλέρης Λεονάρδος (Λούης) του Νικολάου (171) #1597 info), τότε έκαναν την εμφάνιση τους αυτές που τύχαινε να είναι οι άνδρες τους εκεί. Σ’ αυτούς τους χορούς πάντα βοηθούσα τον Λούη ως γκαρσόνι και έτσι τρύπωνε και η Ελισώ αφήνοντας τα παιδιά της στην επίβλεψη της γειτόνισσας μας της Φραεσκούλας. Μετά τα μεσάνυχτα πια δεν ήξερα ποιος ήταν ο μαγαζάτορας, ποιος έκανε το γκαρσόνι και ποιοι ήταν οι συνδαιτυμόνες. Σ’ αυτούς τους χορούς έβρισκαν οι νεαροί και οι νεαρές όταν κόρωνε το μεθύσι να ξεφύγουν για λίγο κάτω από τα πλατάνια της πλατείας του χωριού και να ερωτοτροπούν. Στις δύο από τα μεσάνυχτα έφευγαν οι γερουσίες και έμεινε η νεολαία που επί τέλους ξεφάντωναν και αυτοί. Φυσικά κάποια από τις νεαρές είχε και κάποιον εξάδελφο για τα προσχήματα. Οταν έφευγαν και αυτοί, βοηθούσα το Λούη στο συμμάζεμα των τραπεζιών και καθισμάτων και μου έδινε 150 δραχμές για τον κόπο μου και τελευταίοι πια ξεκοκαλίζαμε τα υπόλοιπα και αντί για  το σπίτι μου, τραβούσα για το μαγαζί όσο μεθυσμένος και αν ήμουνα και έπιανα τη δουλειά μου. Οπως δούλευα, σε λίγο ίδρωνα και ξεμεθούσα. Το βράδυ έπεφτα νωρίς στο κρεβάτι. Τις απόκριες οι μόνοι μασκαράδες του χωριού και καμιά φορά μας ακολουθούσε και καμιά που την κατάφερνε η Ελισώ, είμαστε εμείς. Σε όποιο σπίτι που αποκρίωναν συγγενικό βλέπαμε φως, κτυπούσαμε την πόρτα και αφού κερνιόμαστε τραβούσαμε για άλλο. Ενώ το είχαν για γούρι της χρονιάς να μπει μάστορας στο σπίτι τους, οι ίδιοι δεν μασκαρεύονταν.

 

(σημ. τα ονόματα του Σωτήρη και της Ευφροσύνης δεν είναι τα αληθινά).

 

επόμενη σελίδα 12. Ο Θόδωρος εργάζεται εντατικά στο χωριό. Τολμά και ρίχνει σε σπίτι την πρώτη πλάκα με μπετόν αρμέ. Ολοι αμφιβάλουν για το αποτέλεσμα, αλλά αυτός δικαιώνεται. 

 

επιστροφή στην πρώτη σελίδα

 

προηγούμενη σελίδα